Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Quentin Gréban, Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας

Μετάφραση: _ , Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 3 ετών)

 
  

Το βιβλίο του Quentin Gréban είναι αυτό ακριβώς που λέει: μία μέθοδος για να εκπαιδεύσετε το μαμούθ σας. Το μικρό μαμούθ σας για την ακρίβεια. Όσο μικρό μπορεί να είναι αυτό. Όσο υπαρκτό μπορεί να είναι ένα μαμούθ στις μέρες μας. Και, στην τελική, όσο κατοικίδιο μπορεί να είναι το εν λόγω ζωάκι.

Γιατί μαμούθ λοιπόν; Γιατί ένα γιγαντιαίο ζώο χρόνια εξαφανισμένο από τη Γη; Γιατί όχι γατάκι, σκυλάκι, καναρινάκι, χαμστεράκι, κάτι μικρό και χαδιάρικο, βολικό και προσαρμοστικό;
 
Ίσως γιατί στο κεφάλι ενός εικονογράφου που είναι και συγγραφέας οι εικόνες να προηγούνται των λέξεων. Κι η εικόνα ενός μαμούθ ως κατοικίδιου –πολλώ δε μάλλον όταν η λιλιπούτεια ιδιοκτήτριά του πρέπει να του διδάξει κι ένα σωρό κανόνες…– είναι από μόνη της τόσο εξωφρενική ώστε να αποδειχτεί εξαιρετικά ελκυστική για τα παιδιά, που γυρεύουν να ανακαλύψουν πώς στο καλό θα λειτουργήσει αυτό το φιλόδοξο παιδαγωγικό εγχείρημα.

Τα πράγματα είναι απλά: Από το μια το κείμενο, δέκα συμβουλές όλες κι όλες, για την κοινωνικοποίηση, το πρόγραμμα, τη διατροφή, τον ύπνο, την καθαριότητα, την υγιεινή, την άθληση, την ψυχαγωγία και τη δημιουργική έκφραση του μικρού μαμούθ. Πάνω κάτω οι ίδιες που θα έδινε κανείς και σε μια μαμά για τη φροντίδα και το μεγάλωμα του παιδιού της. Κι από την άλλη η εικονογράφηση: ανατρεπτική, διασκεδαστική, υπονομευτική. Το κοριτσάκι πασχίζει να εφαρμόσει στο κατοικίδιό του τους κανόνες. Όσο για το καημένο το μαμούθ, δε λες ότι δεν είναι συνεργάσιμο, δε λες ότι δε θέλει να μάθει ή δεν το διασκεδάζει, αλλά, όπως και να το κάνουμε, είτε λόγω μεγέθους είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας είτε λόγω παιδικής αδεξιότητας, τα ψιλοκάνει μαντάρα. Έτσι, όσο πιστά κι αν εφαρμόζεται ο κανόνας στα χαρτιά, το αποτέλεσμα, δοσμένο απ’ την εικόνα, είναι τουλάχιστον διασκεδαστικό, ενίοτε και καταστροφικό!

Έξυπνος τρόπος για να αποτυπωθούν αβίαστα οι κανόνες της καθημερινής ρουτίνας στο κεφαλάκι ενός μικρού παιδιού. Αλλά και να απενοχοποιηθεί το ίδιο για τις δικές του αδεξιότητες και μικροζημιές. Άλλωστε, τι να τα λέμε, εκπαιδεύτρια κι εκπαιδευόμενος μοιάζουν τόσο πολύ! Θα το παραδεχτεί η μικρή αφηγήτρια στο τέλος του βιβλίου. Ίσως έχει ήδη προλάβει να σας το ξεφουρνίσει κάπου εκεί στα μισά της ιστορίας και το δικό σας μικρό («Κοίτα, μαμά, το κοριτσάκι πρέπει να φροντίζει το μαμούθ του σαν να είναι κι αυτό παιδάκι!»).
Κι αν τυχόν είναι πολύ ψαγμένος και έμπειρος αναγνώστης, φτάνοντας στο προτελευταίο σαλόνι, εκεί που το μαμούθ έχει πασαλειφτεί με μπογιές, παραπέμποντας στο διάσημο πολύχρωμο ήρωα του David McKee, το βλαστάρι σας μπορεί να σας πετάξει και την ατάκα που θα στείλει στους εφτά ουρανούς κάθε πωρωμένη βιβλιόφιλη μάνα: «Μαμά, κοίτα, το μαμούθ ζωγραφίστηκε Έλμερ!»

Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας λοιπόν, ή, αλλιώς, πώς να εισαγάγετε το πιτσιρίκι σας, μεταξύ άλλων, ΚΑΙ στις έννοιες της λογοτεχνικής επιρροής και της διακειμενικότητας…        

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Τζον Μπόιν, Μπάρναμπι Μπρόκετ

Εικονογράφηση: Όλιβερ Τζέφερς, μετάφραση: Μαλβίνα Αβαγιανού, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 11 ετών)

 
 


Ο Μπάρναμπι Μπρόκετ είναι το τρίτο παιδί μιας καθ’ όλα συνηθισμένης, αξιοσέβαστης και βαρετής οικογένειας, ωστόσο ο ίδιος, από τη στιγμή που γεννιέται, δε φαντάζει καθόλου βαρετός και συνηθισμένος, αφού αιωρείται, αψηφώντας τους νόμους της βαρύτητας. Πανικόβλητοι, οι γονείς του προσπαθούν να το κρύψουν, απομονώνοντάς τον στο σπίτι, στέλνοντάς τον σε ένα σχολείο για «ιδιαίτερα παιδιά» ή φορτώνοντάς τον με δυσβάσταχτα βάρη για να τον κρατήσουν στη γη. Δε δίνουν μία για τα ταλέντα και τα ενδιαφέροντά του, όπως η αγάπη του για το διάβασμα. Στη δική τους αντίληψη για τον κόσμο, οτιδήποτε ξεπερνάει το μέτριο είναι καταδικαστέο, ενώ ουκ ολίγες φορές αποδίδουν την ιδιαιτερότητα του Μπάρναμπι σε ισχυρογνωμοσύνη και απείθεια. Ώσπου μια μέρα, απαυδισμένοι, αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν αφήνοντάς τον να φύγει ψηλά στον ουρανό… Εκεί στους αιθέρες θα τον ψαρέψει ένα αερόστατο με δυο γηραιές κυρίες, κι η γνωριμία του παιδιού μαζί τους θα σταθεί η αφορμή για ένα μαγικό ταξίδι σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου: Νότια και Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Αφρική, ακόμα και στο διάστημα θα φτάσει η χάρη του! Στην περιπλάνησή του, θα κάνει ένα σωρό φίλους που θα τον βοηθήσουν στα δύσκολα, θα σταθεί κι ο ίδιος βοηθός για πολλούς από αυτούς, θα αντιμετωπίσει κινδύνους και απρόβλεπτες καταστάσεις, ακόμα και παλιούς, χαμένους φίλους θα ξανανταμώσει! Κι όλα αυτά ενώ εκεί πίσω στην πατρίδα του την Αυστραλία κάποιοι, αμήχανοι αλλά αμετανόητοι, εξαφανίζουν κάθε αποδεικτικό στοιχείο της πρόθεσης του ιπτάμενου πιτσιρικά να επιστρέψει στα πάτρια, ενώ κάποιοι άλλοι τον νοσταλγούν, χάνουν το κέφι τους και τη διάθεσή τους τσακισμένοι από την απουσία του…

Ξαναγυρνάμε στον Μπάρναμπι, του οποίου ο διακαής πόθος είναι η επιστροφή στο λατρεμένο του Σίδνεϊ. Θα τα καταφέρει τελικά να γυρίσει, και μάλιστα μέσω διαστήματος! Κι όχι μονάχα αυτό: Το φινάλε του ταξιδιού του μπορεί να μην του χαρίσει το θαύμα που προσδοκά, θα του παράσχει ωστόσο ιατρική λύση στο πρόβλημά του. Αλήθεια, πώς θα σας φαινόταν ένας «προσγειωμένος» Μπάρναμπι; Τι το μοναδικό, ιδιαίτερο, συναρπαστικό θα είχε η συναναστροφή μαζί του; Και το ταξίδι του; Θα είχε ποτέ πραγματωθεί αν ο μικρός υπάκουε αυστηρά στους νόμους της βαρύτητας; Κάπως έτσι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας αντιλαμβάνεται ότι, αν δεν ήταν αυτός που είναι, τίποτα από τα θαυμαστά που έζησε, κανένας απ’ τους ανθρώπους που αντάμωσε δε θα είχε βρεθεί στο δρόμο του. Συνειδητοποιεί ότι δικοί μας είναι εκείνοι που μας δέχονται έτσι ακριβώς όπως είμαστε – και κανένας άλλος. Κι αυτό θα αποδειχθεί έμπρακτα στο απογειωτικό φινάλε του βιβλίου, καθώς στην απόφασή του να τραβήξει το δικό του δρόμο θα τον ακολουθήσει συνειδητά εκείνος που περισσότερο απ’ όλους πόνεσε στη διάρκεια της απουσίας του.

Έντονα αντιρεαλιστικά στοιχεία από τον Τζον Μπόιν, με πρώτο και καλύτερο το διαζύγιο που έχει πάρει ο ήρωάς του με τη βαρύτητα! Η χρήση αντιρεαλιστικών στοιχείων μέσα σε ένα τυπικά ρεαλιστικό πλαίσιο αποδεικνύεται ευφυής, αφού απαλύνει ικανοποιητικά τη σκληρή πραγματικότητα –ένα παιδί που δεν το θέλουν οι γονείς του–, σε αρκετές περιπτώσεις προωθεί αβίαστα την πλοκή –όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την έξω από κάθε λογική περιπλάνηση του μικρούλη στο διάστημα, αλλά και με το γεγονός ότι, αν και οχτώ χρονών, περιφέρεται από χώρα σε χώρα με αεροπλάνα και βαπόρια χωρίς ποτέ κανείς να του ζητήσει διαβατήριο–, επί της ουσίας απλοποιεί τόσο τα πράγματα ώστε να αφεθεί απρόσκοπτα ο αναγνώστης στη μαγεία της περιπέτειας. Σε κάποιες περιπτώσεις η επιλεκτικότητα στη διαχείριση πρακτικών ζητημάτων είναι κραυγαλέα, όπως συμβαίνει όταν ο Μπάρναμπι ξεμένει από λεφτά για ταξί, πράγμα που πάντως δεν τον εμποδίζει αμέσως μετά να μπει χωρίς εισιτήριο σε ένα στάδιο… Είναι κι αυτός, νομίζω, ένας από τους τρόπους του συγγραφέα να απαλλάξει το μυθιστόρημά του από το βάρος ενός μέρους της πραγματικότητας. Όσο για το χιούμορ, άλλοτε υποδόριο κι άλλοτε σαρκαστικό και πικρό, δεν αποφορτίζει μόνο, αλλά γίνεται και το εργαλείο για να βγει στην επιφάνεια η ανθρώπινη σκληρότητα σε όλο της το μεγαλείο και να ειπωθούν αβάσταχτες, οδυνηρές αλήθειες.

Η διαχείριση των χαρακτήρων παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Σε ό,τι αφορά τον πρωταγωνιστή, για παράδειγμα, κινητήρια δύναμή του είναι η ικανότητά του να επιβιώνει βασισμένος στις δυνάμεις του, η παιδική του αισιοδοξία, η καλοσύνη του κι η πεποίθησή του πως αιτία των περιπετειών του υπήρξε ένα ατυχές συμβάν, όχι η συνειδητή απόφαση των γονιών του να τον διώξουν από κοντά τους. Μπορεί βαθιά μέσα του να έχει τις αμφιβολίες του, πάντως αυτό δε θα κλονίσει την απόφασή του να γυρίσει πίσω, ούτε θα τον εμποδίσει να βοηθήσει τους ανθρώπους που θα συναντήσει να αποκαταστήσουν τις χαμένες ισορροπίες με τις δικές τους οικογένειες. Η σταδιακή του ωρίμανση επιτυγχάνεται μέσα από τις πολλές διαφορετικές του εμπειρίες στη διάρκεια του ταξιδιού του, καθώς χάρη σ’ αυτές ανακαλύπτει ότι υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που και τον αποδέχονται αλλά και τον χρειάζονται.

Οι περισσότεροι από τους καινούριους του φίλους, βλέπετε, είναι άνθρωποι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «ιδιαίτεροι», είτε επειδή έχουν κάνει επιλογές ζωής που απέχουν από τις συνήθεις, είτε επειδή έχουν αποφασίσει να καλλιεργήσουν ένα ταλέντο, είτε γιατί έχουν κάποια σωματική αναπηρία – πάντοτε όμως, ακόμα κι αν έχουν πετύχει στη ζωή, βαθιά μέσα τους χάσκει μια πληγή, αφού για να κυνηγήσουν το όνειρό τους χρειάστηκε να αποκοπούν ολοκληρωτικά από τις απορριπτικές οικογένειές τους. Η συνάντηση του Μπάρναμπι μαζί τους θα μπορούσε να εκφυλιστεί σε βαρετή περιπτωσιολογία, αν ο συγγραφέας δεν είχε ενσωματώσει στη ροή της βασικής αφήγησης, ως αποτέλεσμα κάποιας αιφνίδιας μεταστροφής στην περιπλάνηση του ήρωά του, την εμφάνιση καθενός τους. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι οι ιστορίες τους μένουν ανοιχτές, αφού πάντοτε ο αποχωρισμός τους από τον μικρό πρωταγωνιστή τούς αφήνει στα πρόθυρα ενός μεγάλου βήματος που εμείς απλώς φανταζόμαστε ότι θα συμβεί. Αν μάλιστα αναλογιστούμε την ομοιότητα που διαθέτει καθεμιά από αυτές τις ιστορίες με την προσωπική περιπέτεια του ίδιου του Μπάρναμπι –γονεϊκή απόρριψη–, ο ατελής τους χαρακτήρας ενισχύει το αίσθημα αισιοδοξίας και προσμονής για το αίσιο τέλος και της δικής του περιπλάνησης.

Όσο για τους απίθανους γονείς του μικρού, τι να πει κανείς γι’ αυτούς τους τύπους; Άραγε δεν υπάρχουν ελαφρυντικά για την εξωφρενική στάση τους; Ω, μα ναι! Οι δικοί τους καταπιεστικοί, απαιτητικοί γονείς, που, θέτοντας στα παιδιά τους δυσθεώρητους στόχους, τα έκαναν να επιδιώκουν την πλήρη αφάνεια και μετριότητα για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Όλοι κουβαλάμε τις πληγές μας τελικά. Το ζητούμενο είναι πώς τις διαχειριζόμαστε ώστε να μη μεταλλασσόμαστε από θύματα σε θύτες των άλλων. Κι οι γονείς του Μπάρναμπι Μπρόκετ, δυο καρικατούρες «καθωσπρέπει» ανθρώπων, είναι δυστυχισμένα πλάσματα που έχουν επιλέξει ως στάση ζωής τη λογική του κουκουλώματος και της δήθεν κανονικότητας σε μια απόπειρα απόδρασης από την τραυματική παιδική τους ηλικία.

Δεκαπέντε ασπρόμαυρες εικόνες από τον Όλιβερ Τζέφερς και τρεις καρτ ποστάλ γραμμένες απ’ το «χέρι» του ήρωα συνοδεύουν το κείμενο. Ο Τζέφερς σε κάποια σημεία παίρνει τις ελευθερίες του, όπως στην εικόνα του Μπάρναμπι στο διάστημα, η οποία απέχει από την περιγραφή που δίνει το κείμενο. Αλλού μας κλείνει πονηρά το μάτι με αναφορά στην εικονογράφηση των δικών του βιβλίων – όπως συμβαίνει με εκείνο το ελάφι με τα σαν ξύλα ποδαράκια μέσα στο πάρκο, που κάτι μας θυμίζει…

Ο Μπάρναμπι Μπρόκετ οφείλει τη γοητεία του στο ότι είναι ένα κράμα πολλών διαφορετικών πραγμάτων: από τη μια ένα βιβλίο διασκεδαστικό, περιπετειώδες, γεμάτο ανατρεπτική φαντασία, από την άλλη μια προσωπική ιστορία απόρριψης σκληρά αποκαλυπτική, οδυνηρά αληθινή. Πάνω απ’ όλα όμως το βιβλίο του Μπόιν είναι βαθιά αισιόδοξο απ’ την αρχή του ως το ασυμβίβαστο φινάλε του, εκεί που το Σίδνεϊ, «η πιο υπέροχη πόλη του κόσμου», η Ιθάκη που έδωσε στον πρωταγωνιστή το ωραίο ταξίδι, αντί να σηματοδοτήσει το τέλος –έστω και συμβατικά ή συμβιβαστικά ευτυχές– της διαδρομής, γίνεται η αφετηρία για μια νέα βουτιά στον υπέροχο απέραντο κόσμο, μια βουτιά που είναι αδύνατον να τη χαρείς αν δεν έχεις αγαπήσει κι αποδεχτεί ολοκληρωτικά αυτό τον εαυτό που κουβαλάς μέσα σου.      

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Μαρία Αγγελίδου, Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 9 ετών)

 
 



Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί, ενώ τα βιβλία μυθολογίας για παιδιά κυκλοφορούν σε αφθονία, τα αντίστοιχα βιβλία ιστορίας είναι αισθητά λιγότερα; Η απάντηση, νομίζω, είναι προφανής: Η μυθολογία σού παρέχει μια ιστορία έτοιμη: υπόθεση, πλοκή, ήρωες, συχνά ακόμα και ηθικό δίδαγμα. Αντιθέτως, η ιστορία, ως παράταξη πραγματικών γεγονότων, και παρά τις αιτιακές συνδέσεις που τη διέπουν, δεν παύει να είναι έρμαιο του τυχαίου, του αναπάντεχου: Σου πεθαίνει, για παράδειγμα, στα καλά του καθουμένου ο βασικός πρωταγωνιστής κι εσύ τρέχεις και δε φτάνεις! Αφήνω τις διαφορετικές ερμηνείες κι εκτιμήσεις, τις αναπόφευκτες συναισθηματικές αποχρώσεις, ακόμα και τις μυστικές ή ασαφείς πτυχές των ίδιων των γεγονότων… 
Η συγγραφέας των Ιστοριών που τις είπε ο πόλεμος φαίνεται πως είχε κατά νου όλες αυτές τις δυσκολίες όταν ξεκίνησε να καταγράψει στιγμές από τους πολέμους Ελλήνων και Περσών σ’ ένα βιβλίο που περιλαμβάνει τέσσερα κεφάλαια: τα τρία πρώτα αφορούν τις μάχες του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας· το τέταρτο κάνει ένα άλμα στο χρόνο και μας πάει στη μάχη του Αλέξανδρου με το Δαρείο τον Γ’ στα Γαυγάμηλα. Τέσσερις μάχες με τους ίδιους λαούς αντιμέτωπους, αλλά με διαφορετικούς κάθε φορά πρωταγωνιστές, σε διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικούς όρους. Ποια είναι η συνδετική γραμμή ανάμεσά τους; Μα ο κοινός αφηγητής. Που δεν είναι όποιος κι όποιος, αλλά ο καθ’ ύλην αρμόδιος να μιλήσει για τέτοια ζητήματα: ο κυρ Πόλεμος αυτοπροσώπως!
Κι αν κάτι μας ξεκαθαρίζει εξαρχής ο αφηγητής μας, είναι ότι κάθε μάχη είναι ένας άλλος κόσμος, μια άλλη ιστορία. Ότι δεν υπόκειται σε κατηγοριοποιήσεις και κανόνες. Αυτό καθιστούν σαφές και οι τίτλοι των τεσσάρων επιμέρους κεφαλαίων: τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι ομοιόμορφες, τυποποιημένες ιστορίες βαλμένες στην αράδα, που περιμένουν από σένα να τις θυμηθείς με βάση μονάχα ονόματα κι ημερομηνίες· καθένα έχει τη δική του, μοναδική υπόσταση: άλλες μάχες κερδίζονται με την τρεχάλα, σ’ άλλες θριαμβεύουν οι νικημένοι και σ’ άλλες οι νικητές, κάποιες άλλες, πάλι, με διαφορετικές προθέσεις ξεκινάνε κι αλλιώς καταλήγουν…
Κάποτε ο τίτλος μπορεί να υποδεικνύει και τον βασικό αφηγηματικό άξονα, το εύρημα εκείνο που μπολιάζει τα ιστορικά γεγονότα μεταλλάσσοντάς τα σε συνεκτικές αφηγήσεις. Όπως γίνεται στην περίπτωση της μάχης που κερδήθηκε τρέχοντας – γνωστής και ως μάχης του Μαραθώνα. Άντε μετά από τόση τρεχάλα να βρεθεί έστω και μισό παιδί που να μην έχει εμπεδώσει αυτό το θαυμαστό επίτευγμα ανθρώπινης θέλησης! Άλλοτε το στίγμα το δίνει μια –φαινομενικά ασήμαντη– λεπτομέρεια, όπως η ιεροτελεστία της φροντίδας της κόμης πριν από τη μάχη, όπως γίνεται στην εξιστόρηση της μάχης των Θερμοπυλών, κι άλλοτε μια χαρακτηριστική φράση ενός ηγέτη που μπορεί να αλλάξει διαμιάς τον ρου των γεγονότων.
Μόνο που στις αφηγήσεις υπάρχουν και τα πρόσωπα, αυτοί που κινούν τα νήματα. Γι’ αυτό και ανάλογη έμφαση δίνεται στην παρουσίαση των ιδιαίτερων χαρακτηρολογικών στοιχείων αλλά και στην αντιπαράθεση της ψυχοσύνθεσης των μεγάλων πρωταγωνιστών (Ξέρξης-Λεωνίδας, αλλά και Ξέρξης-Θεμιστοκλής, όπως και Αλέξανδρος-Δαρείος Γ’). Από κει και πέρα, μες στις αδρές αυτές γραμμές μπορούν να χωρέσουν περίπου τα πάντα: οι ιδιαίτερες συνθήκες των μαχών, οι αναπάντεχες εφορμήσεις του τυχαίου στο ρου των γεγονότων, οι πολιτισμικές διαφορές των λαών, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο ρόλος δευτερευόντων προσώπων και γεγονότων. Μπορούν να διαφανούν οι αιτίες – ή έστω κάποιες από αυτές. Αλλά και να αποκατασταθούν παρεξηγήσεις, απόρροια μάλλον συναισθηματικής φόρτισης, όπως η αντίληψη ότι ο Δαρείος ή ο Ξέρξης ήταν βασιλιάδες της πλάκας… Ακόμα και να διατυπωθούν νύξεις για τον τρόπο με τον οποίο γράφεται τελικά η ιστορία – με τις αναφορές στις μάχες που δίνονται στα βάθη των βιβλίων!
Χιούμορ αλλά και κριτική διάθεση, προσήλωση στα γεγονότα αλλά και αποστασιοποίηση από πολεμοχαρείς κι εθνικιστικές εμμονές, μια νηφάλια ματιά μέσα από ένα σύγχρονο αλλά και βαθιά ανθρώπινο πρίσμα.  
Κι ερχόμαστε στην εικονογράφηση: Για την Ίριδα Σαμαρτζή έχω την αίσθηση ότι, όσο ετερόκλητα κι αν είναι τα βιβλία που καλείται κάθε φορά να εικονογραφήσει, έχει την ικανότητα, χωρίς να προδίδει στο ελάχιστο το προσωπικό καλλιτεχνικό της στίγμα, να αποτυπώνει με εκπληκτική ακρίβεια το πνεύμα του εκάστοτε κειμένου. Όχι σχολιάζοντας αλλά συνδημιουργώντας. Εδώ, για παράδειγμα, η εικονογράφηση θυμίζει ανασκαφή: εικόνες αλλά και θραύσματα εικόνων· αναφορές σε αρχαιοελληνικά μοτίβα και τεχνοτροπίες· σπαράγματα χαρτών, αγαλμάτων και αγγείων· αλλά και χρωματικές αντιθέσεις δηλωτικές της αντιπαράθεσης των δύο πολιτισμών. Με δυο λόγια, η αποσπασματικότητα μιας ιστορίας που έφτασε ως τις μέρες μας μέσα από ό,τι κατόρθωσε να διασωθεί από τη μήνι του χρόνου και των ανθρώπων.
Τις Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος τις αγόρασα πριν από λίγους μήνες για να τις δωρίσω σ’ ένα γνωστό μου δεκάχρονο παιδάκι το οποίο απεχθανόταν την ιστορία. Υποψιαζόμουν ότι γι’ αυτή την απέχθεια δεν έφταιγε ούτε η ιστορία ούτε το παιδί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο είχαν επιλέξει να του την επιβάλουν: αποστειρωμένη, αποκομμένη από τα πάντα, νεκρή. Εγώ, από την άλλη, ήθελα να του δώσω να καταλάβει πως ό,τι καταγράφηκε ως ιστορικό γεγονός στο πέρασμα του χρόνου έλαβε χώρα όχι σε κάποιο διαστημικό τοπίο ούτε σε μια στιγμή αποκομμένη από το χρόνο, αλλά κάπου εδώ δίπλα, σε μιαν ώρα σαν και τούτη. Ότι εκείνος ο μακρινός Μαραθώνας ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν που είχε πάει πολλές φορές για κολύμπι, ότι εκείνη η ηρωική Σαλαμίνα είναι το νησάκι που πετάχτηκε άλλες τόσες φορές για μια κυριακάτικη εκδρομή. Ομολογώ ότι όταν διάβασα το βιβλίο μετά βίας αντιστάθηκα στην παρόρμηση να γράψω γι’ αυτό. Σκέφτηκα να το παρουσιάσω κάποια στιγμή στο μέλλον μαζί με όλα τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς. Αν αποφάσισα τελικά να μιλήσω μόνο γι’ αυτό σήμερα, ήταν επειδή, όταν καταστάλαξε η πρώτη εντύπωση στο μυαλό μου, θεώρησα ότι, εντάσσοντάς το σε ένα ευρύτερο σύνολο, θα αδικούσα τη μοναδικότητά του, θα κατέπνιγα ενδεχομένως την αυθεντικότητα της φωνής του αφηγητή του. Αυτής της φωνής που σ’ ένα σημείο του βιβλίου ενδίδει στη συγκίνηση από την απέλπιδα προσπάθεια του Λεωνίδα, των Σπαρτιατών και των Θεσπιέων στις Θερμοπύλες. Και που κάπου αλλού μας υπενθυμίζει, σχεδόν τρυφερά, ότι η «μάχη που κερδήθηκε τρέχοντας» έγινε «μια γλυκιά μέρα του Σεπτέμβρη» σαν και τη σημερινή, σε μια παραλία λίγα χιλιόμετρα από το σημείο όπου γράφονται οι τελευταίες λέξεις αυτής εδώ της ανάρτησης.
 
 
 

 

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ελένη Πριοβόλου, Ο τρυφεράκανθος

Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου, Καλέντης, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)




Ο τρυφεράκανθος ζει σ’ ένα πανέμορφο λιβάδι. Έχει φίλους τον ήλιο, το φεγγάρι, τον αέρα, το ουράνιο τόξο. Εσωστρεφής, ντροπαλός, διαισθητικός και ονειροπόλος όμως καθώς είναι, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τα άλλα ζωντανά του λιβαδιού, που τον κοροϊδεύουν. Οι φίλοι του, ο ήλιος, ο αέρας, η ίριδα και το φεγγάρι, τον στηρίζουν λέγοντάς του ότι τους αρέσει ακριβώς όπως είναι, ωστόσο αυτός αποφασίζει να αλλάξει, να προξενεί το φόβο στους άλλους. Και με τη βοήθεια του ξωτικού του δάσους, μεταμορφώνεται σε ακανθόχοιρο, σκορπώντας πόνο γύρω του, βλάπτοντας όχι μονάχα εκείνους που τον κοροϊδεύουν αλλά και τους ίδιους τους φίλους του, που παίρνουν των ομματιών τους από το λιβάδι, οδηγώντας και τους υπόλοιπους κατοίκους του στην απόφαση να ξενιτευτούν. Ο τρυφεράκανθος συνειδητοποιεί το λάθος του και, κατορθώνοντας να ανακαλύψει βαθιά μέσα του ένα κομμάτι του παλιού του εαυτού, ξαναβρίσκει την πρώτη του μορφή, φέρνοντας πάλι τη χαρά και τη ζωή στο λιβάδι.

Η βία, ακόμα και λεκτική, ακόμα και ακούσια, παράγει βία, μας λέει η Ελένη Πριοβόλου. Κάποτε μάλιστα βία πολλαπλάσια της αρχικής, ανεξέλεγκτη, τυφλή. Όταν ο ήρωάς μας αποφασίζει να αλλάξει, στόχος του είναι απλώς να τρομάξει αυτούς που τον περιγελούν. Μόνο που καταλήγει να γίνει αποκρουστικός κι επικίνδυνος ακόμα και για τους αγαπημένους του, για τον ίδιο του τον εαυτό. Το χειρότερο, από θύμα γίνεται θύτης, κατηγορούμενος, υπόλογος απέναντι σε κείνους που πρώτοι τον αδίκησαν.

Δηλαδή η ειρωνεία, ο εμπαιγμός, η κοροϊδία δεν είναι μορφή βίας; θα μου πείτε. Φυσικά και είναι, και μάλιστα βία ύπουλη και βασανιστική. Μόνο που ο τρυφεράκανθος δε στέκει απροστάτευτος απέναντι στην ανόητη, αφελή, ενδεχομένως και ζηλόφθονη στάση των πλασμάτων του λιβαδιού: έχει τη ζεστασιά και την αγάπη φίλων καλών κι αγαπημένων’ την εξήγηση της σοφής κουκουβάγιας («ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν το κοροϊδεύουν»)’ αλλά και την έγκαιρη προειδοποίηση του ξωτικού του δάσους («Όταν σε φοβούνται… δε θα σ’ αγαπούν»). Κι όμως, εμμένει στην απόφασή του να γίνει μισητός. Και φυσικά το πληρώνει. Όταν μάλιστα πάει να εκφράσει το παράπονό του στα πλάσματα του λιβαδιού για τη συμπεριφορά τους, εκείνα αποσείουν την ευθύνη ισχυριζόμενα πως «απλώς έπαιζαν». Να σας πω την αλήθεια, εμένα δε με πείθουν εντελώς. Ίσως μάλιστα ο μικρός αναγνώστης, έχοντας συμπονέσει τον τρυφεράκανθο στην αρχή της ιστορίας, να περίμενε τουλάχιστον από μέρους τους μια παραδοχή και των δικών τους ευθυνών, που όμως δεν έρχεται ποτέ. Ευτυχώς έχει προηγηθεί η εξήγηση της κουκουβάγιας, αυτό το «δεν μπορούν να καταλάβουν», που τους παρέχει ένα ελαφρυντικό για τη στάση τους. Όσο για τον τρυφεράκανθο, η πορεία επιστροφής του προς τον πρότερο εαυτό του θα αποδειχθεί μοναχική και επώδυνη. Κανένα στοιχείο της φύσης δε θα διευκολύνει το δρόμο του, κανένα ξωτικό δε θα ζωντανέψει από τη δύναμη της διαίσθησής του. Η βύθιση στον εαυτό του, η συνειδητοποίηση του λάθους του είναι αυτές που θα ξαναφέρουν στην επιφάνεια αυτό που κάποτε ήταν, αποκαθιστώντας τις ισορροπίες στο λιβάδι.

Η συγγραφέας ζωντανεύει τον φυσικό κόσμο επιστρατεύοντας χρώματα, ήχους, ευωδιές και την πολυμορφία της πανίδας με έμφαση στα μικρά πλασματάκια, ενώ ανεμόσκαλες, βροχοκλωστές και βροχοσκάλες κάνουν δυνατή την επικοινωνία με τα φυσικά και υπερφυσικά στοιχεία, μεταλλάσσοντας το λιβάδι σε ένα θαυμαστό τοπίο όπου η μαγεία γίνεται απτή μόνο χάρη στην ιδιαίτερη ευαισθησία αυτού που την αναζητά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου, απόλυτα εναρμονισμένη με το κείμενο, δίνει το απαραίτητο χρώμα και βάθος, ζωντανεύοντας το σκηνικό και τους κατοίκους του και αποτυπώνοντας διαθέσεις και συναισθήματα χάρη στην εναλλαγή ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σε χρώματα και υφές, με εξαιρετικό για άλλη μια φορά αποτέλεσμα.

Ο Τρυφεράκανθος δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για το σεβασμό στη διαφορετικότητα ή για τις πολλές κι αλληλένδετες μορφές της βίας. Επιπλέον, θίγει καίρια ζητήματα αυτογνωσίας (είμαστε συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας ανεξάρτητα από το τι λένε οι άλλοι για μας;), ανθρώπινων σχέσεων (είναι δυνατόν να μας καταλαβαίνουν όλοι;), αλλά και ατομικής επιλογής και ευθύνης (είναι αρκετή η βία των άλλων για να δικαιολογήσει αντίστοιχες δικές μας συμπεριφορές και αποφάσεις;). Η απουσία διδακτισμού μπορεί να συνεπάγεται λίγο περισσότερο παίδεμα κατά την ανάγνωση, αν και στο δικό μας σπίτι οι συζητήσεις γύρω από το συγκεκριμένο βιβλίο υπήρξαν αρκούντως παραγωγικές, κάνοντάς μας να συνδέσουμε την ιστορία του τρυφεράκανθου με στιγμές από τη δική μας πραγματικότητα αλλά και δίνοντας πάντα στην ερμηνεία μας μια καινούρια οπτική ή απόχρωση που την προηγούμενη φορά μάς είχε διαφύγει.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Βιβλιόφιλοι από κούνια! (Βιβλία για παιδιά από 1 έτους)


Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, κι αν δεν προπονήσεις ένα παιδί από τη βρεφική του ηλικία στις καλές αναγνωστικές συνήθειες, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει στο μέλλον. Επειδή λοιπόν κάποιες φίλες μου με ρωτάνε ποια βιβλία προτείνω για την εγκύκλια μόρφωση των βρεφών τους, ιδού ορισμένοι τίτλοι για πολύ, πολύ μικρά παιδάκια, ικανοί πάντως να ξεμυαλίσουν και πιο ώριμους αναγνώστες:

Σειρά Βρες με! Εκδόσεις Ψυχογιός, Μετάφραση: _, Αθήνα 2011-2013 





 Σειρά τεσσάρων –για την ώρα– τρισδιάστατων βιβλίων (Η φάρμα, Τα παιχνίδια, Τα ζωάκια, Τα οχήματα). Ανοίγοντας κάθε σελίδα, σε περιμένει μια μικρή έκπληξη – οχήματα που κινούνται, πύραυλοι που εκτοξεύονται, ζωάκια έτοιμα να πεταχτούν στην αγκαλιά σου, παιχνίδια που σαλεύουν κ.ο.κ. Καλοφτιαγμένα βιβλιαράκια, που, συνδυάζοντας εικόνα και κίνηση, εξάπτουν το φιλέρευνο πνεύμα του μωρού και τη διάθεσή του για παιχνίδι. 


  

Benji Davies, σειρά Ο Αρκουδάκος, μτφρ. Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013

 

 

Σειρά δύο για την ώρα βιβλίων (Ο Αρκουδάκος στην πυροσβεστική! Ο Αρκουδάκος στο πειρατικό!). Όμορφη εικονογράφηση, μικρές ομοιοκατάληκτες φρασούλες, σελίδες από σκληρό χαρτόνι και πολλά κινούμενα μέρη. Το σκληρό χαρτόνι κάνει τα βιβλία ιδιαίτερα ανθεκτικά όχι μόνο σε μικρά χεράκια, τα οποία φαντάζουν ειδικευμένα στη χρήση τους, αλλά και σε ατσούμπαλα χέρια μεγάλων, όπως τα δικά μου. Κινούμενα μέρη προσαρμοσμένα στις ανάγκες του κειμένου, γεμάτα ευρηματικότητα και ιδανικά για να ακονίσουν την παρατηρητικότητα των παιδιών.

Fiona Watt, Συναυλία στο δάσος - Το πρώτο μου μουσικό βιβλίο, Εικονογράφηση Elisa Squillace, μτφρ. Αγαθή Δημητρούκα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012

 

 
 
Βιβλίο με ήχους για μικρά παιδιά. Στο δάσος ετοιμάζεται συναυλία και κάθε ζωάκι προβάρει το κομμάτι του στη φωλιά του. Στη συνέχεια, όλα μαζί, συμμετέχουν στη γενική πρόβα και στη συναυλία. Παράλληλα με το εικονογραφημένο κείμενο, το παιδί μπορεί να ακούσει και την ηχητική εκδοχή της πρόβας του κάθε ζώου αλλά και της γενικής πρόβας και της συναυλίας επιλέγοντας από το ηχητικό μενού στη δεξιά πλευρά του βιβλίου. Γλυκιά εικονογράφηση, πολύ καλή ηχητική απόδοση, αλλά και μια μικρή ανατροπή στο τέλος, που θα ενθουσιάσει τους μικρούς αναγνώστες. (Σε αντίστοιχο πνεύμα κινείται και η Χριστουγεννιάτικη συναυλία στο δάσος, από τις ίδιες δημιουργούς, αλλά δεν τη συστήνω καλοκαιριάτικα...)

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Οι περιπετειώδεις αρκούδες του Benjamin Chaud

  • Ένα νανούρισμα για αρκούδες, μτφρ. Έφη Κορομηλά, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2012

  • Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, μτφρ. Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2013


 
 
Το υπέροχο με τα εικονογραφημένα βιβλία είναι ότι μπορούν να σε κατακτήσουν ακαριαία, με την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο ή έστω μ’ ένα απλό ξεφύλλισμα. Κάτι τέτοιο μού συνέβη πρώτα με το Ένα νανούρισμα για αρκούδες και κατόπιν με τη συνέχειά του, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, του Benjamin Chaud, δυο βιβλία των οποίων η εκπληκτική εικονογράφηση δε σου αφήνει περιθώρια διαφυγής. Είναι όμως μόνο αυτό; Όχι! Το μαγικό ταξίδι πατέρα και γιου αρκούδου στον εξαντλητικά λεπτομερειακό –και σε γενικές γραμμές ρεαλιστικά αποτυπωμένο– κόσμο της εικονογράφησης παίρνει σάρκα και οστά χάρη σε μια άκρως αντιρεαλιστική όσο και λιτά αφηγημένη ιστορία προσωπικής αναζήτησης, που διαρρηγνύει τις συμβάσεις, με τον τρόπο ακριβώς που ταιριάζει σ’ ένα παιδικό βιβλίο.

Έτσι, στο Νανούρισμα, ένα αρκουδάκι εγκαταλείπει τη φωλιά του, όπου είναι έτοιμο να πέσει σε χειμερία νάρκη μαζί με τον μπαμπά του, για να ακολουθήσει μια μέλισσα. Ο μπαμπάς σπεύδει να το αναζητήσει, εγκαταλείποντας το δάσος και μπαίνοντας στην πολύβουη πόλη. Η αναζήτηση του μικρού τον οδηγεί στη μεγάλη όπερα, όπου, ύστερα από ικανοποιητικό βαθμό πανικού και αναστάτωσης, κατορθώνει όχι μονάχα να ανακαλύψει τον μικρό του γιο αλλά και να βρουν παρέα το ιδανικό μέρος για χειμερία νάρκη. Ανατροπή στερεοτύπων –δυο αρκούδες που φτάνουν στη μεγάλη πόλη εγκαταλείποντας/υπερβαίνοντας έναν τρόπο ζωής ταυτισμένο με τη φύση τους– αλλά και δράση, που επιτείνεται από την αναζήτηση του μικρού αρκούδου σε αχανή δάση, πολύβουα αστικά τοπία, μποτιλιαρισμένους δρόμους, πολυσύχναστες όπερες. Αν μέσα σ’ αυτό το χάος ο πανικόβλητος μπαμπάς περνάει απαρατήρητος από τους βιαστικούς περαστικούς, τους επιθετικούς οδηγούς και τους πολυάσχολους εργαζόμενους της όπερας, φανταστείτε τι γίνεται με το μικροσκοπικό αρκουδάκι… Αναπόφευκτα, μικροί και μεγάλοι αναγνώστες σπεύδουμε να συνδράμουμε στην αγωνιώδη αναζήτηση σαρώνοντας κάθε λεπτομέρεια της εικόνας μπας και το πετύχουμε πουθενά – κι είναι κι αυτή άλλη μια αφορμή για να παραταθεί η οπτική απόλαυση αλλά και για να βρεθούμε αντιμέτωποι με τις μικρές δευτερεύουσες, ή έστω εν δυνάμει, ιστορίες που ξεπηδούν από την πανδαισία των εικόνων!



Το δεύτερο βιβλίο της σειράς, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, ανταμώνει πατέρα και γιο εκεί ακριβώς που τους άφησε το τέλος του προηγούμενου βιβλίου. Βέβαια, εδώ το καινούριο ταξίδι ξεκινάει ερήμην των επιθυμιών και των δυο τους: Βλέπετε, το τσουχτερό κρύο τούς κάνει να βρουν καταφύγιο σ’ ένα πολυκατάστημα, όπου ένα παιδάκι θα περάσει τον μικρό αρκούδο για λούτρινο και θα τον πάρει μαζί του στις διακοπές του, παρασύροντας εκ νέου τον ταλαίπωρο μπαμπά σε μια αναζήτηση που περιλαμβάνει κάθε λογής μεταφορικό μέσο, κάθε δυνατό προορισμό, κάθε παράλληλο της υφηλίου. Η πληθωρική εικονογράφηση γι’ άλλη μια φορά επιτείνει την περιπέτεια, καθώς ο Chaud επεκτείνει τη δράση του σε πολυσύχναστα τοπία του βυθού, σε τόπους οργιώδους βλάστησης, σε ζωηρές εξωτικές γιορτές και σε μακρινά παραδεισένια ακρογιάλια. Αλλά, επίσης γι’ άλλη μια φορά, η λιτή και κάποτε ελλειπτική λεκτική εξιστόρηση των γεγονότων πετυχαίνει όχι μόνο να θέσει εξαρχής το αντισυμβατικό πλαίσιο, αλλά και να κάνει νύξεις σε ποικίλα ζητήματα, όπως η αποκοπή από τη φύση –όταν, π.χ. ο μπαμπάς αρκούδος αποκαλεί την άγρια ζωή «επικίνδυνη», έχοντας αποκτήσει αστικές συνήθειες–, να διαφοροποιηθεί από αντιλήψεις/στάσεις που διέτρεχαν το Νανούρισμα –βλ. την ενθουσιώδη υποδοχή του μικρού αρκούδου από τους μασκαράδες σε αντιδιαστολή με τη φοβική στάση του κοινού της όπερας–, αλλά και να θέσει το ζήτημα του χάσματος των γενεών, εστιάζοντας στο φινάλε στον εξαντλημένο αλλά και προσκολλημένο στη συνήθεια μπαμπά αρκούδο, ο οποίος αδυνατεί να παρακολουθήσει τους ρυθμούς του ρηξικέλευθου γιου, και πρακτικά αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός τρίτου γύρου περιπλανήσεων…

Τα βιβλία του Chaud σε μια πρώτη ματιά μπορεί να σε κάνουν να φανταστείς ότι η ιστορία είναι μονάχα η αφορμή για τη γοητευτική περιπέτεια της εικόνας, ωστόσο, αν η δεύτερη είναι ο μεγάλος, υπέροχος, ανεξερεύνητος κόσμος στον οποίο οι κεντρικοί ήρωες της ιστορίας μπορεί να συνιστούν μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια, η πρώτη είναι μια προσωπική περιπέτεια αναζήτησης, συναισθημάτων και βαθιάς αγάπης, μια διακριτή προσωπική γραμμή μέσα στο χάος, χωρίς την οποία η πρώτη θα έχανε μεγάλο μέρος από το νόημά της.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Χρήστος Μπουλώτης, Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας

Ζωγραφιές Φωτεινή Στεφανίδη, Polaris, Αθήνα 2011 (από 6 ετών)

 




Ένα από αυτά τα βιβλία που φοβάσαι να τ’ αγγίξεις μην τυχόν και χαλάσεις κάτι από την ομορφιά τους. Μια ιστορία για την αγάπη που γεννιέται σ’ ένα λιβάδι ανάμεσα σε μια πανέμορφη μοναχική λεύκα κι ένα περήφανο άλογο, μια αγάπη που αναδύεται μέσα από την κοινή μοναξιά τους, η οποία θα είναι και η αφορμή για να προσέξουν το ένα την εκθαμβωτική ομορφιά του άλλου. Πλάσματα τελείως αλλιώτικα, το δέντρο και το ζώο θα βρουν κοινούς κώδικες, θα μοιραστούν γνώσεις, εμπειρίες, συναισθήματα και αισθήσεις. Ως την ημέρα που το άλογο εξαφανίζεται, καθώς ο ιδιοκτήτης του δεν έχει πια δουλειές στο χωράφι που γειτονεύει με το λιβάδι της λεύκας. Ο χωρισμός είναι αφόρητος και το άλογο θα βρει τρόπο να ξαναβρεθεί κοντά στην αγαπημένη του. Μα όταν η κακία κι ο φθόνος θα θέσουν σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή της λεύκας, η ανθρωπιά θα είναι αυτή που θα διασώσει την αγάπη, κι εκείνη με τη σειρά της θα αγγίξει το θαύμα, χωρίς πάντως να απαρνηθεί το βασικό της χαρακτηριστικό, την πλήρη αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου.

Ειπωμένη ήρεμα κι αβίαστα σαν παραμύθι, η ιστορία του Χρήστου Μπουλώτη αργά, σταθερά, συνειδητά θραύει στερεότυπα και σχήματα, πετυχαίνοντας μια σειρά από ανέλπιστες ανατροπές των αναγνωστικών μας προσδοκιών: Πρώτα απ’ όλα, είναι ο τρόπος που γεννιέται η αγάπη δέντρου και ζώου, αργός και κοπιώδης. Όσο κι αν είναι μεγάλη η ομορφιά της λεύκας, όσο κι αν είναι πανέμορφο το λευκό άλογο, θα χρειαστεί να δώσουν προσοχή, να νοιαστούν το ένα για το άλλο για να αγαπηθούν. Βέβαια, κι η ίδια αυτή η ομορφιά φθείρεται, παύει κάποια στιγμή να υφίσταται – αλλά αυτό δεν κάνει καμία διαφορά, καθώς εκείνος που αγαπάει κατορθώνει να διακρίνει το ωραίο πέρα από την προφάνεια της εμφάνισης. Όσο για το κακό, μπορεί, τηρώντας τα προσχήματα, να είναι «κακομούτσουνο», ωστόσο ο κόσμος που πλάθει ο Μπουλώτης δεν ορίζεται από το απλουστευτικό δίπολο καλό-κακό. Οι ήρωές του έχουν κι αυτοί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις τους και φτάνουν στην προσωπική τους αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που κι η αγάπη, όπως προείπαμε, δεν κεραυνοβολεί αλλά κατακτιέται. Έτσι, ο ιδιοκτήτης του αλόγου μπορεί αρχικά να βάζει με το νου του να κόψει τη λεύκα, αλλά, έχοντας ακουστά την ικανότητα των λουλουδιών να μιλάνε, αφουγκράζεται τις πονεμένες κραυγές του δέντρου και συγκινείται απ’ την ιστορία του. Ένα μικρό θαύμα ανθρωπιάς. Και δεν είναι το μόνο: Τα θαύματα που γεννιούνται στο λιβάδι το οποίο στεγάζει αυτή την παράξενη αγάπη είναι μικρά αλλά συνιστούν γιγαντιαίες προσωπικές υπερβάσεις. Όπως το δέντρο που κατορθώνει να περπατήσει για χάρη του αγαπημένου του αλόγου. Κι αν οι από μηχανής θεοί δε λείπουν, πρόθυμοι να κάνουν πιο απλή τη ζωή των δυο αγαπημένων μεταμορφώνοντάς τους και τους δυο σε άλογα ή σε λεύκες, η ιστορία μας αποφεύγει να ακολουθήσει τις πεπατημένες βατραχιών που έγιναν πρίγκιπες ή γοργόνων που απέκτησαν πόδια, εμμένοντας στην ουσία της σχέσης των δυο αγαπημένων: αυτό που αγάπησαν ο ένας στον άλλο ήταν η διαφορά και ταυτόχρονα η μοναδικότητά τους. Περιορίζοντας έτσι νεράιδες και φεγγάρια, πλάσματα της φαντασίας, στο ρόλο του έκθαμβου παρατηρητή. Κι επιβεβαιώνοντας καθ’ ολοκληρίαν το «παράξενο» αυτής της αγάπης: με την έννοια όχι μονάχα του αλλόκοτου, του ακατανόητου, αλλά και του σπάνιου, του θαυμαστού.

Αυτό ακριβώς το «παράξενο» με τη διπλή του έννοια έρχεται να αποτυπώσει στις ζωγραφιές της η Φωτεινή Στεφανίδη. Αποδίδοντας το μεταφυσικό ως προϊόν, ή προέκταση, του φυσικού, του παράδοξα αυτονόητου της αγάπης ζώου και δέντρου. Οπτικοποιώντας το θαύμα κι εντάσσοντάς το αβίαστα, με τον ίδιο τρόπο που επιτάσσει και η αφήγηση, στο καθημερινό σύμπαν των δυο αγαπημένων. Ζωγραφίζοντας έναν κόσμο όπου της πραγματικότητας υπερίπτανται αμέριμνα το αφανές και το άρρητο, το μαγικό και το μυστικό, το μυθικό και το αρχέγονο, όχι ως περαστικοί ταξιδιώτες αλλά ως συστατικά της στοιχεία και μαζί στοχαστικοί παρατηρητές της. Και με την αδιάλειπτη παρουσία ενός ιπτάμενου βιβλίου να υπενθυμίζει την κατεξοχήν φύση της ιστορίας.

Με κάποιον τρόπο, ο δύσκολος δρόμος που διαλέγουν να πορευτούν τα δυο αυτά υπέροχα πλάσματα, το άλογο κι η λεύκα, φαντάζει γοητευτικός όχι μονάχα γιατί υποδηλώνει τη βαθιά αυτογνωσία τους και τη συνειδητότητα των επιλογών τους, αλλά και γιατί αντικατοπτρίζει μια καλλιτεχνική αντίληψη που, μακριά από απλουστεύσεις, μανιέρες, συνταγές και σπασμωδικές κραυγές, τολμά την ανατροπή χωρίς να την εκβιάζει, αγκαλιάζει το θαύμα χωρίς να αρνιέται την πραγματικότητα, αποφεύγει τη σχηματικότητα και την απλοϊκότητα χωρίς να επιζητά την εκζήτηση. Και μάλιστα σαν να μη μεσολάβησαν λέξεις, εικόνες, φθόγγοι, χρωστικές, κάθε λογής κώδικες κι υλικά, ανάμεσα στην αρχική πρόθεση και στην υλοποίησή της.


Όταν θέλησα να γράψω για το βιβλίο,
πήγα να το αναζητήσω στο δωμάτιο της κόρης μου
και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να το φωτογραφίσω
με αυτό το φοβερό σελιδοδείκτη!
 

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Γενέθλια


Όταν γράφεις σ’ ένα μπλογκ, είναι σαν να αφήνεις στη θάλασσα ένα μπουκάλι απ’ αυτά με τους μυστικούς χάρτες. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος, πού, πότε και γιατί θα σε διαβάσει, τι θα καταλάβει, πώς θα σε ερμηνεύσει, αν θα κρατήσει τελικά τον αυτοσχέδιο χάρτη σου και αν αυτός θα τον οδηγήσει όντως σε άνθρακες ή σε θησαυρό. Είναι αυτό το τυχαίο του πράγματος, αυτή η μοναξιά μπροστά στην οθόνη η οποία ποτέ δεν ξέρεις πότε θα μεταλλαχτεί σε μια επικοινωνία φτιαγμένη μόνο από λέξεις, που κάνει το μπλόγκινγκ τόσο γοητευτικό.

Παρ’ όλη τη γοητεία του πράγματος πάντως, δεν έγινα μπλόγκερ από μια γενική κι αόριστη ανάγκη να επικοινωνήσω. Ξύπνησα ένα πρωί του περασμένου Ιουλίου με μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα σφηνωμένη στο κεφάλι: να φτιάξω ένα μπλογκ για παιδικά βιβλία’ να μιλήσω στους φίλους και γνωστούς, αλλά και σ’ όποιον άγνωστο τύχαινε να συναπαντηθεί με τα κείμενά μου, για τις αναγνώσεις που μοιραζόμουν με τα παιδιά μου, να τους προτείνω συγγραφείς και ιστορίες. Είχα αρχίσει, βλέπετε, να συνειδητοποιώ ότι μια ενασχόληση που είχε ξεκινήσει με στόχο την εξεύρεση καλών βιβλίων για τη μεγάλη μου κόρη είχε καταλήξει να γίνει προσωπική μανία, σχεδόν υποκαθιστώντας τα ενήλικα διαβάσματά μου. Στο μυαλό μου υπήρχε ήδη μια λίστα από βιβλία για τα οποία θα έγραφα. Αρκεί να σας πω ότι για αρκετά από αυτά δεν έχω ακόμα γράψει. Στην πορεία βρέθηκαν άλλα στο δρόμο μου, με παρέσυραν, με ενθουσίασαν κι έτσι ακόμα κρατάω κάβα απ’ το περσινό καλοκαίρι ένα σωρό αναρτήσεις to be.

Όταν λίγες μέρες μετά ξεκίνησα το μπλογκ –Παρασκευή και 13, ημερομηνία που είμαι σίγουρη ότι θα απέφευγε κάθε σώφρων και νηφάλια σκεπτόμενος άνθρωπος–, άφησα τις πρώτες εκείνες αναρτήσεις να ταξιδέψουν στην καλοκαιρινή θάλασσα παρέα με τις ευχές λίγων καλών φίλων. Δεν το είπα σε πολλούς: Δεν ήθελα να επιβάλω στα κείμενά μου κανένα κοινό, δεν ήθελα να εκβιάσω κανένα αποτέλεσμα. Προτιμούσα να με ανακαλύψουν κατά τύχη, κι αν κάποιους τους αφορούσαν αυτά που έγραφα, ευπρόσδεκτοι! Άλλωστε πάντα πίστευα –κι εξακολουθώ να πιστεύω– στη γοητεία του τυχαίου, του αναπάντεχου. Όχι στη μοίρα, αλλά στη μαγεία της στιγμής. Και νομίζω πως αποζημιώθηκα γι’ αυτή μου την απόφαση: Οι στιγμές ήταν εκείνες που το έφεραν να ανακαλύψω πολλά συναρπαστικά ιστολόγια, να γνωρίσω, έστω διαδικτυακά, ενδιαφέροντες ανθρώπους, αλλά και να γνωριστώ εκ νέου με παλιούς γνώριμους με τρόπους ιδιαιτέρως αποκαλυπτικούς. Η αναγνωσιμότητα, ο αριθμός των χτυπημάτων, των likes, των αναγνωστών, δεν ήταν ποτέ ο στόχος. Ό,τι περισσότερο ήθελα ήταν να βρουν οι αναρτήσεις μου δύο, τρεις, πέντε, άντε δέκα συνειδητούς αναγνώστες που να μοιράζονται την αγάπη μου για το καλό παιδικό βιβλίο. Νομίζω ότι βρήκα περισσότερους και τους ευχαριστώ γι’ αυτό με όλη μου την καρδιά.

Αν πρέπει να διαλέξω κάποιες αναρτήσεις από τις εξήντα τέσσερις που μετράει το μπλογκ μέχρι σήμερα, με εντελώς συναισθηματικά κριτήρια, θα ξεχωρίσω την πρώτη πρώτη, αφιερωμένη στις φοβερές και τρομερές λυκοϊστορίες του Geoffroy de Pennart – και, μεταξύ μας, ευτυχώς που γράφτηκε πέρσι και δεν περιλαμβάνει το μετριότατο φετινό Πέσε πίτα να σε φάω, το οποίο κλόνισε αρκετά το θαυμασμό μου για το δημιουργό του Ιγκόρ, του Λουκά και των άλλων λυκόπαιδων· όπως και εκείνη της πρώτης μέρας των περσινών καλοκαιρινών διακοπών μας, γραμμένη σ’ ένα μπαλκονάκι που έβλεπε κι άκουγε το Μυρτώο, για τη γνωριμία μου αλλά και την πρώτη εμφάνιση στα ελληνικά του μεγάλου Oliver Jeffers. Λίγο καιρό αργότερα, ένα μεσημεράκι στο χωριό των παιδικών μου χρόνων, μου ήρθε να μιλήσω για ό,τι περισσότερο λατρεύω απ’ τον υπέροχο κύριο Ευγένιο. Μια φθινοπωρινή μέρα, πάλι, ήρθε μια ανάρτηση για ένα καραβάκι στο αγαπημένο μου χρώμα, το κόκκινο, που με οδήγησε σε μια βουτιά αναγνωστικής αυτογνωσίας, αναγκάζοντάς με να αλλάξω ακόμα και το προφίλ που είχα αναρτήσει στο μπλογκ. Αξέχαστο θα μου μείνει το ονειρικό ταξίδι που χάρισε ένας τρυφερός εγγονός στον αγαπημένο του παππού λίγο πριν από τον οριστικό τους χωρισμό σ’ ένα βιβλίο που ανακάλυψα δέκα χρόνια αφότου εκδόθηκε· όπως κι η συναισθηματική φόρτιση που ένιωσα γράφοντας για το βιβλίο μιας συγγραφέα που δε βρίσκεται πια στη ζωή και με την οποία είχε τύχει να γνωριστώ και να συνεργαστώ – και που η πριγκίπισσά της στάθηκε αφορμή να μάθει η μεγάλη μου κόρη να διαβάζει κάτι χειμωνιάτικα βράδια που μας άρεσε να παίζουμε με τις λέξεις παρέα με χαρτιά και πολύχρωμα μολύβια. Με τις λέξεις έχω ένα κόλλημα, κι η ανάρτηση για το ραφτάκο τους ήρθε αργά ένα σαββατιάτικο βράδυ του Νοέμβρη, ύστερα από ένα παιδικό πάρτι εν καιρώ κρίσης, όπου τα εφέ κι οι προκάτ εκπλήξεις είχαν αντικατασταθεί με πολύ κέφι, λέξεις και ήχους αγαπημένων τραγουδιών. Αν ήταν, πάλι, να στείλω γράμμα στον Αϊ-Βασίλη, θα του έστελνα αυτούσια τη χριστουγεννιάτικη ανάρτηση για ένα «τερατώδες» βιβλίο που πολύ θα ‘θελα να δω επιτέλους μεταφρασμένο στα ελληνικά. Δεν μπορώ να μη συμπεριλάβω σ’ αυτό το ιδιότυπο top 10 την ανάρτηση που αφιέρωσα σ’ ένα βιβλίο που με είχε κυριολεκτικά στοιχειώσει, με τα μάτια της πολυταξιδεμένης κούκλας του να με κυνηγούν παντού – στις διαδρομές με το αυτοκίνητο, στα πηγαινέλα στο σχολείο της κόρης μου, ακόμα και στο σούπερ μάρκετ. Ούτε και μιαν άλλη για ένα βιβλίο το οποίο πρωτοδιάβασα απνευστί μέσα σ’ ένα βιβλιοπωλείο λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει η παρουσίασή του από τη συγγραφέα του και που οι δυο υπέροχες ηρωίδες του, η Μαραλά κι η Ροδινή, αυτοστιγμεί με συνεπήραν.

Ήταν αυτά τα βιβλία που αγάπησα περισσότερο; Τι να σας πω… Οι μαγικοί ήρωες του J. A. Rowe, ο ονειρικός βασιλιάς των Τρεβελιάν-Κόρνερ, το ελάφι του Jeffers, τα κοτόπουλα των Ζολιμπουά-Ενρίς, η αγελαδίτσα Σοφία, η Λούλα η γαλοπούλα, τα δαιμόνια Χμ, τα ποιητικά παραμύθια του Αλέξη Κυριτσόπουλου, ο Βιβλιοπόντικας, οι ιδιότυπες φιγούρες του Tassies, ο ασπρόμαυρος ζωγράφος, ο μοναδικός και μοναχικός Αγάπιος, χοντρικά περίπου όλα εκείνα για τα οποία έγραψα για κάποιο λόγο αγαπήθηκαν από αυτό το ιστολόγιο.

Πρόθεσή μου είναι σ' αυτό το πνεύμα να συνεχίσω για όσο πάει. Αν μια μέρα τελειώσει τούτο το ταξίδι, θέλω κι ελπίζω αυτό να γίνει επειδή θα 'χει δώσει τη θέση του σε κάποιο άλλο. Ποιο θα 'ναι αυτό; Τι να σας πω. Δεν μπορώ να ξέρω από τώρα με τι παράξενο όνειρο θα ξυπνήσω ένα πρωί κάποιου άλλου Ιουλίου και πού θα με πάει αυτό.
 
Και, για να μην το –και σας– κουράζω, θα ήθελα να κλείσω αυτή την αναδρομή με μια προσωπική διαπίστωση: Πριν από πολλά, πολλά χρόνια, τουτέστιν μια φορά κι έναν καιρό, η μικρή Ελένη διάβαζε μανιωδώς παιδικά βιβλία. Ύστερα από ένα διάλειμμα δεκαετιών, η μεγάλη Ελένη αποφάσισε να φτιάξει αυτό το μπλογκ για να προτείνει παιδικά βιβλία σε κάθε ενδιαφερόμενο. Αν αυτή η δεύτερη πίστεψε στο ξεκίνημα τούτης της διαδρομής ότι με κάποιον τρόπο αυτές οι αναγνώσεις θα σηματοδοτούσαν μια επιστροφή στην παιδικότητα, είναι σίγουρο ότι λάθεψε. Το μόνο που τελικά δύναται να αναβιώσει είναι η ανάμνηση του παιδιού που υπήρξαμε, έστω και ποτισμένη με μπόλικη δόση νοσταλγίας, άρα διαπαντός αλλοιωμένη από συναισθήματα που έπονται της παιδικότητας. Παιδιά, ας το πάρουμε απόφαση, δεν ξαναγινόμαστε – ωστόσο ποιος είπε ότι τα παιδικά βιβλία είναι μονάχα για παιδιά;

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Αλέξης Κυριτσόπουλος, Οι περιπέτειες της Ρόζας

Εκδόσεις Ίκαρος και Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2013 (για όλες τις ηλικίες)






Μέσα στο 2012 ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μας χάρισε δύο εξαιρετικά βιβλία τα οποία, εκκινώντας από την επιθυμία του να φέρει τα παιδιά σε επαφή με το έργο σημαντικών Ελλήνων ποιητών, μας ταξίδεψαν, με μοναδικό το καθένα τρόπο, στην ποίηση πρώτα του Γιώργου Σεφέρη και κατόπιν του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο Λίγο ακόμα, βιβλίο εμπνευσμένο από την ποίηση του Σεφέρη, βάλθηκε να περιηγηθεί, μέσα από μια εικαστική και ταυτόχρονα παιδική οπτική, τους βασικούς τόπους της σεφερικής μυθολογίας. Εξαιρετικά δύσκολη απόπειρα κατά τη γνώμη μου, μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη βαθιά ιστορική και υπαρξιακή οδύνη του έργου του Σεφέρη και στην άδολη παιδικότητα του πρωταγωνιστή του παραμυθιού. Κι όμως, ο Κυριτσόπουλος, χωρίς να πέσει στην παγίδα της ανθολόγησης, κατόρθωσε να αναδείξει μέσα από χαραμάδες φωτός τη λανθάνουσα αισιοδοξία του σεφερικού κειμένου, με τον μικρό ήρωά του ν’ ανταμώνει στο τέλος της περιπλάνησής του την πολυπόθητη γαλήνη. Στα Βεγγαλικά, πάλι, η αφήγηση απέκτησε πιο ενεργό ρόλο, σε μια απόπειρα παρουσίασης αυτή τη φορά της ποιητικής, της αντίληψης δηλαδή περί καλλιτεχνικής δημιουργίας, του Εγγονόπουλου: Ο ποιητής είναι ο συλλέκτης εικόνων, εμπειριών και υλικών, και ταυτόχρονα ο τεχνίτης, ο κατασκευαστής, ο μεταποιητής του απτού σε ομορφιά, του υλικού σε άυλο. Συνοδεύοντας τον κεντρικό ήρωά του στο ταξίδι αναζήτησης των υλικών του μέσα στον κόσμο, ο Κυριτσόπουλος επισκέπτεται ποιήματα και σταχυολογεί στιγμές από το έργο του Εγγονόπουλου που υπηρετούν την κεντρική του ιδέα. Η γραμμικότητα του Λίγο ακόμα εδώ δίνει τη θέση της σε μια πιο συνεκτική αφήγηση, λόγω και του κομβικού ρόλου των βεγγαλικών στην ιστορία – κι αυτό γίνεται ορατό ακόμα και στο επίπεδο της εικονογράφησης, όπου αναδύεται ένας συμπαγής κόσμος λαμπερής ομορφιάς.


 





















Πριν από λίγο καιρό, τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς συμπληρώθηκαν από ένα τρίτο, τις Περιπέτειες της Ρόζας, με αφορμή αυτή τη φορά την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Εδώ παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός μικρού κοριτσιού που βλέπει τους παιδικούς της χιονάνθρωπους να μεταμορφώνονται σε άγριους πολεμιστές, τη βαρυχειμωνιά να διαδέχεται την αναιμική καλοκαιρία, κι εκεί, μες στην καταιγίδα, την ελπίδα να ανατέλλει μέσα απ’ το πέταγμα μιας πεταλούδας. Είναι το πρώτο ίχνος της άνοιξης, κι αυτό θα κυνηγήσει επίμονα η μικρή Ρόζα -όνομα δηλωτικό ενδεχομένως και αυτής της αγωνιστικής της διάθεσης-, βρίσκοντας εντέλει καταφύγιο σ’ ένα παλιό αρχοντικό, το σπίτι μιας γηραιάς κυρίας – σε μια τέταρτη διάσταση όπου η μοναξιά και η εγκατάλειψη του γήρατος, πολιορκούμενη από τους οδυνηρούς εφιάλτες και τις αναμνήσεις μιας πρότερης, βασανισμένης ζωής, βρίσκει επιτέλους διέξοδο στο ανοιξιάτικο φως.

Στη Ρόζα ο Κυριτσόπουλος κάνει ένα βήμα παραπέρα σε σχέση με τα προηγούμενα δύο βιβλία του: Εδώ οι λέξεις μοιάζουν να δίνουν τη σκυτάλη της κατεξοχήν αφήγησης στις εικόνες. Ψιχία στίχων γίνονται η αφορμή, το έναυσμα, για ένα πολύχρωμο ταξίδι σ’ όλους τους τόπους και τις εποχές, τα αισθήματα και τις διαθέσεις της ποίησης του Ρίτσου, ποιητή πληθωρικού αλλά και άνισου, στρατευμένου αλλά και βαθιά λυρικού, εξωστρεφή αλλά και υπαρξιακά ανήσυχου. Είναι αυτή ακριβώς η πολυμορφία και αντιφατικότητα του έργου του που επιχειρεί να αποτυπώσει ο Κυριτσόπουλος. Κι αν κανείς θα πίστευε ότι η εξαντλητική ανθολόγηση θα μπορούσε να συνδράμει σε μια ολοκληρωμένη αποτύπωση της ποίησης του Ρίτσου, οι Περιπέτειες της Ρόζας τον διαψεύδουν. Οι λέξεις, χαρακτηριστικές, συμβολικές κι ωστόσο οι απολύτως απαραίτητες, στήνουν τον καμβά. Κι επάνω εκεί έρχεται να ξεδιπλωθεί ένας ολόκληρος ποιητικός κόσμος φιλοτεχνημένος από εικόνες. Γιατί εδώ η εικόνα, εύπλαστη, εύγλωττη, ενίοτε πολύσημη, δε δείχνει απλώς: είναι αυτή που αφηγείται, πλέκει ιστορίες, στήνει ανατροπές, γεννά περιπέτεια. Με αφηγηματική συνέπεια και χειμαρρώδη λυρισμό. Με καταιγιστική δράση και αμείωτη συναισθηματική ένταση. Όχι ερήμην της ποίησης, αλλά απόλυτα συντονισμένη με το πλουσιότατο ποιητικό υλικό του Μονεμβασιώτη ποιητή. Μεγεθύνοντας, πλαταίνοντας, βαθαίνοντας, προεκτείνοντάς το. Προβάλλοντάς το μέσα στο χώρο και στο χρόνο: αγώνες και ήττες, προσδοκίες και ματαιώσεις, ελπίδες και διαψεύσεις, φως και σκοτάδι, άνοιξη και χειμώνας, η μαχητικότητα της νιότης και η παραίτηση του γήρατος. Όλα εδώ, σε μια παράλληλη πορεία με την προσωπική, περιπετειώδη ζωή του ποιητή.

Αίσθησή μου διαβάζοντας τη Ρόζα ήταν ότι, βιβλίο με το βιβλίο, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, στη βόλτα του μες στα ποιήματα, φαίνεται να βρίσκει έναν ολοένα και πιο σταθερό, γεμάτο αυτοπεποίθηση βηματισμό. Προσεκτικός πάντα ακροατής κι ευαίσθητος παρατηρητής, αλλά δημιουργός κι ο ίδιος που, μακριά από εμμονές και αναστολές, χαράζει τα δικά του μονοπάτια, φέρνοντας μέσα από θραύσματα στίχων στην επιφάνεια χρώματα κι εικόνες που λανθάνουν μέσα τους και πλάθοντας με αυτά τις δικές του ιστορίες.

Δεν ανήκω σε κείνους που θα πουν ότι τα βιβλία του «θα μάθουν την ποίηση στα παιδιά». Η ποίηση κατά τη γνώμη μου δε μαθαίνεται, δε διδάσκεται, είναι μια απόλυτα προσωπική συνάντηση του αναγνώστη με το κείμενο. Αυτό ωστόσο που θα προσφέρουν σίγουρα τα ποιητικά παραμύθια του Κυριτσόπουλου στους μικρούς αναγνώστες τους είναι η συνειδητοποίηση των απρόσμενων συγκινήσεων που χαρίζει η περιπλάνηση μέσα στους στίχους και μια αίσθηση, μια αύρα αυτού που αντιπροσωπεύει ο κάθε ποιητής. Κι ακόμα, θα τους δώσουν την ευκαιρία να αντιληφθούν τη γόνιμη, δημιουργική σχέση που μπορούν να αναπτύξουν διαφορετικές τέχνες εμπνεόμενες και αντλώντας η μία από την άλλη. Αν και, εδώ που τα λέμε, ο Κυριτσόπουλος, όπως και ο Sendak, και ο Jeffers, και ο Tan, και όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στο παιδικό κοινό αλλά και σε μας τους ενήλικες, ξυπνώντας μέσα μας εκείνο τον λησμονημένο παιδικό εαυτό που ανακαλύπτει τρελαμένος από χαρά ένα μυστικό πέρασμα πίσω απ’ τα λουλούδια στο παρτέρι της αυλής, μια αναπάντεχη κρυψώνα κάτω απ’ τα δέντρα του κήπου, μια μικρή εσοχή που παρατείνει τη διαδρομή στη σκάλα του σπιτιού. Τι κι αν η κατάληξη είναι γνώριμη, τι κι αν η τοπιογραφία παραμένει απαράλλαχτη – αυτό που εντέλει μετράει είναι το απρόσμενο της διαδρομής κι η ολωσδιόλου νέα οπτική που αυτή σου χαρίζει.

Κατά τα λοιπά, τόσο ο παιδικός όσο κι ο ενήλικος εαυτός μου περιμένουν εναγωνίως το επόμενο βιβλίο της σειράς, με την ελπίδα ότι, όπως μέχρι τώρα, όλες μου οι αναγνωστικές προσδοκίες θα διαψευστούν από κάτι που για μιαν ακόμα φορά θα τις υπερβεί χαράζοντας μέσα σ’ ένα γνώριμο ποιητικό τοπίο ένα απρόσμενο και πιθανότατα μέχρι τη στιγμή της ανάγνωσης εντελώς αόρατο μονοπάτι.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Λιάνα Δενεζάκη, Μία κόκκινη κλωστή κι ένα παρδαλό νησί!

Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2011 (από 4 ετών)

 
 



Δυο νησιά – το ένα υποταγμένο στην αρμονία της μουσικής, το άλλο παραδομένο στο παιχνίδι των χρωμάτων. Και δυο παιδιά – ο ένας ονειροπαρμένος ζωγράφος, η άλλη ρομαντική μουσικός. Μόνο που, για κακή τους τύχη, κι οι δυο γεννήθηκαν στο λάθος τόπο: στο νησί του αγοριού η πολυχρωμία είναι αιτία διωγμού και χλεύης, το ίδιο και η μουσική στο νησί του κοριτσιού. Μια μέρα τα δυο παιδιά παίρνουν των ομματιών τους και εγκαταλείπουν τον τόπο τους με πυξίδα την κόκκινη κλωστή των παραμυθιών. Θα συναντηθούν μεσοπέλαγα κι η συνάντησή τους αυτή θα γίνει η αιτία οι δυο τους κόσμοι να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο και να μάθουν να συνυπάρχουν αρμονικά.

Μια ιστορία για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και στη συνύπαρξη, αλλά και για την ανεξάντλητη ομορφιά των ήχων και των εικόνων, γραμμένη και εικονογραφημένη από τη Λιάνα Δενεζάκη, η οποία δεν καταφεύγει σε σχηματικά δίπολα του τύπου «καλό-κακό», αλλά επιλέγει δυο απ’ τα πιο όμορφα συστατικά της ζωής μας, τη μουσική και το χρώμα, για να οικοδομήσει δυο συμπαγείς, απόλυτους στα πιστεύω τους και εχθρικά διακείμενους μεταξύ τους κόσμους. Δείχνοντας έτσι ότι ακόμα και τα όμορφα πράγματα, όταν ακολουθούν την οδό του απόλυτου, καταλήγουν να μεταλλαχτούν από πηγές χαράς σε κολαστήριο για οποιονδήποτε δεν μπορεί να ευθυγραμμιστεί με τη λογική τους. Οι ήρωες της ιστορίας μας ωστόσο, αν και μαύρα πρόβατα στον τόπο τους, όταν συναντηθούν κι ανακαλύψουν ο καθένας ότι το νησί του άλλου είναι ακριβώς το μέρος που αντιπροσωπεύει τις δικές του κλίσεις και τα δικά του ενδιαφέροντα, δεν καταφεύγουν στην απλοϊκή λύση της… ανταλλαγής πατρίδων. Ίσα ίσα, αυτό που ξυπνάει μέσα τους είναι η αγάπη κι η νοσταλγία για τον δικό τους τόπο, καθώς ό,τι άφησαν πίσω, όσο κι αν τους πλήγωσε και τους απόδιωξε, γίνεται πηγή έμπνευσης και δημιουργικής έκφρασης.

Η λύση στην ιστορία μας τελικά έρχεται από την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού, η οποία φέρνει πιο κοντά τα δυο νησιά και τους κατοίκους τους. Μια κόκκινη κλωστή πάντως που δεν είναι ένας από μηχανής Θεός ο οποίος ως διά μαγείας δίνει διέξοδο στα προβλήματα των ηρώων. Είναι, ας μην ξεχνάμε, εκτός από παράγοντας της λύσης, και βασικό συστατικό της δέσης της ιστορίας, αφού πιασμένοι από αυτή φεύγουν οι δυο μικροί ήρωες από τα νησιά τους σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Έτσι, πέρα από το προφανές αυτοαναφορικό της στίγμα, αποκαλύπτει και μια μάλλον τραυματική και οδυνηρή πραγματικότητα: ότι, στον κόσμο των «απόλυτων» και «μοναδικών» αληθειών που έχουμε την ατυχία να ζούμε, συχνά μόνο η συνειδητή «απόδραση» στο παραμύθι, ή έστω η υιοθέτηση μιας εναλλακτικής, ονειρικής, παραμυθένιας οπτικής, μπορεί να μας απαλλάξει από τη σκλαβιά της μονοτονίας που αυθαίρετα επιβάλλεται στις ζωές μας. Στο παραμύθι, βλέπετε, όλα είναι εφικτά: τα εμπόδια κατανικούνται ή παραμερίζονται βολικά· η ομορφιά πάντα κερδίζει τη μάχη· και τα αντίθετα ζουν αρμονικά.

Η Λιάνα Δενεζάκη έχει την τύχη να γράφει και να ζωγραφίζει η ίδια τις ιστορίες της. Κατά κάποιον τρόπο έχει υπερβεί το διχασμό ανάμεσα στην αρμονία των λέξεων και στην πολυχρωμία των εικόνων. Έτσι, στο βιβλίο της βλέπουμε να μπλέκονται χρώματα απαλά και χρώματα έντονα, λέξεις χρωματιστές και μελωδικές ρίμες, ετερόκλητες γραμματοσειρές και κυματιστές νότες, με την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού, πανταχού παρούσα, να τα τυλίγει όλα τρυφερά και μαγικά, φτιάχνοντας έναν όμορφο κόσμο όπου εντέλει βασιλεύουν παρέα η αρμονία των χρωμάτων κι η πολυχρωμία των ήχων.