Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Με τον τρόπο του Αλέξη Κυριτσόπουλου: Λίγο ακόμα... Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη

Εκδόσεις Ίκαρος και Μουσείο Μπενάκη (για παιδιά και για μεγάλους)


Είμαι σεφερική. Με τον τρόπο που άλλοι είναι μακαρονάδες, καπνιστές, δεξιοί, αριστεροί, βάζελοι, γαύροι*. Τόσο απόλυτα, οριστικά και τελεσίδικα. Γι' αυτό κι αποφάσισα να γράψω για το σεφερικό παραμύθι του Αλέξη Κυριτσόπουλου. Παρακινημένη από τις δικές μου εμμονές και μόνο. 






Μου είναι αναπόφευκτο, ξεκινώντας να μιλήσω για το συγκεκριμένο βιβλίο, να κάνω μια σύντομη αναδρομή στη δική μου γνωριμία με τον ποιητή: Συναπαντήθηκα με το Σεφέρη πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, σε μια ηλικία λίγο μετά την παιδική, σε ένα χρόνο που μας ατενίζει πια απ' το ράφι της ιστορικής μνήμης: τα glorious 80s. Θυμάμαι ακόμα εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό στην τάξη, όπου τάξη στην ανάμνησή μου ήταν μονάχα το βιβλίο των Νεοελληνικών Κειμένων ανοιχτό στο θρανίο μου: η «Άρνηση» και κάτι λίγοι στίχοι από το «Γέροντα στην ακροποταμιά». Είχα ξανασυναντήσει παλιότερα ανθολογημένους στίχους του Σεφέρη και τους είχα απλώς προσπεράσει. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι μαγικό συνέβη εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό, κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, όπως και με τους ανθρώπους, έτσι και με τα ποιήματα, το timing της γνωριμίας μπορεί να είναι καθοριστικό. Κι αν όλα αυτά τα χρόνια πολλοί είναι οι άνθρωποι που μου έχουν τελειώσει, ανεξαρτήτως timing, ο Σεφέρης πάντα μένει. Και ο τόμος των Ποιημάτων, αγορασμένος λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το μακρινό πρωινό, με έχει συντροφέψει παντού: σε μετακομίσεις, σπουδές, ταξίδια, διακοπές. Κι ακόμα, σε χαρές, απογοητεύσεις, διλήμματα, αγωνίες, φόβους. Πάντα εκεί.
 
Το βιβλίο του Κυριτσόπουλου, όπως είναι ευνόητο, το αγόρασα από παρόρμηση. Η λέξη Σεφέρης στον τίτλο ήταν αρκετή. Το έφερα στο σπίτι, το ξεφύλλισα, το παρατήρησα, το περιεργάστηκα. Καιρό τώρα μένει σε μιαν άκρη του γραφείου μου. Με απασχολεί, με βάζει σε σκέψεις, θέλω να γράψω γι' αυτό κι όλο το αναβάλλω. Θέμα timing; Μπα, όχι μόνο.

Ας ξεκινήσω περιγράφοντάς το: Πρόκειται για μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση, στην οποία, με αφετηρία σκόρπιους στίχους του Σεφέρη, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος φτιάχνει και εικονογραφεί ένα απολύτως σεφερικής έμπνευσης παραμύθι για τις μικρές περιπέτειες ενός παιδιού. Όλα, ή έστω σχεδόν όλα, είναι εκεί: ο Ερωτόκριτος, ο Οδυσσέας, ο πόλεμος, η Τροία, το πέλαγος, οι θαλασσινές σπηλιές, το ναυάγιο της Κίχλης, οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη, η γαλήνη. Ένα μεγάλο κομμάτι της σεφερικής μυθολογίας δοσμένο σε αδρές γραμμές. Ακολουθεί παράρτημα με τους στίχους από τα ποιήματα που ενέπνευσαν τον Α.Κ. Αντιπροσωπευτικά δείγματα από το σύνολο σχεδόν των συλλογών του Σεφέρη. Προσωπικά, μου έλειψαν τα αγαπημένα μου Τρία κρυφά ποιήματα, όπως και το δεύτερο Ημερολόγιο καταστρώματος. (Εμμονές, θα πείτε. Τι να κάνουμε, καθένας με τα θέματά του.)

Το πρόβλημα βέβαια με ένα παραμύθι αντλημένο από τη θεματική και τη μυθολογία ενός ποιητή, πολλώ δε μάλλον βασισμένο στους στίχους του, είναι ότι με μεγάλη δυσκολία μπορεί να αναπτύξει μια δυναμική τέτοια ώστε η φαντασία και η ανατρεπτική πλοκή να συνεπάρουν τον αναγνώστη. Πρακτικά, η απουσία προφανούς αιτιακής σύνδεσης είναι αναπόφευκτη. Οι εμπειρίες διαδέχονται η μία την άλλη, όχι πάντως στη λογική ενός περιπετειώδους ή πικαρικού μυθιστορήματος. Το ταξίδι είναι κυκλικό, απ' την προστατευτική αγκαλιά του παππού στον κόσμο και πάλι πίσω στον κήπο του παππού.  

Βέβαια, εδώ το παραμύθι είναι μάλλον η αφορμή, αφού η βαρύτητα πέφτει κυρίως στην εικαστική αποτύπωση του σεφερικού τοπίου. Με εντελώς υποκειμενικό πνεύμα, ξεχώρισα το πέλαγο γεμάτο χρώματα, το δρόμο που τυλίγει βουνά και γεννάει άστρα, τις θαλασσινές σπηλιές, τον κήπο του παππού, το πεύκο που σκύβει στη θάλασσα.

Και στο «Υστερόγραφό» του άλλωστε ο Αλέξης Κυριτσόπουλος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο εικαστικό του πράγματος, διευκρινίζοντας πως «δε διάλεξε ποιήματα. Ζωγράφισε τις εικόνες ανάμεσα στα ποιήματα και βρήκε ένα δικό του -και δικό τους- μονοπάτι στο φως». Είναι αυτό ακριβώς που περιμένεις να κάνει μια τέχνη -η ζωγραφική- όταν συναντιέται με μια άλλη - τη λογοτεχνία. Όχι να μεταφράσει ή να παραφράσει, αλλά να εμπνευστεί και να δημιουργήσει κάτι πέρα από τα ποιήματα. Να χαράξει ένα δρόμο ανάμεσα, παραπέρα, παρακάτω. Όχι να λειτουργήσει «διαμεσολαβητικά», όχι να προσφέρει κατ΄ανάγκη μια δική της υπεραπλουστευτική ανάγνωση, διευκολυντική προς το χρήστη. Με απλά λόγια, δεν περιμένεις από το συγκεκριμένο βιβλίο να λειτουργήσει ως θεραπαινίδα της ποίησης, αλλά ούτε κι από την ποίηση να λειτουργήσει ως δεκανίκι που θα δικαιώσει την ύπαρξη του βιβλίου.

Γι' αυτό και θα είναι λάθος να αντιμετωπίσει κανείς με «εργαλειακή» λογική το Λίγο ακόμα. Έτσι, θα έχει αδικήσει και το ίδιο το βιβλίο αλλά και το σεφερικό έργο. Κι αυτό γιατί η συνάντηση ενός αναγνώστη, μικρού ή μεγάλου δεν έχει σημασία, με ένα ποιητικό κείμενο δεν μπορεί να είναι προσχεδιασμένη, να επιβληθεί άνωθεν, και μάλιστα μέσα από άλλους διαύλους πέραν του ίδιου του ποιήματος ως αυθύπαρκτης οντότητας, ακέραιας και αυτόνομης. Οφείλεις ως τέτοιο να το παρουσιάσεις στον υποψήφιο αναγνώστη του. (Προσωπικά, αν κάτι με διέλυε στο σχολείο, ήταν αυτά τα θραύσματα κειμένων, που μας τα σερβίριζαν σαν σε θάλαμο ανατομίας οι καθηγητές μας.) Το Λίγο ακόμα περιλαμβάνει σκόρπιες, διαλεγμένες εικόνες της σεφερικής ποίησης. Επισκέπτεται τυχαία στίχους από ποιήματα μέσα από μια καλλιτεχνική ματιά. Δεν ανθολογεί και αυτό το καθιστά σαφές. Ας μην το φορτώσουμε λοιπόν με ένα βάρος που δε διεκδικεί να αναλάβει. Εξάλλου, όπως είπα και παραπάνω, θα ήταν άδικο να υποτάξουμε το προϊόν της δουλειάς ενός
καλλιτέχνη σε ένα είδος «επικουρικού» ή «διαμεσολαβητικού» ρόλου.

Μ' αυτά και μ' αυτά, κατέληξα πως όταν έρθει η ώρα να δείξω στα παιδιά μου το βιβλίο του Κυριτσόπουλου, θα τα αφήσω να ταξιδέψουν στην ομορφιά των εικόνων του με οδηγό ενδεχομένως τις λιγοστές αράδες του κειμένου του χωρίς να τους πω κουβέντα για το Σεφέρη. Ίσως στην πορεία, κι ανάλογα με το πώς θα προσλάβουν το ίδιο το βιβλίο, να τους αναφέρω ότι ο κύριος Αλέξης, αυτός ο ίδιος που έδωσε μορφή στο λατρεμένο μας Λούκουλο, διάβασε κάτι όμορφα ποιήματα και, με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδάκι αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες που του γεννά ένα αγαπημένο παραμύθι ή τραγούδι, έκανε τους στίχους παραμύθι και γέμισε ένα βιβλίο με ζωγραφιές εμπνευσμένες από τα ποιήματα αυτά. (Παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με τον εκδότη [http://kids.ikarosbooks.gr/publication-details.asp?book=516&filter=new], το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας από πέντε χρονών και πάνω. Χωρίς αφοριστική διάθεση αλλά μάλλον για πραγματολογικούς λόγους, θα το συνιστούσα σε ηλικίες άνω των εφτά.)

Είναι σίγουρο πως αν ήμουν άξια να τραβήξω έστω και μια ίσια γραμμή οι εικόνες που θα ξεχώριζα εγώ μέσα στα ποιήματα του Σεφέρη θα ήταν τελείως διαφορετικές από αυτές του Κυριτσόπουλου: ο γέροντας στην ακροποταμιά, τ' αηδόνια στις Πλάτρες, το δροσερό περιβολάκι πίσω από τα καφασωτά ν' αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει, τα τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως, το σπίτι κοντά στη θάλασσα, το ναρκωμένο στήθος του πελάγου, το περιβόλι με τα σιντριβάνια στη βροχή, παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες, ο ασπιδοφόρος ήλιος που ανέβαινε πολεμώντας, τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού, τ' αγάλματα που δεν είναι πια συντρίμμια. Και τόσα άλλα. Καθένας μας προσλαμβάνει με αλλιώτικο τρόπο. Και αλλιώτικα πράγματα. Άλλες οι αναφορές, άλλες οι εμπειρίες, αλλιώτικοι οι χρόνοι, άλλες οι ευαισθησίες. Γι' αυτό άλλωστε και δε φιλοδοξώ να μεταδώσω το μικρόβιο της σεφερομανίας στα παιδιά μου. Όπως και καμίας άλλης προσωπικής μου μανίας. Προτιμάω να τους δίνω τις αφορμές, κι από κει και πέρα να τα βλέπω να χαράζουν δικούς τους, αυτόνομους δρόμους, προσλαμβάνοντας με το δικό τους τρόπο, στο δικό τους χρόνο, τις δικές τους αλήθειες. Αλλά δεν μπορώ να μην τους ευχηθώ να υπάρξει μία έστω φορά στη ζωή τους που ένα βιβλίο, μια μουσική, ένας πίνακας, ένα θεατρικό έργο, μια ταινία, οτιδήποτε τέλος πάντων, θα τους γεννήσει αυτή τη μοναδική συγκίνηση που ένιωσα εγώ το μακρινό εκείνο ανοιξιάτικο πρωινό της εφηβείας μου όταν συναντήθηκα με την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη.

*ΟΚ, είμαι κάμποσο και απ' αυτό. Αλλά δεν είναι της ώρας.




 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου