Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Στέφανο Μπορντιλιόνι – Φαμπιάνο Φιορίν, Ιστορίες πριν από την Ιστορία

Απόδοση: Δήμητρα Δότση, Κέδρος, Αθήνα 2014

 

Η προϊστορία στη σκέψη ενός παιδιού, μην πω κι ενός ενήλικα, φαντάζει κάτι σαν τοπίο ενός άγνωστου πλανήτη. Πώς ήταν άραγε η ζωή των πολύ μακρινών προγόνων μας; Τι σκέφτονταν; Πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους; Τι αισθάνονταν; Τα δυο βιβλία της σειράς με τους τίτλους Κυνηγώντας το μαμούθ και Γύρω από τη φωτιά επιχειρούν με τρόπο απλό και εύληπτο να διαφωτίσουν τους μικρούς τους αναγνώστες σχετικά με τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που έζησαν πριν από την Ιστορία.
Στα δυο βιβλία παρακολουθούμε τις περιπέτειες της φυλής του Κόραν, μιας μικρής ομάδας αποτελούμενης από γυναίκες, άντρες αλλά και παιδιά. Τα προβλήματα που τους απασχολούν περιστρέφονται γύρω από ζητήματα επιβίωσης (εύρεση τροφής, προστασία από τις καιρικές συνθήκες και τα άγρια ζώα κτλ.), μέσα από τα οποία αναφύονται τριβές, διαφωνίες και κίνδυνοι, αναδεικνύονται ανθρώπινες αρετές και αδυναμίες ή προκύπτουν νέες ανακαλύψεις που κάνουν τη ζωή λίγο καλύτερη. Τα αισθήματα, αν και συχνά στοιχειώδη και πρωτόγονα, δεν παύουν να αποτελούν αδιαμφισβήτητη ανθρώπινη ιδιότητα, την ώρα που οι χαρακτήρες, κάπως σχηματικοί, θα επιτρέψουν την εύκολη ταύτιση των μικρών αναγνωστών με τα δυο παιδιά ήρωες.

Στα συν των δυο βιβλίων η χαριτωμένη, ζωντανή και με κωμικά στοιχεία εικονογράφηση, όπως και η πολύ έξυπνη, αβίαστη ενσωμάτωση στη ροή της αφήγησης σημαντικών πληροφοριών γύρω από τη ζωή των πρωτόγονων ανθρώπων (προσδόκιμο ζωής, υλικά και εργαλεία, δεισιδαιμονίες, καθημερινές συνήθειες, μετανάστευση κτλ.). 
 
   

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Αγγελική Δαρλάση, Το παλιόπαιδο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

 
 


Το τελευταίο βιβλίο της Αγγελικής Δαρλάση αφηγείται την ιστορία ενός φτωχού παιδιού, μεγαλωμένου σε μια οικογένεια τραυματισμένη από την αρρώστια και την ανεργία, που αναγκάζεται, για λόγους επιβίωσης, να ενταχθεί σε μια συμμορία ανηλίκων. Από αυτή και τη συνακόλουθη εγκληματική δράση θα το σώσει ένας άντρας, ανοίγοντάς του ένα παράθυρο ελπίδας και δίνοντάς του την ευκαιρία να χαράξει έναν καινούριο δρόμο μέσα απ’ τον κόσμο της μουσικής.

Αφορμώμενη από τη δράση του ιδρυτή του El Sistema Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, η συγγραφέας βάζει εξαρχής τον αναγνώστη της στο ζοφερό κλίμα της καθημερινότητας του ήρωά της: η φτώχεια της οικογένειας, η αρρώστια της μάνας, η απουσία του πατέρα, κι ένα παιδί χωρίς όνομα, πρακτικά χωρίς ταυτότητα. Και χωρίς φωνή. Η πρώτη φορά που ακούμε τον μικρό να αρθρώνει λόγο είναι όταν εντάσσεται στη συμμορία Τίγρεις των Δρόμων. Εκεί μοιάζει να αποκτά και κάποιου είδους ψευδαίσθηση ταυτότητας. Η ένταξη στην ομάδα ωστόσο δεν ισοδυναμεί με την ευτυχία, το καινούριο μπουφάν που αντικαθιστά το παλιό θλιβερό παλτό του φαντάζει παράταιρο, κι η φωνή της όποιας συνείδησης, όπως εκφράζεται από τη μομφή της μητέρας, μοιάζει κι αυτή να το σπρώχνει στην παραβατική συμπεριφορά. Η εμφάνιση του άντρα που θα χαρίσει στον μικρό ένα βιολί είναι αυτή που του δίνει υπόσταση, που του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει επιτέλους το όνομά του (Φέλιξ, Ευτυχισμένος), που τόσο αταίριαστο έμοιαζε με την προηγούμενή του κατάσταση, και να ξαναφορέσει το παλιό του γκρίζο παλτό, που μένει να του θυμίζει τις ρίζες και τις κοινωνικές αναφορές του. Η σταδιακή κλιμάκωση, σε συνδυασμό με ένα κείμενο σφιχτό, απέριττο, όπου η μια –σύντομη συνήθως– πρόταση διαδέχεται την άλλη χωρίς πισωγυρίσματα και φλυαρίες, με μικρές ωστόσο ποιητικές ανάσες, λειτουργεί καθηλωτικά χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη, προξενώντας του μια υποβλητική συγκίνηση. Η επιλεκτική, έως φειδωλή, εξάλλου, εστίαση σε λεπτομέρειες, όχι μόνο δεν οδηγεί σε αφηρημένες, τεχνητές γενικεύσεις, αλλά πετυχαίνει την άμεση ταύτιση του αναγνώστη με καταστάσεις και πρόσωπα.

Η Ίρις Σαμαρτζή με χρωματικά της όπλα το ασπρόμαυρο και το κόκκινο, συνδυάζοντας σε ορισμένα σημεία σκίτσο και φωτογραφία, σε μια απόπειρα ένταξης της μυθοπλασίας στην πραγματικότητα, αποτυπώνει τη δύσκολη καθημερινότητα του παιδιού τονίζοντας με πινελιές κόκκινου χαρακτηριστικά, πράξεις, συναισθήματα, ακόμα κι αναμνήσεις. Η γνωριμία του παιδιού με τον κόσμο της μουσικής συνοδεύεται από την πιο εκτεταμένη χρήση του χρώματος, χωρίς ωστόσο η κυριαρχία του να είναι συντριπτική. Γιατί, όσο κι αν το πρώτο, βροχερό, μαυρόασπρο σαλόνι του βιβλίου μετατρέπεται σε μια βροχή από νότες και κτίρια με κόκκινα περιγράμματα στο τελευταίο σαλόνι, η δυστυχία, ο πόνος, ο κοινωνικός αποκλεισμός κι η φτώχεια ούτε εκλείπουν ούτε απαλείφονται από τη μνήμη με τρόπο μαγικό.

Δεν είναι άλλωστε το στιγμιαίο, περαστικό, άκοπο θαύμα το ζητούμενο. Ούτε στην τέχνη αλλά ούτε και σ’ αυτό τον κόσμο. Η ιστορία του Παλιόπαιδου, μια ιστορία στην οποία η μουσική, με όπλα την επιμονή και την πίστη, τολμά να αναμετρηθεί με τη ζοφερή πραγματικότητα και κατορθώνει να τη νικήσει, είναι η ζωντανή απόδειξη.

 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Μαρία Αγγελίδου, Οδύσσεια, Η πολυμήχανη ιστορία

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Βιβλιόφωνο, Αθήνα 2011





Εν αρχή ην ο μύθος, οι ήρωες κι οι άθλοι τους. Εκεί που αυτοί τελειώνουν, αρχίζει η περιπέτεια, με την αριστοτελική έννοια του όρου, ως αιφνίδια μεταστροφή της τύχης. Ή, αλλιώς, ως ταξίδι σε θάλασσες άγνωστες και κόσμους ανεξερεύνητους. Ως οδύσσεια.

Κάπως έτσι μας εισάγει στην πολυμήχανη ιστορία του Οδυσσέα της η Μαρία Αγγελίδου. Όχι για να μας ξαναπεί τα γεγονότα, ή τουλάχιστον όχι μόνο γι’ αυτό. Αυτά είναι η αφορμή για την περιπέτεια της δικής της αφήγησης. Για την αναζήτηση, πέρα από τα γεγονότα, των ανθρώπων –ποιοι ήταν, αλήθεια, ο Οδυσσέας, οι σύντροφοί του κι όσοι συνάντησαν στον δρόμο τους; ποια συναισθήματα κι επιθυμίες τούς όριζαν, ποιες πληγές γύρευαν να ξεχάσουν;–, αλλά και του σκηνικού, των τόπων – ποια η υφή τους; η μυρωδιά τους; η γεύση τους; ο καιρός τους; το χρώμα τους;

Γιατί αυτό το τελευταίο κυρίως είναι ετούτη η Οδύσσεια: μια ιστορία χρωμάτων. Ένα ταξίδι όχι μόνο σε χρωματιστούς τόπους, αλλά και σε ποικιλόχρωμες ιστορίες. Η συγγραφέας είναι αυτή που επιλέγει κάθε φορά το κυρίαρχο χρώμα, κι η εικονογράφος πατάει πάνω του για να χτίσει κόσμους. Άλλοτε άγριους, άλλοτε παραδεισένιους, άλλοτε φωτεινούς, άλλοτε σκοτεινούς. Κρατάω, ανάμεσα σε άλλες, την υποβλητική εικόνα –άσπρες γραμμές σε μαύρο φόντο– του καραβιού του Οδυσσέα να κατευθύνεται στον κόσμο του Άδη. Ή την υπέροχη εναλλαγή του φωτεινού τιρκουάζ του νησιού της Καλυψώς με το δροσερό γκριζοπράσινο της σκιερής σπηλιάς της. Αλλά και το πανταχού παρόν κοκκινωπό σκαρί του Οδυσσέα, με το ξεφτισμένο πανί του, ζωντανή απόδειξη των περιπετειών και των βασάνων του.

Εκείνων που θα τον οδηγήσουν μόνο και τσακισμένο στο πολυπόθητο τέλος του ταξιδιού. Στην Ιθάκη, που, μην τα ξαναλέμε, σου δίνει το ωραίο ταξίδι κι άλλα δεν έχει να σου δώσει μετά. Ή μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς; Ίσως χάριν αυτού του μετέωρου ερωτήματος η συγγραφέας επιλέγει να σταματήσει την αφήγησή της τη στιγμή της άφιξης του ομηρικού βασιλιά στο νησί του. Εκεί που το ταξίδι μοιάζει να τελειώνει αλλά η περιπέτεια επιμένει να συνεχίζεται. Ως διαρκής αναζήτηση κάθε δυνατού κι αδύνατου προορισμού. Αλλά κι ως αναγκαίος όρος κάθε αληθινής ζωής και δημιουργίας.
 
Καλή χρονιά σε όλους, όσο κι αν η μέρα που γράφτηκε τούτη η ανάρτηση δεν είχε πάνω της τίποτα καλό. 
 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Axel Scheffler


Είπα να κρατήσω για το τέλος της χρονιάς την πιο όμορφη κατ’ εμέ στιγμή που έζησα ως μπλόγκερ μέσα στο 2014. Κι αυτή ήταν η συνάντηση με έναν σπουδαίο Ευρωπαίο εικονογράφο, τον Axel Scheffler, πριν από δυο περίπου μήνες, στο ιστορικό πατάρι του Ίκαρου.
Ο Axel Scheffler έχει γίνει ευρέως γνωστός στην Ελλάδα για δυο κυρίως εικονογραφικές δουλειές του*, τα δυο βιβλία του Γκρούφαλο της Julia Donaldson, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, και την πιο πρόσφατη σειρά Τικ και Τέλα, από τις Εκδόσεις Ίκαρος.
 

Γκρούφαλο



Τα δυο βιβλία της Donaldson Το Γκρούφαλο και Το μικρό Γκρούφαλο (για παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών), που κυκλοφόρησαν στη Βρετανία πριν από δεκαπέντε και δέκα χρόνια αντίστοιχα  (και στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά), έχουν σημειώσει τεράστια εκδοτική επιτυχία και με τρόπο ευρηματικό πραγματεύονται την ιστορία ενός μικρού ποντικιού που κατορθώνει να επιβιώσει σε ένα δάσος γεμάτο εχθρικά πλάσματα επισείοντάς τους την απειλή της εμφάνισης ενός φανταστικού τρομακτικού πλάσματος ονόματι Γκρούφαλο. Τι θα γίνει όμως όταν το Γκρούφαλο εμφανιστεί με σάρκα και οστά μπροστά στο μικρό ποντίκι; Τι κόλπο θα επινοήσει αυτό το τελευταίο για να επιβιώσει και τούτη τη φορά; Και πώς το μικροσκοπικό τρωκτικό θα αντιμετωπίσει το μικρό Γκρούφαλο, στο δεύτερο βιβλίο της σειράς, όταν εκείνο με εξερευνητική και περιπετειώδη διάθεση θα βγει μια νύχτα του χειμώνα στο παγωμένο δάσος αναζητώντας τον φοβερό και τρομερό ποντικό που του περιγράφει στις ιστορίες του ο μπαμπάς του;
 
 
Το δάσος του Σέφλερ, είτε ανοιξιάτικο είτε παγωμένο, χωράει ένα σωρό εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου κι ανάμεσά τους ένα Γκρούφαλο τρομακτικό όσο και κωμικά αφελές, που εμφανισιακά παραπέμπει στα «τέρατα» του Maurice Sendak, συνιστώντας μια ενδιαφέρουσα διακειμενική αναφορά.

 

Τικ και Τέλα




Η σειρά Τικ και Τέλα, από την άλλη, που στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, και πάλι σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά, και μέχρι στιγμής αριθμεί έξι τίτλους, απευθύνεται σε παιδάκια ηλικίας 1-3 ετών. Οι λιλιπούτειοι πρωταγωνιστές ζουν μικρές καθημερινές περιπέτειες σε έναν κόσμο που φαντάζει αυτονομημένος από εκείνο των μεγάλων και μέσα από αυτές μαθαίνουν απλές δεξιότητες, ωριμάζουν και σφυρηλατούν τη φιλία τους.
 


 
 
 
 
 
 
Οι εκφραστικές μορφές της μικρής ποντικίνας και του μικρού λαγού, που παραπέμπουν σε λούτρινα ζωάκια προνηπιακής εμφάνισης και χαρακτήρα, εντάσσονται αρμονικά σε εξωτερικά περιβάλλοντα ή εσωτερικούς χώρους γεμάτους μικρές εικονογραφικές λεπτομέρειες που δίνουν φυσικότητα και εξοικειώνουν ήπια το παιδί με τον κόσμο των δυο ηρώων.


 

 
 
 
 
 
 
Συζητώντας με τον Axel Scheffler

Στη σύντομη κουβέντα μας με τον Axel Scheffler, τον ρώτησα αν, με δεδομένο ότι στον αγγλοσαξονικό κόσμο αρκετοί δημιουργοί παιδικών βιβλίων έχουν τον διπλό ρόλο και του συγγραφέα και του εικονογράφου, θα ενδιέφερε και τον ίδιο να εικονογραφήσει κάποια στιγμή στο μέλλον και τις δικές του ιστορίες. Μου απάντησε ότι, για την ώρα τουλάχιστον, κάτι τέτοιο δεν είναι στις προθέσεις του, ότι αντλεί ικανοποίηση από τη δουλειά του ως εικονογράφου ιστοριών γραμμένων από άλλους – και στο σημείο αυτό τόνισε εμφατικά ότι η σειρά Τικ και Τέλα, αν και φαίνεται να αποτελεί εξολοκλήρου δική του δουλειά, βασίζεται σε κείμενο άλλου.

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον τρόπο συνεργασίας με τον εκάστοτε συγγραφέα, που δεν απέχει πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει και εδώ: Δηλαδή ο εικονογράφος παίρνει στα χέρια του το κείμενο –συνήθως το «συνοικέσιο» μεταξύ συγγραφέα-εικονογράφου προκύπτει ύστερα από πρόταση του υπεύθυνου έκδοσης του βιβλίου– και, πάνω σε αυτό, ετοιμάζει μια σειρά από δείγματα που υποβάλλει στον συγγραφέα. Ειδικότερα αναφέρθηκε στη συνεργασία του με την Julia Donaldson, της οποίας έχει εικονογραφήσει πολλά άλλα βιβλία πέραν του Γκρούφαλο, μια συνεργασία που εξακολουθεί να λειτουργεί σε αυτή τη βάση.

Μιλώντας για το Γκρούφαλο, αναφέρθηκα στη μορφή του ήρωά του και στη συγγένειά του με τα «τέρατα» του Maurice Sendak. Τον ρώτησα αν η ενδιαφέρουσα αυτή αναφορά στο Where the wild things are προέκυψε από στοιχεία του κειμένου –τον τρόπο που περιγράφει το φανταστικό αυτό πλάσμα η Donaldson– και χαμογελώντας μού απάντησε ότι κι ο ίδιος πια δεν μπορεί να πει με ακρίβεια τι ήταν αυτό ή αυτά, το σύνολο των γεγονότων, επιρροών και διεργασιών, που τον οδήγησαν να δώσει τη συγκεκριμένη μορφή στο Γκρούφαλο. Παράλληλα αναφέρθηκε στο πόσο δύσκολο του φάνηκε να αποδώσει με πειστικότητα το σκοτεινό δάσος που είναι το σκηνικό της ιστορίας του. Η έκπληξή του, φυσικά, ήταν τεράστια όταν έμαθε ότι το βιβλίο του Sendak παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά…

Σε ό,τι αφορά τη σειρά Τικ και Τέλα, συμφώνησε μαζί μου ότι η ιδιαίτερη επιτυχία και γοητεία της, αυτό που ενθουσιάζει τους μικρούς της αναγνώστες, είναι ακριβώς ο αυτόνομος χαρακτήρας των δυο μικρών φίλων, αγοριού και κοριτσιού, που κατορθώνουν να αντιμετωπίζουν από κοινού τα προβλήματά τους σ’ έναν κόσμο μακριά από κάθε ενήλικη επιτήρηση και παρέμβαση. Επεσήμανε μάλιστα ότι συχνά διαπιστώνει πως και παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών ξεφυλλίζουν και διαβάζουν με μεγάλη ευχαρίστηση τα βιβλία της συγκεκριμένης σειράς.

