Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Εύη Γεροκώστα, Μια μέρα που έγινε νύχτα

Εικονογράφηση: Ανδρέας Κούρτης, Χριστάκης, Αθήνα 2013 (για μεγάλα παιδιά)

 
 
 
Αν κάτι δε γίνεται να αμφισβητήσει κανείς στην Εύη Γεροκώστα, αυτό είναι η τιμιότητα των προθέσεών της. Κι ας προξενεί η λέξη και μόνο «πρόθεση» ένα περίεργο συναίσθημα καχυποψίας – ίσως γιατί, ουκ ολίγες φορές, έχουμε δει έργα να βάζουν μπροστά κάθε λογής προθέσεις για να σοβαντίσουν ασαφή και προβληματικά αποτελέσματα. Στην περίπτωση βέβαια της συγκεκριμένης συγγραφέα κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού η πρόθεση ταυτίζεται με ό,τι η ίδια περισσότερο αγαπάει και με ό,τι μεταγγίζεται ως ζωτικό στοιχείο και κινητήρια δύναμη στα κείμενά της: τη χαρά της αφήγησης ιστοριών – και μόνο. Ιστοριών που ταξιδεύουν μέσα στο χρόνο, που παλεύουν μαζί του, που μεταπλάθονται, που χτίζονται και γκρεμίζονται, ιστοριών που αλλάζουν αφηγητές, που αλλάζουν ρούχα, που αλλάζουν εποχές, κι ωστόσο ήταν, είναι και θα είναι πάνω απ’ όλα αυτό μονάχα: ιστορίες.
Για τέτοιες ιστορίες μάς μιλάει το Μια μέρα που έγινε νύχτα. Για ιστορίες που αφηγείται στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού ένας μοναχικός κίτρινος λαστιχένιος δράκος σε ένα ακροατήριο άλλων, εξίσου μοναχικών δράκων. Ιστορίες μοναξιάς, που ωστόσο διώχνουν τη μοναξιά. Ιστορίες που γεμίζουν χρώματα τις ζωές. Ιστορίες που, όση παραμυθία κι αν προσφέρουν στο κοινό, δεν είναι εξίσου παρηγορητικές και για κείνον που τις λέει. Κι ωστόσο, όταν αυτός μια μέρα θα πάψει να είναι στη θέση του έξω απ’ το παλιό σπίτι, οι ιστορίες του θα παραμείνουν ζωντανές στη μνήμη των ακροατών του, θα αναδυθούν δειλά δειλά, λειτουργώντας ως κοινή αναφορά, μετατρέποντάς τους όλους σταδιακά σε αφηγητές και θραύοντας τελικά το πέπλο της μοναξιάς τους.  
Με ήρωά της ένα μοναχικό δράκο, τον παραδοσιακό κακό του παραμυθιού, ωστόσο ένα δράκο κίτρινο και λαστιχένιο, η συγγραφέας εύλογα σου υποβάλλει το ερώτημα: Τι άραγε είναι αλήθεια και τι ψέμα σε μια ιστορία όταν ο ίδιος ο αφηγητής της όχι απλώς ανατρέπει το στερεότυπο του παραδοσιακού κακού αλλά είναι κι ένα απλό κίτρινο λαστιχένιο παιχνίδι; Και τι άραγε κρύβεται κάτω από το περίβλημα (;) ενός τέτοιου πλάσματος όταν αυτό, όσο κι αν θεραπεύει τη μοναξιά των άλλων με τις αφηγήσεις του, πρέπει να απεκδυθεί το ρόλο του αφηγητή για να στοχαστεί τη δική του, σβήνοντας έτσι αργά από τη μνήμη των ακροατών του κι αφήνοντάς τους παρακαταθήκη τις ιστορίες του;
Η Γεροκώστα δεν εκβιάζει το αποτέλεσμα, με τον ίδιο τρόπο που δεν εκβιάζει τα υλικά της: Μια χούφτα λέξεις τής αρκούν για να φτιάξει σκηνικό, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, πλοκή. Φράσεις επαναλαμβανόμενες, που, αργά, κοπιαστικά, με την προσθήκη λιγοστών κάθε φορά λέξεων, χτίζουν την ιστορία. Προσδίδοντας στο κείμενο ένα ρυθμό αργό, υπνωτιστικό, ίδιο με τον τρόπο που οι δράκοι πασχίζουν να νανουρίσουν τη μοναξιά τους ακούγοντας ιστορίες μοναξιάς – αλλά και με τον τρόπο που, βασανιστικά κι επίπονα, γεννιούνται αυτές οι ίδιες οι ιστορίες. Την ίδια ώρα, η λιτή, αφαιρετική εικονογράφηση του Ανδρέα Κούρτη, με απαλά χρώματα και θαμπά, πολλές φορές ασαφή, περιγράμματα, αγκαλιάζει ιδανικά το κείμενο, υποβάλλοντας ατμόσφαιρα και συναισθήματα χωρίς εντυπωσιοθηρικές κραυγές και  διακηρύξεις. Τι παραπάνω άραγε να ζητήσει μια ιστορία για να πορευτεί με ειλικρινή κι απροσποίητη διάθεση στο νου και στις καρδιές μας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου