Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Νάντια Μπερκάν-Αλέξις Νεσμέ, «Το μικρό Κοάλα»

Μετάφραση: Σέτη Λεπίδα,  Εκδόσεις Παπαδόπουλος (από 2 ετών)

 
Το φθινόπωρο είναι εποχή ανασύνταξης, αναζήτησης, ενίοτε και ανακύκλωσης. Ειδικά όταν το νήπιό σου έχει για τα καλά εγκαταλείψει τις μπεμπέ αναφορές του, ενώ το άλλο, το μικρότερο, αρχίζει να διεκδικεί δυναμικά το χώρο του και τα δικαιώματά του σε όλα, ακόμα και στα βιβλία. Κι εκεί που διαβάζεις με το μεγάλο το απαραίτητο βιβλιαράκι πριν από τον ύπνο, σου σκάει μύτη το μέχρι πρότινος βρέφος στην πόρτα του δωματίου φορτωμένο τους δικούς του τόμους και απαιτεί να παρατήσεις αυτοστιγμεί τα σοβαρά νηπιακά διαβάσματα για τα άλλα, τα πιο ανάλαφρα και νεανικά. 
 
 
 
Σε μια απόπειρα καταγραφής βιβλίων βαλμένων πια στην άκρη από τη μεγάλη, προς μελλοντική χρήση από την επόμενη λιλιπούτεια αναγνώστριά τους, βρέθηκα προ ημερών να ψαχουλεύω σε σκοτεινές ντουλάπες και απρόσιτα ράφια κι έπεσα πάνω στο «Μικρό Κοάλα». Πρόκειται για μια σειρά εννιά βιβλίων, που με ήπιο, φιλικό και οικείο τρόπο εντάσσουν το παιδί σε εμπειρίες και καταστάσεις οι οποίες αποτελούν κομμάτι της καθημερινής του ρουτίνας.
 
 
 
Κεντρικός ήρωας -φυσικά- ένα μικρό κοάλα, που διαθέτει κατοικίδιο -χάμστερ, παρακαλώ- και Αγκαλίτσα, μαθαίνει να κάνει μπάνιο, να πηγαίνει στην τουαλέτα, να τρώει το φαγητό του, φροντίζει τον κήπο του, επισκέπτεται φάρμες, πηγαίνει στον παιδικό σταθμό, διασκεδάζει με τους φίλους του παίζοντας μουσική, γιορτάζει τα γενέθλιά του, με δυο λόγια ζει όπως ένα συνηθισμένο μικρό παιδάκι, έχοντας δίπλα του δυο τρυφερούς γονείς, πρόθυμους να το βοηθήσουν στα δύσκολα, να το παρηγορήσουν και να το ενθαρρύνουν στις αποτυχίες, να το στηρίξουν και να το προτρέψουν να αυτενεργήσει ως εκεί που φτάνουν οι δυνάμεις του.
 
 

 Απλές, σύντομες ιστορίες, με εύληπτο κείμενο και ευχάριστους διαλόγους, που εύκολα αποτυπώνονται στη μνήμη του παιδιού, το οποίο θα ταυτιστεί αμέσως με τις χαρές, τα άγχη, τις σκοτούρες, τους ενθουσιασμούς και τις απογοητεύσεις του μικρού πρωταγωνιστή, συνειδητοποιώντας πόσο κοντινές στη δική του πραγματικότητα είναι οι περιπέτειες του μικρού Κοάλα, αλλά και πόσο αντιμετωπίσιμες είναι οι προκλήσεις τις οποίες βρίσκει στο δρόμο του: η αναζήτηση ενός χαμένου Αγκαλίτσα, η δυσκολία του με την τουαλέτα κ.ο.κ.
 
 
Η εικονογράφηση (Α. Νεσμέ), τρισδιάστατη και πολύχρωμη, ζωντανεύει με εντυπωσιακή παραστατικότητα τον κόσμο του μικρού Κοάλα, καθιστώντας τον ιδιαίτερα ελκυστικό και προσιτό στο παιδικό βλέμμα. Κάθε σαλόνι των βιβλίων της σειράς μοιράζεται στα δυο: στη μια σελίδα κείμενο, στην άλλη εικόνα. Κάτω από το κείμενο, σε κάθε σελίδα, υπάρχει εικονογραφημένο γλωσσάρι, που επιτρέπει στο παιδί να αποτυπώσει ευκολότερα κάποιες λέξεις και έννοιες τις οποίες έχει ήδη συναντήσει στην ιστορία που διαβάζει. Πάντως, και η παραμικρή λεπτομέρεια της συγκεκριμένης έκδοσης -το μικρό τετράγωνο σχήμα, το μαλακό εξώφυλλο, τα ζεστά χρώματα- δε σου επιτρέπει να της αντισταθείς. 
 

 
Πριν απο τρία περίπου χρόνια το μικρό Κοάλα είχε γίνει ο αχώριστος σύντροφος της μεγάλης μου κόρης. Σημειωτέον ότι δε χρειαζόταν τη συνδρομή μου στην ανάγνωση: είχε μάθει τις ιστορίες απέξω! Όταν της εμφάνισα προ ημερών τα βιβλία, είχε πια ξεχάσει την ύπαρξή τους. «Τι όμορφα βιβλία!» μου είπε. «Πού τα βρήκες;» «Δικά σου είναι, από τότε που ήσουν μικρή». Τα ξεφύλλισε δύσπιστη, χάζεψε λίγο την εικονογράφηση, ζήτησε να τα διαβάσουμε μια φορά, κι αυτό ήταν. Τα άφησε στην άκρη για την επόμενη.
 
(Ο εκδότης στη σελίδα του δίνει ως ενδεικνυόμενη ηλικία το 4+. Το θεωρώ υπερβολικό. Νομίζω ότι τα βιβλία μπορούν να διαβαστούν και από πολύ μικρότερα παιδιά.)

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ρόαλντ Νταλ, Ο Πελώριος Κροκόδειλος

Εικονογράφηση: Κουέντιν Μπλέικ, μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου, Εκδόσεις Ψυχογιός (από 7 ετών)


Επιτέλους ένας original κακός! Ξέρω ότι ακούγεται αλλόκοτο να ξεκινάς να παρουσιάσεις ένα παιδικό βιβλίο εκφράζοντας μια τέτοια ενθουσιώδη παραδοχή, ωστόσο αυτή υπαγορεύεται από δύο λόγους που θα αναλύσω παρακάτω.

Πρώτα απ' όλα, ο μεγάλος παραμυθάς Νταλ σκιαγραφεί με μοναδικό τρόπο σε αυτό το βιβλίο του ένα μνημειωδώς αντιπαθητικό, εξολοκλήρου απεχθές πλάσμα, το οποίο απολαμβάνει να κάνει το κακό και το διακηρύσσει με απίστευτο κυνισμό. Ένας κακός να τον πιεις στο ποτήρι, απ΄αυτούς που σε εξοργίζουν τόσο ώστε περιμένεις με ανείπωτη λαχτάρα να τους δεις στο καναβάτσο!