Και, μια και περί ενηλίκων ο λόγος, η κουβέντα κατέληξε στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η παιδική λογοτεχνία σε σύγκριση με τα βιβλία τα οποία απευθύνονται σε ενήλικο κοινό. Παραδέχτηκα ότι η δική μου αφετηρία υπήρξε, τόσο σε επίπεδο σπουδών όσο και σε επίπεδο δουλειάς, η ενήλικη λογοτεχνία κι ότι στο παρελθόν μάλλον αντιμετώπιζα με αδιαφορία τα παιδικά βιβλία. Ως τη μαγική στιγμή βεβαίως που απέκτησα κι εγώ παιδιά... «Ξέρω, ξέρω!» είπε γελώντας. «Έτσι γίνεται πάντα. Έχω δει ένα σωρό κριτικούς να αντιμετωπίζουν με αδιαφορία το παιδικό βιβλίο, μέχρι που γίνονται κι οι ίδιοι γονείς και ξαφνικά ανακαλύπτουν έναν καινούριο κόσμο!»   

Σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας να πω ότι ο Axel Scheffler υπέγραφε βιβλία της σειράς Τικ και Τέλα φιλοτεχνώντας υπομονετικά σε καθένα τις μορφές των δυο μικρών ζώων – κι ένα από αυτά τα βιβλία φιλοξενείται πλέον στη βιβλιοθήκη της μικρής μου κόρης.
 
 
Κλείνοντας τις αναρτήσεις του 2014 κάπου εδώ, να ευχηθώ σε όλους ό,τι καλύτερο για τη νέα χρονιά. Εμείς θα τα ξαναπούμε του χρόνου!

 
 
* Για αναλυτική εργογραφία στα ελληνικά δείτε και εδώ

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Αναστασία Ευσταθίου, Η Γερακίνα και ο Πρίγκιπας Νερένιος

Εικονογράφηση: Αναστασία Κασιάδη, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2012






Τη Γερακίνα, δε σας το κρύβω, ως παιδί την αντιπαθούσα. Ήταν μάλλον ο τρόπος που το σχολείο πήγαινε να μου περάσει την ιστορία της που ποτέ δε μου επέτρεψε να τη συμπονέσω στο ελάχιστο για το άδικο και τραγικό τέλος της. Μεγαλώνοντας βέβαια, κι έχοντας, στο πλαίσιο των σπουδών μου στη φιλολογία, διαβάσει αρκετή λαογραφία, αντιλήφθηκα ότι ιστορίες σαν και τη δική της έκρυβαν μες στην όποια αφέλεια ή σχηματικότητά τους σημαντικές αλήθειες. Και με αυτή την επίγνωση διάβασα το βιβλίο της Αναστασίας Ευσταθίου, η οποία, αντλώντας από τη λαϊκή παράδοση, αφηγείται την ιστορία μιας όμορφης κοπέλας στην περιοχή των Σερρών, η θυσία της οποίας, παραμονές του γάμου της, λύνει διαμιάς το πρόβλημα λειψυδρίας της περιοχής. Το τέλος της κόρης, όσο τραγικό κι αν φαντάζει, δίνεται εδώ με τρόπο αισιόδοξο, αφού η αφήγηση ακολουθεί τη Γερακίνα ως το άδυτο του πανέμορφου πρίγκιπα Νερένιου, που την τραβάει κοντά του στο υδάτινο βασίλειό του, εκεί που οι φωτεινές στιγμές τελικά δεν είναι αμελητέες.

Η συγγραφέας ενσωματώνει στον αφηγηματικό ιστό στοιχεία τόσο ιστορικού όσο και λαογραφικού χαρακτήρα, που επιτρέπουν την αναβίωση της εποχής αλλά και παραπέμπουν σε πλήθος από έθιμα (έθιμα γάμου, χελιδονίσματα κτλ.) και σε τοπικές συνήθειες. Τα αποσπάσματα από τη δημώδη παράδοση λειτουργούν ως σύντομες καταδύσεις στο πλούσιο υλικό που αποτέλεσε το υπόστρωμα της ιστορίας, ενώ το πνεύμα σεβασμού προς αυτό υπογραμμίζεται ιδιαίτερα, πέρα από τη συνολική υφολογική διαχείριση, και από την ενσωμάτωση τοπικών γλωσσικών στοιχείων.

Ενδιαφέρον βρήκα το σημείωμα του τέλους, όπου η συγγραφέας στέκεται φιλοσοφικά απέναντι στον μύθο, υποκύπτοντας στη γοητεία του χωρίς ωστόσο να παραβλέπει την αλήθεια του. Δε θα διαφωνήσω στο ελάχιστο μαζί της ως προς αυτό. Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ενδιαφέρουσα αυτή αναβίωση του μύθου της Γερακίνας, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να αναζητήσει αναγνώστες σε ένα ευρύτερο ηλικιακά κοινό, ενώ θα ήταν ευχής έργο να συνοδευόταν και από μια εικονογράφηση που θα αξιοποιούσε επαρκέστερα και σε μεγαλύτερη έκταση τις δυνατότητες του κειμένου.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Λίνα Μουσιώνη, Η μεγάλη περιπέτεια του Φι και του Λι

Εικονογράφηση: Βανέσσα Ιωάννου, Ελληνοεκδοτική, Αθήνα 2014

 
 
 
 
Έγραφα την περασμένη εβδομάδα για την Birgitta Sif και τον ήρωα του πρώτου της βιβλίου, τον Όλιβερ, ένα εσωστρεφές αγόρι που αγνοεί πως κάπου μες στην πολύβουη πόλη που περιφέρει τη μοναξιά του υπάρχει κι ένα άλλο παιδί που εκτελεί τις ίδιες παράλληλες μοναχικές διαδρομές με αυτόν. Κι αναπόφευκτα μου ήρθαν στο μυαλό τα δυο βοτσαλάκια του τελευταίου βιβλίου της Λίνας Μουσιώνη, το ένα μαύρο και τ’ άλλο άσπρο, που, αν και κάτοικοι της ίδιας πολύβουης παραλίας, θ’ αργήσουν πολύ να γνωριστούν μεταξύ τους και ν’ αλλάξουν τις πρώτες τους κουβέντες. Οι συγκυρίες θα γίνουν αιτία να μοιραστούν μια μεγάλη θαλασσινή περιπέτεια που θα σφραγίσει τη φιλία τους. Πολύ αλλιώτικα μεταξύ τους, με διαφορετικές καταγωγές, άλλες αναφορές, διαμετρικά αντίθετες οπτικές, θα διαβάσουν αλλιώτικα τις κοινές τους εμπειρίες, ωστόσο μέσα από τη συνύπαρξή τους θα πετύχουν να συνθέσουν έναν ολωσδιόλου δικό τους τρόπο ανάγνωσης του κόσμου, εφευρίσκοντας κοινούς κώδικες επικοινωνίας που ξεπερνούν τις συμβάσεις και μετασχηματίζοντας την πραγματικότητα μέσα από την υπερβατική ματιά των συναισθημάτων. Ακόμα κι όταν χωριστούν αναγκαστικά, η επιθυμία τους για επικοινωνία θα επιστρατεύσει κάθε δυνατό κι αδύνατο μέσο –υλικά απ’ τον παραμυθένιο αλλά κι απ’ τον απτό κόσμο, ιδωμένο μέσα απ’ το φίλτρο της ποίησης και του ονείρου– για να αποκαταστήσει τη χαμένη επαφή.  

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα δυο βοτσαλάκια της υπερβαίνουν τη λογική και αλλάζουν τη χρήση των υλικών του κόσμου για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, έτσι και η συγγραφέας μετασχηματίζει ποιητικά τα υλικά της πραγματικότητας για να μετατρέψει μια συνηθισμένη παραλία σε μαγικό τοπίο, με ανέμους που ταξιδεύουν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στους ανθρώπους, ψάθες-μαγικά χαλιά, φεγγαρακτίνες-τηλέγραφους, συναισθηματικές μπουρούδες, χρώματα και μυρωδιές που πάνε κι έρχονται μαζί με τις εποχές, τους ανθρώπους και τις διαθέσεις, προσδίδοντας μάλιστα στα άψυχα ένα συναισθηματικό βάθος και βάρος που λειτουργεί αντιστικτικά προς τις περαστικές, εφήμερες επιθυμίες των ανθρώπων που διασταυρώνονται μαζί τους, σ’ ένα κείμενο όπου η φαντασία ισορροπεί αρμονικά με την ανάλαφρη, κάποτε χιουμοριστική και αέναα αισιόδοξη διάθεση που ταιριάζει στο παιχνίδι δυο μικρών παιδιών.

Κι αν η υπερβατική ματιά μεταλλάσσει τον κόσμο σ’ ένα φιλόξενο μέρος που γεννά και, κυρίως, συντηρεί αυτή τη φιλία, η τέχνη είναι εκείνη που τελικά θα τη διαιωνίσει. Η τέχνη όχι ως κάτι γενικόλογο και αφηρημένο, αλλά ως δημιούργημα ενός ανθρώπου που, σαν τα δυο πολύπαθα, πολυταξιδεμένα βοτσαλάκια, πρόλαβε να γυρίσει τον κόσμο, να συλλέξει εμπειρίες κι αναμνήσεις, αισθήματα κι όνειρα και να τα αποθέσει όλα σε ένα έργο των χεριών του βασισμένο στην αρμονία των αντιθέτων. Με το άσπρο και το μαύρο για μιαν ακόμα φορά στον πυρήνα του, να σου κλείνουν πονηρά το μάτι θυμίζοντάς σου εκείνο τον τόσο διαφορετικό κι ωστόσο τόσο χαρακτηριστικά ασπρόμαυρο ζωγράφο.

Η εξαιρετική εικονογράφηση της Βανέσσας Ιωάννου δένει μοναδικά με το κείμενο, κατορθώνοντας σε ορισμένα σημεία να πάει ακόμα παραπέρα την ατμοσφαιρική διάθεσή του. Μια πανέμορφη ιστορία, όχι μονάχα για τη φιλία, αλλά και για το πέρασμα του χρόνου, την ομορφιά των μικρών πραγμάτων, τις πολλαπλές κι όχι πάντα ορατές διαστάσεις της πραγματικότητας. Ένα βιβλίο αισιόδοξο, ανθρώπινο και μαζί μαγικό, απ’ αυτά για τα οποία ό,τι κι αν πεις δε θα έχει κατορθώσει να χωρέσει, ή έστω να περιγράψει επαρκώς, την ευφορία που σου γέννησε η ανάγνωσή τους.

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Birgitta Sif, Η Εύη όλο χορεύει και χορεύει


Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014

 
Ανακάλυψα την Birgitta Sif πέρσι, μέσα από τις σελίδες του εκπληκτικού Όλιβερ. Και έπαθα, όπως και πολλοί άλλοι ανυποψίαστοι αναγνώστες της, φαντάζομαι, την πλάκα μου. Τόσα συναισθήματα κλεισμένα σε λιγοστές λέξεις. Τόση δράση στριμωγμένη σε ανεπιτήδευτες εικόνες σαν σκαριφήματα. Κι ο τρόπος που ο «διαφορετικός», ιδιαίτερος ήρωας του βιβλίου βρίσκει διέξοδο στη μοναξιά του σχεδόν υπαγορεύεται, μην πούμε επιβάλλεται, απ’ τον ακριβή συνδυασμό του λιτού κειμένου με την αθόρυβη κι ωστόσο ανατρεπτικά δραστική παρουσία της εικόνας.  

Φέτος η Sif μάς ξαναεπισκέπτεται με μιαν άλλη εσωστρεφή, μοναχική ηρωίδα. Είναι η Εύη που λατρεύει τον χορό. Έχει τον ρυθμό μέσα της. Κι ωστόσο, όταν αισθάνεται πως οι άλλοι τη βλέπουν να χορεύει, νιώθει τέτοια ντροπή ώστε φτάνει να εγκαταλείψει την αγαπημένη της ασχολία. Είναι όμως τόσο εύκολο να αφήσεις να χαθεί ό,τι περισσότερο αγαπάς; Το τραγούδι ενός μικρότερου κοριτσιού στο πάρκο θα ξυπνήσει ξανά στην Εύη την αγάπη για τον χορό, που πια θα συμπαρασύρει, εκτός απ’ την ίδια, κι όποιον βρίσκεται τριγύρω της.

Γι’ άλλη μια φορά η Birgitta Sif αφηγείται τόσο μέσα από τον λόγο της όσο και τις εικόνες της. Αλλά και πάλι η λειτουργία αυτών των δυο δεν είναι ταυτόσημη, καθώς οι δεύτερες συνυπάρχουν με τον πρώτο με τρόπο ειρωνικά αλληλοϋπονομευτικό: Αν οι λέξεις απηχούν τα συναισθήματα της ηρωίδας, η εικόνα και πάλι εμφανίζει μιαν άλλη, πολύ διαφορετική εκδοχή, αυτή της εξωτερικής πραγματικότητας. Για παράδειγμα, όσο κι αν, στις πρώτες σελίδες του κειμένου, η Εύη αισθάνεται ότι όλος ο κόσμος την παρακολουθεί όταν χορεύει κι αυτό της γεννά συστολή, η εικόνα τη διαψεύδει: οι άνθρωποι τριγύρω της μοιάζουν μάλλον απορροφημένοι ο καθένας στα δικά του, παρά επικεντρωμένοι στον χορό της. Αυτό στην πορεία αλλάζει. Καθώς η Εύη ξεπερνά την ντροπή της, η προσοχή κάποιων συγκεκριμένων, επιλεγμένων άλλων τείνει να γίνει, εκτός από πραγματική, και κινητήρια δύναμή της, που μετατρέπει το κέφι της για χορό σε μεταδοτική συνήθεια.

Η Sif, από το πουθενά, μέσα από εικόνες που και πάλι σου γεννούν την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι άλλο από βιαστικά σκαριφήματα, κατορθώνει να χτίσει έναν μαγευτικό κόσμο, γεμάτο χρώμα, κίνηση, κέφι και αισιοδοξία. Η φύση συμμετέχει ενεργά στην ιστορία, με το σμήνος των πολύχρωμων πουλιών να συντροφεύουν παντού την Εύη, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη μεταστροφή της, σ’ ένα βιβλίο που θα πείσει κάθε ντροπαλό του κόσμου τούτου πως η ζωή παραείναι όμορφη για να σπαταληθεί στη μοναξιά ενός κλειστού δωματίου.   

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

W. E. Joyce, Τα φανταστικά ιπτάμενα βιβλία του κου Μόρρις Λέσμορ

Εικονογράφηση: William Joyce, Joe Bluhm, μετάφραση: Μαρία Τοπάλη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014




Ο κύριος Μόρρις Λέσμορ λατρεύει τις λέξεις, τις ιστορίες, τα βιβλία. Η ζωή του είναι το βιβλίο που γράφει ο ίδιος μέρα με τη μέρα. Μια μεγάλη φυσική καταστροφή γκρεμίζει το σπίτι του και σκορπάει τα βιβλία του στους πέντε ανέμους. Μαζί και τη ζωή του. Έπειτα από μέρες απελπισίας και απόγνωσης, τον επισκέπτεται ένα βιβλίο κυριολεκτικά εξ ουρανού και τον οδηγεί σε μια βιβλιοθήκη, όπου τα βιβλία φτερουγίζουν άτακτα αποζητώντας τη φροντίδα του. Η ζωή του μετατρέπεται σε μια καθημερινή περιπέτεια εξερεύνησης κι ανακάλυψης, φροντίδας και μοιρασιάς. Και μαζί δημιουργίας, αφού, όταν κοπάζουν οι ψίθυροι των άλλων βιβλίων, ο κύριος Μόρρις γράφει ακούραστα το δικό του, το βιβλίο της ζωής του. Κι όταν το τελευταίο αυτό κλείσει για πάντα, τα υπόλοιπα βιβλία της μεγάλης βιβλιοθήκης του θα βρουν μέσα του καταγραμμένη όλη την ιστορία, τους φόβους και τα όνειρα του συγγραφέα του. Που κι αυτά με τη σειρά τους θα βρουν σ’ ένα μικρό παιδί τον πρώτο τους αναγνώστη.

Ένα εικονογραφημένο βιβλίο για τη ζωή που μοιάζει με ιστορία κλεισμένη στις σελίδες ενός βιβλίου. Αλλά κι η ιστορία ενός ανθρώπου που αγάπησε κι έζησε μια ολόκληρη ζωή μαζί με τα βιβλία. Ένας φόρος τιμής στο βιβλιοθηκάριο, αλλά και σε κάθε βιβλιόφιλο. Δοσμένο με ποιητική διάθεση κι ευαισθησία, με πλήθος διακειμενικές αναφορές (με κυρίαρχη αυτή στο Μάγο του Οζ), υπέροχες εικόνες (το μάτσο με τα ιπτάμενα βιβλία-μπαλόνια), ισχυρή δόση αυτοαναφορικότητας, και, πάνω απ’ όλα, με την πανταχού παρούσα, μοναδική ικανότητα των βιβλίων όχι μονάχα να λειτουργούν ιαματικά για τις πληγές των ανθρώπων, αλλά και να τους χαρίζουν συναρπαστικά ταξίδια ανακάλυψης του κόσμου κι αυτογνωσίας. Η ζωή γίνεται ιστορία κλεισμένη σ’ ένα βιβλίο, όχι με τρόπο στατικό, ακαδημαϊκό, συμβολικό, αλλά ως ζωντανή πραγματικότητα, ως μια διαρκής περιπέτεια περιπλάνησης και αφήματος στη μαγεία του μυστικού και αόρατου για τους πολλούς. Κι αν το τέλος αυτής της μοναδικής περιπέτειας είναι προδιαγεγραμμένο κι αναπόδραστο, το βιβλίο της ζωής μας είναι αυτό που μένει πίσω να θυμίζει κάτι απ’ το πέρασμά μας σ’ αυτό τον κόσμο, διαιωνίζοντας ταυτόχρονα την αέναη χαρά της ανάγνωσης.

Η εικονογράφηση αποτυπώνει ατμοσφαιρικά την περιπέτεια της ζωής του κύριου Μόρρις, παίζοντας με την παρουσία-απουσία χρώματος, παντρεύοντας αβίαστα ρεαλιστική απόδοση και τολμηρή φαντασία, διαγράφοντας με συναισθηματική ένταση το πέρασμα του χρόνου, ζουμάροντας σε σελίδες και γραμματοσειρές στην απόπειρά της να ακολουθήσει τη βουτιά του κεντρικού ήρωα στον κόσμο του βιβλίου.

Ευτυχής ο κύριος Μόρρις Λέσμορ. Όχι μονάχα γιατί του έλαχε να ζήσει παρέα με τόσα και τόσα βιβλία, και να απαλύνει έτσι τις πληγές της πρότερης ζωής του, αλλά και γιατί του δόθηκε το δώρο να διαιωνίσει την ύπαρξή του μέσα σ’ αυτό το μοναδικής ακρίβειας αποστακτήριο συναισθημάτων, σκέψεων και ονείρων που είναι η λογοτεχνία. Αυτή που κατορθώνει να μεταμορφώνει την ασχήμια σε ομορφιά, το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου σε άφθαρτη στιγμή, τον ασήμαντο εαυτό σε ιδανική αφαίρεση. Ποιος άραγε από μας δε θα ‘θελε να ’χει τη σπάνια τύχη του;

 Κι επειδή η ιστορία του κύριου Μόρρις Λέσμορ και των φανταστικών ιπτάμενων βιβλίων του έχει ειπωθεί εξαιρετικά και σε μια ταινία βραβευμένη με Όσκαρ, δείτε κι αυτό:΅
 
 

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου, Ο Αλέκος στη Χώρα των Παθημάτων

Εικονογράφηση: Χρήστος Δήμος, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)



Μεγάλωσα σ’ ένα μικρό χωριό της ελληνικής επαρχίας σκαρφαλώνοντας μάντρες, εξερευνώντας ρέματα, τρέχοντας σε χωράφια και αυλές. Η σχέση με τη φύση, τα πλάσματα και τα μυστήριά της ήταν μια σχέση αέναης αναζήτησης. Εξάλλου βρίσκονταν όλα τόσο κοντά μας, άλλοτε επιφυλάσσοντας εκπλήξεις, άλλοτε φέρνοντάς μας μια ανάσα από κινδύνους που δε θα θέλατε να σας περιγράψω. Είναι η αλήθεια πως ζώα δε βασάνισα ποτέ. Είδα ωστόσο πολλές φορές γύρω μου άλλα παιδιά να πασχίζουν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους πειραματιζόμενα μαζί τους.

Ο Αλέκος της Γιώτας Αλεξάνδρου είναι ένα τέτοιο παιδί, φιλέρευνο, διψασμένο για γνώση και νέες ανακαλύψεις. Κάτι το ανήσυχο πνεύμα του, κάτι κάποιες μικροπαρανοήσεις σε σχέση με τη δουλειά του επιστήμονα μπαμπά, κάτι οι κακές επιρροές της τηλεόρασης, όλα αυτά μαζί τέλος πάντων, θα θέσουν σε κίνδυνο αρκετά από τα πλάσματα που τον περιβάλλουν στο σπίτι του παππού του. Όταν όμως το παιχνίδι του γυρίσει μπούμερανγκ, ο μικρός θα αντιληφθεί πόσο ζόρικο είναι ο θύτης να μετατρέπεται σε θύμα και πόσο σκληρά μπορεί να εκδικηθεί η φύση εκείνους που πάνε να διαταράξουν τις ισορροπίες της.

Ένα έξυπνο βιβλίο, που θίγει με χιουμοριστική διάθεση το ζήτημα του σεβασμού απέναντι στη φύση και στα πλάσματά της, οδηγώντας το παιδί, μέσα απ’ την ιστορία του Αλέκου, σε περαιτέρω σκέψεις γύρω από τις ανορθόδοξες μεθόδους επιβολής του ανθρώπου πάνω στο φυσικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα, ένα ενδιαφέρον σχόλιο γύρω από την αληθινή φύση των παιδιών, που δεν είναι ούτε άγγελοι ούτε διακοσμητικά αντικείμενα, όπως θα ονειρεύονταν πολλοί γονείς. Τα παιδιά είναι ζωντανοί κι εξελισσόμενοι οργανισμοί, που, πάνω στη λαχτάρα τους να μάθουν και να ανακαλύψουν, επιδεικνύουν συχνά μεγάλη σκληρότητα και πλήρη όσο κι αφελή άγνοια των συνεπειών, ακόμα κι οδυνηρών για τα ίδια και τους άλλους.

Η λογοτεχνική παράδοση –οι αναφορές στην Αλίκη είναι εμφανείς τόσο στον τίτλο όσο και σε άλλα σημεία του κειμένου–, χαριτωμένα λογοπαίγνια, αλλά και, κυρίως, σουρεαλιστικές καταστάσεις που μόνο το μυαλό ενός παιδιού μπορεί να επινοήσει γίνονται τα υλικά με τα οποία χτίζει η συγγραφέας την ξεκαρδιστική ιστορία της, η οποία κατορθώνει με μαεστρία να κινηθεί πάνω στα όρια χωρίς ούτε στιγμή να ξεφύγει απ' αυτά. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός από το ότι παρέχει αμεσότητα και φυσικότητα, επιτείνει τη χιουμοριστική διάθεση, αφού τα εξωφρενικά «κατορθώματα» του Αλέκου χρωματίζονται με μια άκρως διασκεδαστική αφέλεια, ενώ το ανοιχτό, ως ένα βαθμό, τέλος μάς κλείνει πονηρά το μάτι, υπονοώντας πως, όσο κι αν το πάθημα έγινε μάθημα στον νεαρό πρωταγωνιστή, η παιδική δίψα για νέες περιπέτειες παραμένει ακόρεστη.
Όπως άλλωστε κι η μυχια επιθυμία της αφήγησης να μην αποχωριστεί έτσι εύκολα τον σκανταλιάρη ήρωά της...

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Μάνος Κοντολέων, Ο Εέ άπό τ' άστρα

Εικονογράφηση: Αντώνης Καλαμάρας, νέα έκδοση βελτιώμένη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014 (από 8 ετών)



Ανήκω σε μια γενιά παιδιών που μεγάλωσαν με το μυαλό και το βλέμμα καρφωμένο στον μαγικό κόσμο του διαστήματος. Από τη Μάχη των πλανητών ως το Σταρ Τρεκ κι από την Οδύσσεια του διαστήματος ως τον ΕΤ, η γενιά μου χρόνια ταλανίστηκε από το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πώς ένιωσα όταν διάβασα αυτό εδώ το βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για τα παιδιά της δικής μου γενιάς πριν από κοντά τριάντα πέντε χρόνια. Κι ας μην έχει την παραμικρή πρόθεση να απαντήσει, τουλάχιστον με τον τρόπο που εγώ θα 'θελα, στο καυτό ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής που βασάνισε την παιδική μου ηλικία. Ως βιβλίο φαντασίας, αυτή τη θεωρεί δεδομένη. Ο ήρωάς του, ο Εέ, ορατός μονάχα από τα παιδιά, καταφτάνει μια μέρα απ’ το μακρινό Αστέρι των Παιδιών στη Γη κι αλλάζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή δυο αδερφών, της Άννας και του Δημήτρη. Είναι ένα πλάσμα με απίθανες δυνάμεις, ικανό να εκμηδενίσει χρόνους κι αποστάσεις, να μεταμορφώσει κόσμους, να μεταλλάξει ανθρώπινα αισθήματα και συμπεριφορές, προβάλλοντας ολοζώντανο στα μάτια των παιδιών έναν κόσμο ομορφιάς, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, οικολογικής συνειδητοποίησης.

Θα μου πείτε, τι είναι αυτός ο Εέ, κανένας θαυματοποιός; Την απάντηση, νομίζω, θα τη δώσουμε αν διαβάσουμε το σημείωμα του συγγραφέα, εκεί που εξηγεί ότι το μυθιστόρημα αυτό το έγραψε μαζί με παιδιά αναγνώστες του παιδικού περιοδικού Παιδιά γεια χαρά. Αυτά του έδωσαν τους ήρωες και τα επεισόδια μέσα από τα γράμματά τους. Ο ίδιος συνένωσε, συνταίριαξε, έδωσε το λογοτεχνικό χρώμα και την αφηγηματική γραμμή στην ιστορία του. Κι έδωσε, ή τουλάχιστον αίσθησή δική μου είναι πως ο συγγραφέας το έδωσε, και κάτι ακόμα, ένα στοιχείο στην πλοκή που παρακάμπτει με μαεστρία το σκόπελο του να θεωρηθεί ο Εέ ένας κοινός θαυματοποιός: Έτσι, όσο σφοδρή κι αν αναδύεται στο κείμενο η επιθυμία των παιδιών να δουν τον κόσμο τους να μεταμορφώνεται από τις μαγικές δυνάμεις του Εέ, τα θαύματα του εξωγήινου φίλου τους δεν κρατάνε για πολύ. Ο μαγικός του κόσμος, έτσι όπως ξεπετάγεται μέσα από την άχαρη καθημερινότητά τους με υπερρεαλιστικές εικόνες λαμπερής ομορφιάς, φαντάζει περισσότερο σαν προβολή ονείρου παρά σαν παγιωμένη πραγματικότητα. Με κάποιον τρόπο, ο Εέ δείχνει τον δρόμο, κάνει το όνειρο να μοιάσει απτό και εφικτό. Δε σερβίρει έτοιμες λύσεις. Δίνει υπόσταση στο όραμα. Και γι' αυτό κι η δική του παραμονή στη Γη δεν είναι παρά μόνο προσωρινή, μια παρένθεση στην ασχήμια, μια ανάσα ελπίδας, ένας αντικατοπτρισμός ενός άλλου κόσμου, μακρινού κι ωστόσο εν δυνάμει υπαρκτού.

Εκσυγχρονισμένη, τεχνολογικά ενημερωμένη και βελτιωμένη, αυτή η νέα έκδοση του Εέ από τ’ άστρα σε αφήνει εντέλει με μια γλυκόπικρη αίσθηση: Από τη μια, χαμογελάς στη σκέψη πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η άδολη επιθυμία των παιδιών για έναν καλύτερο κόσμο θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Κι από την άλλη, συνειδητοποιείς πως η γενιά παιδιών για την οποία και με την οποία γράφτηκε αυτό το βιβλίο, η δική σου γενιά, κληροδοτεί με προθυμία στα δικά της παιδιά τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες παθογένειες που κάποτε ήθελε κι η ίδια να εξαλείψει. Κι υποψιάζεσαι, χωρίς ωστόσο να θες να το πιστέψεις, με το βλέμμα πια όχι στ’ αστέρια αλλά στον κόσμο που σε περιβάλλει, πως ίσως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση να μην είναι άλλο από ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή απ’ το Αστέρι των Παιδιών, εκεί που όλα είναι λαμπερά, θαυμαστά κι αιώνια, εδώ κάτω, στον Πλανήτη Γη.