Έπειτα, εσχάτως το κακό ως παρουσία στα παιδικά βιβλία τελεί κατά κάποιον τρόπο υπό διωγμόν. Ο φόβος πολλών γονιών ότι τα παιδιά τους θα τραυματιστούν ψυχικά αντιλαμβανόμενα ότι στον κόσμο μας υπάρχουν ΚΑΙ κακοί οδηγεί σε αποκλεισμούς, στρογγυλέματα και, κατ' επέκταση, σε στρεβλώσεις, με αποτέλεσμα την αποκοπή από μια δυσάρεστη αλλά -πώς να το κάνουμε!- υπαρκτή πραγματικότητα.

Κι αν το ανατρεπτικό-εναλλακτικό ορθώς κερδίζει έδαφος στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, ας μην ξεχνάμε ότι ούτε κι αυτό μπορεί να υπάρξει από μονο του, χωρίς την παρουσία του στερεότυπου, έστω δυσάρεστου κι ενοχλητικού. Πώς άλλωστε να ανατρέψεις στη συνείδηση των παιδιών μια παγιωμένη αλήθεια αν αυτή δεν τους είναι καν γνωστή;

Να φέρω ένα παράδειγμα: Από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς παιδικών βιβλίων είναι ο Ζοφρουά ντε Πεννάρ. Σε αυτόν και στις ανατρεπτικές του ιστορίες αφιέρωσα και την πρώτη μου ανάρτηση σε αυτό το ιστολόγιο (Χορεύοντας με τους λύκους του Ζοφρουά ντε Πεννάρ). Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί διαβάζει τον Καλόκαρδο λύκο του Πεννάρ χωρίς να έχει ούτε καν ακουστά την αυθεντική Κοκκινοσκουφίτσα, τα αυθεντικά Τρία γουρουνάκια κ.ο.κ. Τι, αλήθεια, θα καταλάβει από την ιστορία; Ότι οι λύκοι είναι κατά βάση καλόκαρδοι; Και σε ποιο λογοτεχνικό υπέδαφος θα βασιστεί για να αντιληφθεί το διακειμενικό παιχνίδι και την ανατροπή, η οποία φέρνει και το γέλιο;

Ο Πελώριος Κροκόδειλος του Νταλ βέβαια δε μας προξενεί τέτοιου είδους προβλήματα, ίσα ίσα,  υπηρετεί με εξαιρετική συνέπεια το στερεότυπο. Και μόνο που βλέπεις οποιονδήποτε εκπρόσωπο του είδους άλλωστε, αγριεύεσαι, καθώς πρόκειται για ένα σαρκοβόρο, ύπουλο ζώο, το οποίο παράλληλα δε φημίζεται για τα κάλλη του. Κι αν κρίνω από τις γλαφυρές περιγραφές του μπαμπά του σπιτιού, ο οποίος πριν από δύο και κάτι χρόνια έτυχε να βρεθεί σε απόσταση λίγων μέτρων από το αχανές χασμουρητό ενός αλιγάτορα στα ειδυλλιακά Έβεργκλεϊντς, το θέαμα δεν είναι για καρδιακούς. Και, παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος κροκόδειλος έχει μια συμπεριφορά λίγο τραβηγμένη απ' τα μαλλιά, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι πείθει ως αυθεντικός, επικίνδυνος, νοσηρός κακός.


Δυο μακρινά ξαδέρφια του Πελώριου Κροκόδειλου όπως τα απαθανάτισε η φωτογραφική μηχανή του μπαμπά μας.
(Τελικά όλοι σε αυτή την οικογένεια κρύβουμε μέσα μας έναν Ράιλι!)

Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή: Ο Πελώριος Κροκόδειλος ζει σε ένα ποτάμι στην Αφρική, κι αν για τους υπόλοιπους του είδους του το ζητούμενο είναι να χορτάσουν την πείνα τους με ψάρια κι ό,τι άλλο βρουν γυρωτρόγυρα, αυτός αδημονεί να φύγει από το ποτάμι όπου κατοικοεδρεύει, να πάει σε μια κατοικημένη περιοχή για να φάει παιδάκια. Όχι από πείνα, αλλά από μια νοσηρή, ακατανίκητη λαιμαργία. Διαλαλεί μάλιστα την πρόθεσή του σε όποιον βρει μπροστά του: στον Χοντρομπάταλο, τον Ιπποπόταμο, στον Προβοσκίδα, τον Ελέφαντα, στον Σαλταπήδα, τον Πίθηκο, και στο Πλουμιστοπούλι. «Έχω σχέδια μυστικά κι έξυπνα κόλπα!» επαναλαμβάνει με κυνισμό και θράσος. Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά και απειλεί ανοιχτά κι επιτίθεται, σε μια επίδειξη δύναμης, στον Ελέφαντα, στον Σαλταπήδα, στο Πλουμιστοπούλι.

Ποια είναι όμως αυτά τα μυστικά σχέδια και τα έξυπνα κόλπα; Ο κροκόδειλος επιχειρεί να ξεγελάσει τα υποψήφια θύματά του με μια σειρά από μεταμφιέσεις: στήνεται όρθιος, βάζει μια τούφα φοινικόφυλλα στα δόντια του και παριστάνει τον κοκοφοίνικα· κάνει την τραμπάλα σε μια παιδική χαρά· παριστάνει το ζωάκι στο καρουζέλ· και στο φινάλε γίνεται πάγκος σ' ένα πάρκο όπου πάνε παιδιά για να κάνουν πικ νικ.

Βέβαια, εύλογα αναρωτιέται κανείς τι σόι «μυστικά» είναι αυτά τα σχέδια που τα περιφέρει από δω κι από κει γνωστοποιώντας τα πριν καν τα εφαρμόσει. Τι τον σπρώχνει σε αυτή την προκλητική συμπεριφορά; Η αφέλεια; Το θράσος; Η υπέρμετρη αυτοπεποίθηση; Η έντύπωσή του ότι ο τρόμος που προξενεί στα ζώα τα οποία συναντά είναι τόσο ισχυρός ώστε κανείς δε θα τολμήσει να του πάει κόντρα; Η σφοδρότητα της επιθυμίας, που κάνει θρύψαλα κάθε λογική; Όλα αυτά μαζί; 

Όπως και να 'χει, αυτό που δεν αντιλαμβάνεται το σαΐνι μας είναι ότι ο Χοντρομπάταλος, ο Σαλταπήδας, το Πλουμιστοπούλι κι ο Προβοσκίδας έχουν τα δικά τους «μυστικά σχέδια». Και κάθε φορά που ο Πελώριος Κροκόδειλος ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το καμουφλάζ του για να ορμήσει στα παιδιά που δεν έχουν αντιληφθεί την παρουσία του κάποιο απ' τα προαναφερθέντα ζώα εμφανίζεται απ' το πουθενά για να τα ειδοποιήσει για τον κίνδυνο που διατρέχουν, αποκαλύπτοντας έτσι τα «έξυπνα κόλπα» του κροκόδειλου. Και θα είναι ο Προβοσκίδας, ο μεγάλος άκακος ελέφαντας, αυτός που θα εφαρμόσει ένα αληθινά «έξυπνο κόλπο», δίνοντας στο αδίστακτο πλάσμα το τελειωτικό χτύπημα κι εξοβελίζοντάς το μια για πάντα από τις ζωές όλων!

Ο Νταλ στήνει μια ιστορία για παιδιά μικρότερης ηλικίας από τους συνηθισμένους του αναγνώστες. Τα υλικά του απλά: ευφάνταστα ονόματα για τα ζώα, απολύτως περιγραφικά των κυρίαρχων ιδιοτήτων τους, αφθονία επιθέτων, στιχάκια με ομοιοκαταληξία, που αποδίδουν εκφραστικά τη λαχτάρα του Πελώριου Κροκόδειλου για ανθρώπινο κρέας, και -ΦΥΣΙΚΑ- η διαρκώς επανερχόμενη φράση «Έχω σχέδια μυστικά κι έξυπνα κόλπα», η επανάληψη της οποίας απ' τη μια υπογραμμίζει την αρρωστημένη εμμονή του κροκόδειλου κι απ' την άλλη λειτουργεί υπονομευτικά, ειρωνικά, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αφελή τάση του να ξεφουρνίζει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί τις προθέσεις του. Σε παρόμοια κατεύθυνση και η εικονογράφηση, τονίζοντας τον άθλιο χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα με κωμικές πινελιές και παίζοντας με τις εκφράσεις του προσώπου του.

Εντέλει, αν κάτι μάς μένει απ' το βιβλίο του Νταλ, είναι μια σειρά από διαπιστώσεις: Το κακό μπορεί να καραδοκεί οπουδήποτε, ακόμα και δίπλα μας, ακόμα κι εκεί που δεν το περιμένουμε. Συχνά, βέβαια, υπερεκτιμά τις δυνάμεις του, από θράσος, ηλιθιότητα, υπερβολική αυτοπεποίθηση, εφαρμόζοντας τρομοκρατικές τακτικές κι εκμεταλλευόμενο το χώρο που του επιτρέπουμε να καταλάβει. Πάντως, αν το happy end στα παιδικά παραμύθια είναι ο κανόνας, εδώ το καλό δεν κερδίζει από συνήθεια, ούτε  από θεία ή μαγική παρέμβαση, αλλά επειδή κάποιοι -φαινομενικά αδύναμοι και φιλειρηνικοί τύποι- δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια έχοντας πρώτα σώσει το τομάρι τους. Μιλούν, προειδοποιούν, αντιδρούν. Σ' έναν κόσμο όπου οι έννοιες της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας και του κοινού καλού έχουν είτε τσαλαπατηθεί βάναυσα είτε μετατραπεί σε ιδεολογήματα κενά περιεχομένου, τα φιλήσυχα ζώα του Νταλ δειχνουν το δρόμο.   

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

P. H. Reynolds, Η τελεία

Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου, Εκδόσεις Αίσωπος (από 4 ετών)

 
Η Λία στο μάθημα της ζωγραφικής παραδίδει λευκές κόλλες. Στο κεφάλι της η ανασφάλειά της, η ατολμία της, ενδεχομένως κι η βαρεμάρα της, έχουν συμπυκνωθεί σ' ένα τεράστιο ΔΕΝ ΞΕΡΩ να ζωγραφίσω. Η δασκάλα της ζωγραφικής αντιμετωπίζει με χιούμορ το θέμα, δίνοντας στη μαθήτριά της να καταλάβει ότι ακόμα και μια λευκή σελίδα μπορεί να κρύβει μια κάποια μορφή δημιουργίας. Και την πείθει να κάνει στο λευκό χαρτί έστω μία μόνο τελεία. Κι όταν η Λία βλέπει την επόμενη βδομάδα την τελεία της κορνιζωμένη στον τοίχο, συνειδητοποιεί ότι μπορεί να κάνει κι άλλες. Τώρα που βρέθηκε το μέσο έκφρασης, η φαντασία αρχίζει να δουλεύει, τα χρώματα, τα πινέλα, οι βούρτσες, τα καβαλέτα κι οι... κουβάδες να παρέχουν κι αυτά τη συνδρομή τους στο εγχείρημα. Οι τελείες αρχίζουν να αναδύονται σε διαφορετικά μεγέθη, αποχρώσεις και υφές, σταδιακά μεταλλάσσονται σε ένα είδος τεχνικής ή τεχνοτροπίας -τον πουαντιγισμό άραγε τον έχει ακουστά το κορίτσι μας;-, η μικρή πλημμυρίζει από αυτοπεποίθηση, το κοινό εκφράζει γενναιόδωρα το θαυμασμό του στην έκθεση του σχολείου... Κι όταν ένας μικρός θαυμαστής εξομολογείται στη Λία ότι κι αυτός ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να ζωγραφίσει, η ηρωίδα του βιβλίου είναι αυτή που με τη σειρά της θα του δείξει τον τρόπο!
 





Η εικονογράφηση, άλλοτε με χρώμα κι άλλοτε χωρίς, μας βάζει στο πνεύμα του βιβλίου: Σε κάποιες σελίδες το χρώμα απουσιάζει, για να εκφράσει την άρνηση της Λίας να τραβήξει έστω μία γραμμή. Σε κάποιες άλλες είναι εκεί, για να ντύσει τους πίνακές της ή για να εκφράσει το δημιουργικό της οίστρο. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη στιγμή που η μικρή αρχίζει να ζωγραφίζει τις τελείες της η κατά τ' άλλα ασπρόμαυρη φιγούρα της είναι βαλμένη σε πολύχρωμα φόντα στο σχήμα τεράστιας τελείας. (Κάτι που μου έκανε εντύπωση εξάλλου είναι ότι η ζορισμένη Λία που αρνείται να ζωγραφίσει χρησιμοποιεί το μολύβι με το δεξί. Η άλλη Λία, η απελευθερωμένη, ζωγραφίζει με το αριστερό.)
 
Η Τελεία είναι ένα βιβλίο για την ανάγκη και το δικαίωμα όλων να εκφράζονται με τον τρόπο τους, ακόμα κι αν αυτός φαντάζει απλοϊκός, άτεχνος κι αφελής. Για τη δημιουργική φαντασία, που αρκεί να της ανοίξεις μια μικρή χαραμάδα για να αποτυπωθεί ακόμα και με τα πιο βασικά εργαλεία. Για το πώς οι φοβίες κι οι ανασφάλειες μπορούν να μετασχηματιστούν σε κινητήρια δύναμη έκφρασης και δημιουργίας, χαρίζοντας αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση.

Πάνω απ' όλα, ένα βιβλίο για τον καταλυτικό ρόλο του δασκάλου, ο οποίος με μια και μόνο κουβέντα ή προτροπή μπορεί να άρει επιφυλάξεις κι αρνήσεις, οδηγώντας το παιδί όχι μόνο στην αυτοέκφραση αλλά και στην εξερεύνηση και διατύπωση εσώτερων αναγκών και κατ' επέκταση στην αυτογνωσία. Η υπομονή, η ήρεμη προτροπή, το χιούμορ της δασκάλας της Λίας, αλλά και η εξατομίκευση των απαιτήσεών της -το γεγονός δηλαδή ότι ζητά από τη μαθήτριά της το μίνιμουμ αλλά και το επιβραβεύει- απελευθερώνουν πλήρως τη μικρή. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του σ' έναν παλιό του καθηγητή, ο οποίος λειτούργησε γι' αυτόν τόσο ενθαρρυντικά όσο κι η δασκάλα της ζωγραφικής για τη Λία. 
 
Παρότι πολλά ακούγονται για συστήματα, παιδαγωγικές μεθόδους και λοιπές ενδιαφέρουσες αφαιρέσεις που επιμένουν να βάζουν τον άνθρωπο στο περιθώριο -χωρίς πάντως κι εγώ η ίδια να αμφισβητώ ότι η παιδαγωγική κατάρτιση και συνέπεια είναι η βάση πάνω στην οποία θα πρέπει να στηριχτεί κάθε εκπαιδευτικό εγχείρημα-, η ιστορία της μικρής Λίας μ' έκανε να θυμηθώ με νοσταλγία κι ευγνωμοσύνη τους δυο τρεις εκείνους ανθρώπους που σε μια διαδρομή δύο σχεδόν δεκαετιών στα θρανία μπόρεσαν με μια κουβέντα, ένα νεύμα, ένα χαμόγελο έστω να μου ανοίξουν νέους δρόμους. Είναι και γι' αυτούς -και για όλους σαν κι αυτούς- που μιλάει τούτο το βιβλίο.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Αμάντα Λάμρι & Λόρα Χάρβιτς, «Οι περιπέτειες του Ράιλι»

Εικονογράφηση: Σάρα ΜακΙντάιρ, μετάφραση: Α. Μοσχονά, Μ. Μπουρνάζος, Εκδόσεις Κέδρος (από 6 ετών)


Το σχέδιο εργασίας είχε το γενικό τίτλο Τα ζώα. Εμείς ως άξιοι γονείς έπρεπε να συνδράμουμε το έργο του εκπαιδευτικού προσωπικού δίνοντας εναύσματα στα παιδιά μας μέσα από αναφορές σε συναφή βιβλία, εικόνες, έργα τέχνης, ό,τι μας φώτιζε ο Μεγαλοδύναμος τέλος πάντων. Προσωπικά, έχω ένα θεματάκι με οτιδήποτε εγκυκλοπαιδικό. Λυπάμαι που το λέω έτσι χοντρά και άκομψα, αλλά βαριέμαι. Ως παιδί, έμαθα ό,τι έμαθα κυρίως από εξωσχολικά διαβάσματα με fictional ως επί το πλείστον χαρακτήρα. Και ξέρω ότι για τα περισσότερα παιδιά η περιπέτεια της γνώσης λειτουργεί απογειωτικά όταν παντρεύεται στη φαντασία τους με την άλλη, τη σκέτη περιπέτεια.

Στο σπίτι διαθέτουμε κάμποσα βιβλία με ήρωες ζωάκια. Δε νομίζω όμως ότι αυτό ήταν το ζητούμενο - να αναμασήσουμε δηλαδή ιστοριούλες στις οποίες τα ζώα υιοθετούν ανθρώπινες ως επί το πλείστον συμπεριφορές. (Θυμάμαι, στην πρώτη μας επίσκεψη στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο πριν από τρία χρόνια, η μικρή ξενέρωσε όταν συνειδητοποίησε πως οι αρκούδες δε συμπεριφέρονταν ακριβώς σαν πρωτοξάδερφα του Γουίνι, κι αυτό υπήρξε σημαντικό μάθημα και για μας αναφορικά με την ανάγκη του ίδιου του παιδιού να ενσωματωθεί σταδιακά και ήπια σε μια πραγματικότητα ενδεχομένως όχι ρόδινη, πάντως υπαρκτή.) Δεν ήταν δύσκολο επιπλέον να καταλάβω ότι κάποια στιγμή θα μας τελείωναν και η Απίθανη εγκυκλοπαίδεια Larousse του Μεταίχμιου, και το Μουσείο των δεινοσαύρων του Πατάκη, και τα πρώτα επεισόδια του εμβληματικού Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος για το πώς γεννήθηκαν οι πρώτες μορφές ζωής στη Γη, και ό,τι άλλο περί το αντικείμενο ξεφυλλίζαμε ή χαζεύαμε αμέριμνες τα χειμωνιάτικα απογεύματά μας. Χρειαζόμασταν ένα συνεκτικό κρίκο ανάμεσα στα ζωολογικού χαρακτήρα ενδιαφέροντα της μικρής και στη δίψα της για πλοκή, δράση, περιπέτεια!
 
Τα τέσσερα βιβλία από τις «Περιπέτειες του Ράιλι», με τα οποία συναπαντήθηκα τυχαία, κι ενώ αναζητούσα κάτι άσχετο, ένα μεσημέρι Τρίτης στο παιδικό τμήμα ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου, ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνα. Πρώτη μου παρόρμηση αφού τα ξεφύλλισα ήταν να τα αγοράσω όλα με τη μία και να τα κουβαλήσω περιχαρής στο σπίτι. Αντιστάθηκα - κυρίως ενθυμούμενη τη μοναδική συγκίνηση της προσμονής στα δέκα μου χρόνια, τότε που ο πατέρας μου μου έδινε με το σταγονόμετρο τους έξι τόμους του Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος, έναν τη βδομάδα. Πήρα λοιπόν μόνο το Σαφάρι στη Νότιο Αφρική, κι από την ενθουσιώδη ανταπόκριση της οποίας έτυχε στο σπίτι, ήξερα ότι μέσα σ' ένα μήνα θα είχαμε αγοράσει και τους υπόλοιπους τρεις τόμους της σειράς: Τίγρεις στο Τεράι, Διάσωση στον Αμαζόνιο, Δελφίνια σε κίνδυνο.





Έχω ήδη ξοδέψει τρεις παραγράφους περιγράφοντας το χρονικό της γνωριμίας μας με τον Ράιλι χωρίς να έχω πει κουβέντα για το ποιος είναι ο νεαρός και με τι καταπιάνεται στη ζωή του. Λοιπόν, ήρωας των βιβλίων είναι ένας συνηθισμένος εννιάχρονος, ο οποίος όμως έχει την τύχη και τη χαρά να διαθέτει ένα θείο ονόματι Μαξ, παγκοσμίου φήμης βιολόγο παρακαλώ. Ο θείος Μαξ λοιπόν, κάθε φορά που ξεκινάει για έναν καινούριο προορισμό επιστημονικού ενδιαφέροντος, καλεί κοντά του το Ράιλι, ο οποίος, παρέα με την ξαδέρφη του την Άλις, ανακαλύπτει τη χλωρίδα και την πανίδα των περιοχών που επισκέπτεται, γνωρίζεται με τους ντόπιους, από τους οποίους αντλεί ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον τοπικό πολιτισμό, ενώ οι ριψοκίνδυνες συμπεριφορές του και το υπερβολικά ανήσυχο πνεύμα του τον οδηγούν σε περιπέτειες και μπελάδες, απ' όπου όλο και κάποιος μεγάλος θα βρεθεί να τον σώσει.

Εννοείται πως η πλοκή είναι ελαφρώς σχηματική κι όχι ιδιαίτερα ρεαλιστική - πού ακούστηκε εννιάχρονο να σερφάρει ολομόναχο στον Ειρηνικό, να χάνεται στα καλά καθούμενα στον Αμαζόνιο και να βολτάρει αμέριμνο δίπλα σε κόμπρες στο Νεπάλ; Τι σόι γονείς, αλήθεια, είναι αυτοί που αφήνουν το βλαστάρι του εκτεθειμένο σε τέτοιους κινδύνους; Και τι άμυαλος θείος αυτός ο Μαξ! Δε χρειάζεται, φαντάζομαι, να σας το αναλύσω ότι η πλοκή είναι απλώς το πρόσχημα, η δικαιολογία για να περιπλανηθεί το παιδί αναγνώστης με τρόπο ευχάριστο και χωρίς να βαρεθεί τη ζωή του σε μια τεράστια γκάμα εκπροσώπων του ζωικού και φυτικού βασιλείου κάθε περιοχής, αλλά και να προβληματιστεί γύρω από σοβαρά οικολογικά ζητήματα, όπως ο κίνδυνος εξαφάνισης ορισμένων ειδών.

Ο συνδυασμός σκίτσων και φωτογραφιών στην εικονογράφηση ζωντανεύει με ρεαλιστικό τρόπο τα ταξίδια του Ράιλι, ενώ σε ειδικό πλαίσιο σε κάθε σελίδα δίνονται σημαντικές πληροφορίες για ζώα -κυρίως- και φυτά από ειδικούς επιστήμονες, συνεργάτες και στελέχη οργανισμών όπως το WWF, το Ίδρυμα Smithsonian και η Εταιρεία Προστασίας Άγριων Ζώων.

Διαβάσαμε τις «Περιπέτειες του Ράιλι» αρκετά μεσημέρια και βράδια στη διάρκεια των διακοπών μας. Και κοντά στο τέλος του Αυγούστου είχαμε κι εμείς την ευκαιρία να νιώσουμε κάτι από την αύρα περιπέτειας που τυλίγει τον εννιάχρονο φίλο μας όταν σ' ένα δασικό δρόμο στη Βάλια Κάλντα, έχοντας ήδη κάνει τη γνωριμία μας με λίμνες σκέτες, λίμνες με νούφαρα, πηγές, ρυάκια, γεφύρια και κοπάδια από φιλήσυχες αγελάδες, κι ενώ επιστρέφαμε από την καρδιά της κοιλάδας, είδαμε στα είκοσι μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητό μας ένα μικρό, σβέλτο αρκουδάκι να ξεπετάγεται μέσ' απ' το δάσος στο δρόμο και με δυο πηδήματα να χάνεται στην αποπάνω πλαγιά. «Ζούμε και μεις μια περιπέτεια, σαν τον Ράιλι!» μου πέταξε η περιπετειώδης κόρη μου μέσα στο αυτοκίνητο. Κι άρχισε να εξηγεί στο συνομήλικό της φίλο της στο διπλανό κάθισμα τι ακριβώς εστί Ράιλι. Kαι μετά πήραν να τραγουδάνε παρέα την «Αρκούδα καφέ» από τη Λιλιπούπολη, ως άλλοι σαμάνοι που μέσα από τη μαγική τους επίκληση θα ξανάφερναν το αρκουδάκι μπροστά στα μάτια μας. «Μάλλον μας άκουσε που το τραγουδάγαμε νωρίτερα, γι' αυτό εμφανίστηκε μπροστά μας!» σχολίαζαν. Κατεβαίνοντας στο κοντινό χωριό, μάθαμε από τους ντόπιους ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χρόνια στην περιοχή και δεν έτυχε να συναντήσουν ποτέ αρκούδα. Κι αυτό έδωσε άλλες διαστάσεις στην εμπειρία μας.

Τις επόμενες μέρες περάσαμε μια φάση απίστευτης ταύτισης με τον Ράιλι. Η ιδέα δεν ήταν ότι θα γινόμασταν κι εμείς εξερευνητές, αλλά ότι θα γράφαμε και θα εικονογραφούσαμε την περιπέτειά μας, παράγοντας ένα αντίστοιχο βιβλίο. Στην πορεία το project ξεχάστηκε. Είναι αυτά τα μεγαλεπήβολα, ενθουσιώδη παιδικά σχέδια της μιας βδομάδας. Μέχρι να έρθει το επόμενο. Ο φίλος της πάντως είχε τη χαρά να αποκτήσει το Σαφάρι στη Νότιο Αφρική και, κρίνοντας από τα λεγόμενα των γονιών του, νομίζω ότι έχει βάλει πλώρη και για τα επόμενα βιβλία της σειράς!

(Ενδεχομένως κάποιες από τις επιστημονικές πληροφορίες που δίνονται στα βιβλία να ξεπερνούν τις δυνατότητες ενός μικρού παιδιού. Πάντως το crash test σε δυο πεντάχρονα υπήρξε άκρως πετυχημένο, έστω κι αν χρειάστηκε να απαλειφθούν ή να στρογγυλευτούν κάποια εξειδικευμένα στοιχεία, ποσοτικού κυρίως χαρακτήρα.)

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Éric Puybaret, Ο φεγγαροσκεπαστής

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Αίσωπος (από 4 ετών)

 
Με ένα εξαιρετικό εύρημα ξεκινάει το βιβλίο του ο Éric Puybaret, συστήνοντάς μας ένα πολύ ενδιαφέρον επάγγελμα, την ύπαρξη του οποίου οι περισσότεροι από μας πάω στοίχημα ότι δεν είχαμε καν υποψιαστεί: το επάγγελμα του φεγγαροσκεπαστή! Δύσκολη δουλειά, που απαιτεί ειδικές σπουδές στη Μεγάλη του Κόσμου Σχολή αλλά και περίσσια επιδεξιότητα. Δεν είναι απλό πράγμα άλλωστε να σκεπάζεις κάθε βράδυ το φεγγάρι μ' ένα σεντόνι για να το κρύψεις ολόκληρο ή έστω ένα κομμάτι του. Μάλιστα, κάτι τέτοιες δουλειές χρειάζονται, πέρα από ειδικές γνώσεις και έμφυτο ταλέντο, και μια σταλιά μαγείας, κι αυτή την εξασφαλίζει μια μαγική καραμέλα που κάνει τον εκάστοτε φεγγαροσκεπαστή ανάλαφρο για να μπορεί να φτάσει τη σελήνη.
 
Κάπως έτσι αρχίζουν τα βάσανα του μικρού άρτι αποφοιτήσαντος φεγγαροσκεπαστή που ακούει στο όνομα Τιμολέων, ο οποίος έρχεται να αντικαταστήσει τον κουρασμένο από τρεις αιώνες δουλειάς προκάτοχό του, γερο-Ναπολέοντα. Ο Τιμολέων χάνει τη μαγική καραμέλα του κι αναζητά, με τη βοήθεια μιας σειράς πρόθυμων συμμάχων, έναν τρόπο για να φτάσει στο φεγγάρι: επιστρατεύονται με τη σειρά ένα χάρτινο αεροπλανάκι, ένας τεράστιος χαρταετός, δυο θεόρατα ελατήρια, μια πελώρια σαπουνόφουσκα, ένα σμήνος σπουργίτες, ένας σφαιροβόλος, μια σφεντόνα... Τίποτα και κανείς όμως δεν κατορθώνει να στείλει στο φεγγάρι τον μικρό φεγγαροσκεπαστή. Και τότε αποφασίζουν όλοι να ενώσουν τις δυνάμεις τους μπροστά στον κοινό σκοπό, φτιάχνοντας μια ανθρώπινη σκάλα, στην κορυφή της οποίας στέκει ο Τιμολέων!

Το φινάλε -ένας ύμνος στην ανθρώπινη αλληλεγγύη- μπορεί να μην είναι το πιο αναπάντεχο του κόσμου - άλλωστε την ιδέα της ανθρώπινης σκάλας κάπου την έχουμε ξαναδεί, κάπου την έχουμε ξανακούσει. Ωστόσο το θέμα σ' ένα βιβλίο -και μάλιστα παιδικό- δεν είναι μονάχα το τι λες αλλά και το πώς το λες, κι ακόμα περισσότερο το πώς το δείχνεις.

Κι ο Φεγγαροσκεπαστής είναι ένα αληθινό εικαστικό επίτευγμα, διαθέτοντας μια εικονογράφηση που θα μπορούσε να σταθεί ολομόναχη, χωρίς ούτε μια αράδα κειμένου: Με μια πόλη μαγική, κόκκινες σκεπές και καλντερίμια λουσμένα στο φως του φεγγαριού, με ένα ατέρμονο παιχνίδι φωτός και σκιάς, κι όλες τις αποχρώσεις της νύχτας να ντύνουν ουρανό και γη. Οι ανθρώπινες μορφές, τις περισσότερες φορές με τη σκιά τους να τις συνοδεύει ακούραστη, θυμίζουν ξύλινες κούκλες, με κινήσεις που παραπέμπουν σε μαριονέτες. Σε κάποια σαλόνια του βιβλίου μάλιστα η αίσθηση αυτή επιτείνεται από τα διαδοχικά καρέ, το ένα δίπλα στο άλλο, με τα οποία ο συγγραφέας και εικονογράφος επιλέγει να αποδώσει την κίνηση των χαρακτήρων.

Όσο για το κείμενο, ακολουθεί πειθήνια τα τερτίπια της εικόνας: άλλοτε καμπυλώνοντας στο σχήμα του μισοφέγγαρου, άλλοτε φωλιάζοντας μέσα σ' ένα ολόγιομο φεγγάρι, άλλοτε ακολουθώντας το σχήμα και τις κινήσεις των αντικειμένων. Κι όταν δεν αρκεί μια απλή σελίδα για να χωρέσει ολόκληρη η ανθρώπινη σκάλα που φτάνει ίσαμε το φεγγάρι, από πάνω της ξεφυτρώνει μια δεύτερη σελίδα, καταρρίπτοντας τους νόμους της ορθόδοξης ανάπτυξης του βιβλίου. Το ζητούμενο άλλωστε δεν είναι να στριμωχτεί η ιστορία σε συμβατικές προδιαγραφές, αλλά να φτιαχτεί ένα βιβλίο με τρόπο τέτοιο ώστε να μην τραυματιστεί στο ελάχιστο η εικαστική της αρτιότητα. 

Ξαναδιάβασα προχτές το Φεγγαροσκεπαστή ύστερα από δυο ολόκληρα χρόνια. Είναι ένα από τα ελάχιστα βιβλία που έχω αγοράσει χωρίς δεύτερη ματιά, παρασυρμένη από τον τίτλο και το εξώφυλλο. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του, χαζεύοντας την εικονογράφησή του, ακολουθώντας το κείμενό του σε ανηφόρες, κατηφόρες, λοξές και καμπύλες διαδρομές, ένιωσα την ίδια συγκίνηση που με είχε κατακλύσει και στην πρώτη ανάγνωση: Για μια ιστορία που μιλάει για πανανθρώπινες αξίες χωρίς να κραυγάζει διδαχές. Αλλά και για μια εικονογράφηση που είναι από μόνη της αυτή η ιστορία. Με μοναδικό της όπλο την ακατανίκητη αλήθεια της ομορφιάς της. 

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κώστας Μάγος, Ο Τραμ

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Εκδόσεις Πατάκη, (από 6 ετών)


Μια τρυφερή ιστορία περιπλάνησης στη μεγαλούπολη. Ήρωάς της ένας αδέσποτος σκύλος, παρατημένος από το αφεντικό του στους δρόμους της Αθήνας. Το αρχικό σοκ της εγκατάλειψης διαδέχεται ο αγώνας για επιβίωση και η εξοικείωση με τις τεχνικές της, η γνωριμία με άλλα αδέσποτα ζώα αλλά και με την αστική καθημερινότητα.
 
Ιδιαίτερη γοητεία στον ήρωά μας ασκεί το τραμ. Η συχνή παρουσία του μάλιστα στη στάση του αγαπημένου του μεταφορικού μέσου γίνεται αφορμή να τον βαφτίσουν κι αυτόν Τραμ. Εκεί, στη στάση, θα αποκτήσει μια σειρά από καινούριους φίλους: τους εργαζόμενους στο τραμ, μια μικρή μαθήτρια, μια μετανάστρια, έναν τυφλό.
 
Κάποιοι απ' αυτούς έχουν γνωρίσει τη δύσκολη πλευρά της ζωής, κι ίσως γι' αυτό μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα απ' τους άλλους τη μοναξιά του αδέσποτου τετράποδου. Του χαρίζουν απλόχερα την προσοχή τους, το χάδι τους, την αγάπη τους, πασχίζοντας να ανακαλέσουν μέσα απ' την επαφή τους μαζί του μακρινές αναμνήσεις ή να ανακτήσουν χαμένες αισθήσεις. 

Βέβαια, ο Τραμ αυτό που θέλει περισσότερο, πέρα και πάνω από σκυλίσιες κι ανθρώπινες φιλίες, είναι να ξαναποκτήσει ένα δικό του σπίτι. Θα το πετύχει εντέλει, ίσως όχι με τον τρόπο που θα υπαγόρευε ένα εμπορικό μελό με happy end, στο βαθμό πάντως που το επιτρέπουν οι δυνατότητες των καινούριων του φίλων αλλά και το επιβάλλει το πνεύμα της αφήγησης, η οποία θέλει τον Τραμ ζωντανό στοιχείο της πόλης, κι όχι απομονωμένο/φυλακισμένο σε κάποιο καινούριο μπαλκόνι περιστασιακών φιλόζωων.

Ο Κώστας Μάγος δε μας δίνει απλώς ένα βιβλίο για τη ζωοφιλία. Μας μιλάει για τη μοναξιά του άστεγου, του εγκαταλειμμένου, του κοινωνικά ανένταχτου. Μέσα απ' την περιπλάνηση του σκύλου στην καρδιά της Αθήνας,  ο συγγραφέας βρίσκει αφορμή να αναφερθεί στη νοσταλγία του μετανάστη, στις δυσκολίες των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, στα πολυάριθμα πρόσωπα μιας πόλης που πάντως ακόμα και στις πιο άχαρες γωνιές της μπορεί να κρύβει τρυφερότητα κι ανθρωπιά.

Η επιλογή του Γιώργου Σγουρού να συνδυάσει φωτογραφία και σκίτσο στην εικονογράφηση του βιβλίου συμβάλλει στην πειστική απόδοση του αστικού τοπίου και δένει εξαιρετικά με το λιτό κείμενο. 

Ένα βιβλίο για εκείνους που επιμένουν να αναζητούν μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά τους μικρές χαραμάδες ελπίδας κι αισιοδοξίας.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Εύη Γεροκώστα, Πώς γεννήθηκαν τα όνειρα

Εικόνες: Δήμητρα Ψυχογυιού, Εκδόσεις Μεταίχμιο (από 6 ετών)


Ένα βιβλίο για μικρά παιδιά, που ιστορεί την ποιητική εκδοχή της συγγραφέα για το πώς πλάστηκαν τα όνειρα.
 
Όλα ξεκινούν όταν ένα Σύννεφο ερωτεύεται τον Ήλιο. Του εκφράζει την αγάπη του με κάθε τρόπο. Ο Ήλιος απλώς κολακεύεται και νιώθει περηφάνια για όλη αυτή την προσοχή. Η αγάπη όμως του Σύννεφου είναι τόσο μεγάλη, ώστε, όταν ο Ήλιος βρίσκεται σε κίνδυνο, εκείνο είναι πρόθυμο να θυσιαστεί για χάρη του. Και, μην ακούγοντας μια ελάχιστη καλή κουβέντα από το αντικείμενο της αγάπης του, χάνεται. Αίφνης, η απώλεια κλονίζει τον Ήλιο. Κι όταν κάθε απόπειρα αναζήτησης του Σύννεφου αποδεικνύεται μάταιη, εκείνος βρίσκει καταφύγιο στο όνειρο…
 
Μια ιστορία που, ακολουθώντας τη φόρμα του παραμυθιού και με όχημα μια γλώσσα απλή που ωστόσο δε στερείται ποιητικότητας, μιλάει για την ανυστερόβουλη αγάπη που αγγίζει την αυτοθυσία. Κι ακόμα για το πώς ο ναρκισσισμός και η φιλαυτία μπορούν να οδηγήσουν στη ματαίωση και στην απώλεια. Κυρίως, για το πώς το απόσταγμα της θλίψης και της μοναξιάς μας μπορεί να είναι κάτι τόσο όμορφο αλλά και φευγαλέο όσο το όνειρο.

Η εικονογράφηση της Δήμητρας Ψυχογυιού, με μια αύρα από παλιό, καλό παραμύθι, παραμένει πιστή στο πνεύμα της αφήγησης, άλλοτε αποτυπώνοντας με ζωηρές, πολύχρωμες εικόνες τον ενθουσιασμό της αγάπης και τη χαρά του Σύννεφου, άλλοτε υπαινισσόμενη, σε πιο μελαγχολικούς τόνους, τη θλίψη της προδοσίας και τη μοναξιά της απώλειας, κι άλλοτε ζωγραφίζοντας στις αποχρώσεις των κατακόκκινων ρουμπινιών, του δροσερού ροδόνερου και της λαμπερής χρυσόσκονης τον κόσμο του ονείρου.
Δεν είμαι σίγουρη αν  το όνειρο είναι μονάχα το απόσταγμα της θλίψης μας για ό,τι χάθηκε παντοτινά, το αποκούμπι μας για ό,τι ξέρουμε πως δε θα ξαναγγίξουμε ποτέ. Το Πώς γεννήθηκαν τα όνειρα πάντως είναι ένας οδηγός στην ατόφια, ανέγγιχτη, γι’ αυτό κι άφθαρτη, ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τα κλειστά μάτια. Κι ένας τρόπος να μιλήσουμε στα παιδιά με λόγια απλά γι’ αυτή, δίνοντάς τους το έναυσμα να βαδίσουν άφοβα μέσα στα χρώματα και στις εικόνες της, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από κομμάτι της δικής τους φαντασίας και των δικών τους επιθυμιών.  

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Ο μικρός δράκος Καρύδας του Ίνγκο Ζίγκνερ

Απόδοση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Αερόστατο (από 5 ετών)


Η εποχή που οι δράκοι ήταν απαραιτήτως κάτι κακόβουλα, μοχθηρά πλάσματα τα οποία ξερνοβολούσαν διαρκώς φωτιές, κρατούσαν φυλακισμένες όμορφες πριγκίπισσες και έκαναν τσιμπούσια με ανυποψίαστα παιδάκια έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η σύγχρονη παιδική λογοτεχνία έχει εδώ και αρκετό καιρό αποφασίσει να επανορθώσει για την τόση δυσφήμηση του συμπαθούς αυτού είδους, χαρίζοντάς μας κατά καιρούς αξιολάτρευτους δρακοήρωες. Ένας από αυτούς είναι ο μικρός κόκκινος δράκος του Ίνγκο Ζίγκνερ που ακούει στο όνομα Καρύδας, τον οποίο έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα από τα τέσσερα –μέχρι στιγμής– βιβλία με τις περιπέτειές του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αερόστατο σε απόδοση της Μαρίας Αγγελίδου.

Όπως μαθαίνουμε στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Ο μικρός δράκος Καρύδας και οι περιπέτειές του, ο Καρύδας είναι ένας μικρός δράκος της φωτιάς που ζει σε έναν μακρινό τόπο, το Νησί των Δράκων. Δεν έχει μάθει ακόμα να πετάει, ούτε να μετράει σωστά τις δυνάμεις του. Κι αυτό κάποιες φορές τον δυσκολεύει, όμως το θάρρος, η αισιοδοξία και το θετικό του βλέμμα απέναντι σε κάθε καινούρια γνωριμία ή πρόκληση τον βοηθούν να ξεπερνάει εμπόδια που αρχικά φαντάζουν ανυπέρβλητα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και του ανοίγουν δρόμους σε νέες γνώσεις ή του δίνουν την ευκαιρία να αποκτήσει καινούριους φίλους. Έτσι, στις ιστορίες του πρώτου βιβλίου της σειράς, ο Καρύδας βοηθάει μια παγιδευμένη φάλαινα κι εκείνη ανταποδίδει με έναν τρόπο ευφάνταστο και άκρως συναρπαστικό. Κατόπιν ο μικρός δράκος σώζει από μεγάλο κίνδυνο μια μικρή σκαντζοχοιρίνα, τη Ματίλντα, με την οποία γίνεται κολλητός φίλος. Κάποια άλλη στιγμή, πάλι, ξεπερνάει τους φόβους του και πλησιάζει ένα μοναχικό τέρας, που ίσως και να μην είναι τόσο τρομακτικό όσο φαίνεται…
 
Στο δεύτερο βιβλίο, με τον τίτλο Ο μικρός δράκος Καρύδας πάει σχολείο, ο ήρωάς μας γνωρίζεται με έναν μικρό φαγανόδρακο που οι γονείς του δεν του επιτρέπουν να φοιτήσει στο σχολείο των μικρών δράκων της φωτιάς. Ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις του, ο Καρύδας γίνεται φίλος με τον Όσκαρ, βοηθώντας τον να ανακαλύψει άγνωστα ταλέντα και να πείσει τους γονείς του να του επιτρέψουν να κάνει ελεύθερα τις δικές του επιλογές.

Στο Ο μικρός δράκος Καρύδας και το κυνήγι του χαμένου θησαυρού η εκπαιδευτική εκδρομή του Καρύδα και των φίλων του στο Νησί της Χελώνας καταλήγει σε μια συναρπαστική περιπέτεια αναζήτησης του θησαυρού ενός τρομερού πειρατή, γεμάτη ανατροπές και εκπλήξεις. Ως πού φτάνει ο φόβος του πειρατή Πίτερ; Και πόσο επικίνδυνο κι αδίστακτο είναι τελικά το γιγαντιαίο χταπόδι με το οποίο θα βρεθούν αντιμέτωποι ο Καρύδας, ο Όσκαρ και η Ματίλντα; Πάνω απ’ όλα, θα καταφέρουν ο Καρύδας και οι φίλοι του να αποκομίσουν κάποιο κέρδος από την παράτολμη εξόρμησή τους στα βάθη της θάλασσας;

 
Τέλος, στο Ο μικρός δράκος Καρύδας και οι άγριοι πειρατές Καρύδας και Ματίλντα μπλέκουν σε μια πειρατική περιπέτεια γεμάτη ερημονήσια, ανταρσίες πληρωμάτων και συγκρούσεις αντίπαλων κουρσάρων. Οι δυο φίλοι βρίσκονται αρκετές φορές σε δύσκολη θέση, το θάρρος τους όμως, η ευρηματικότητα και η εξυπνάδα τους για μια ακόμα φορά όχι απλώς τους βγάζουν ασπροπρόσωπους, αλλά και τους επιτρέπουν να αποκαταστήσουν αδικίες και να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση κάποιων μετανιωμένων «κακών»!

Συγγραφέας μαζί και εικονογράφος, ο Ζίγκνερ έχει δημιουργήσει έναν αξιολάτρευτο μικρό ήρωα, παράτολμο αλλά και γλυκό, τρυφερό και χαριτωμένο, ακριβώς όπως κάθε μικρό παιδάκι. Κάθε περιπέτειά του κατά βάθος δεν είναι άλλο από ένα αφελές όσο και χαριτωμένο παιδικό παιχνίδι, με ευτυχή αν και αναπάντεχη κάποιες φορές κατάληξη. Κοντά στον Καρύδα μια σειρά από συμπαθή κι ετερόκλητα πλάσματα, όπως ο θαλάσσιος δράκος Αμεδαίος, ο μικρός φαγανόδρακος Όσκαρ, η Ματίλντα φυσικά, ο γερο-δάσκαλος Κορνήλιος, η γριά γιγαντοχελώνα Ολεμίνα. Στον κόσμο του Καρύδα τα μεγέθη, όπως και τα στερεότυπα, ανατρέπονται: υπάρχουν μικροσκοπικοί δράκοι και γιγάντιες χελώνες, με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν καλοί πειρατές και κακοί πειρατές, αλλά και πειρατές έτοιμοι να διαψεύσουν κάθε φήμη περί το άτομό τους. Τελικά, τίποτα δεν είναι όπως δείχνει, γι' αυτό και όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία, ή έστω μια δεύτερη ματιά.

Μια μικρή έρευνα στη σελίδα του συγγραφέα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς ότι κάμποσα βιβλία με τα κατορθώματα του μικρού δρακοήρωα περιμένουν υπομονετικά να μεταφραστούν στα ελληνικά. Ας ελπίσουμε πως σύντομα ο μικρός δράκος Καρύδας θα ξαναχτυπήσει και στη γλώσσα μας, παρασύροντάς μας σε νέες συναρπαστικές περιπέτειες…

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Ταξιδεύοντας στις λέξεις του κύριου Ευγένιου - Ευγένιος Τριβιζάς, «Ιστορίες με προβοσκίδα»

Εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος (από 2,5-3 ετών)


Άργησα πολύ να κάνω μια γνωριμία της προκοπής με τα βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά. Στα μισά ακριβώς της δεκαετίας του ’80, όταν ο κύριος Ευγένιος επαναπροσδιόριζε το τοπίο του παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα, εγώ εγκατέλειπα το δημοτικό για το γυμνάσιο και με μεγάλη καθυστέρηση βρέθηκα να διαβάζω τα βιβλία του ως… παρένθετη αναγνώστρια δυόμισι δεκαετίες αργότερα.

Έχοντας φάει τρία χρόνια τώρα με το κουτάλι Φρικαντέλες, Φουφήχτρες,  Δόνες Τερηδόνες, Μαυρίκιους Μαυρούληδες, Γκουντούν, Πίκους Απίκους και άλλα θαυμαστά πλάσματα, έχοντας ταξιδέψει στο Νησί των Πυροτεχνημάτων, στη ζούγκλα του Ζουπαζονίου, στο Λιχουδιστάν, στην Κουμασιλάνδη, στη Φρουτοπία και σε τόσα άλλα μαγικά μέρη, νομίζω πως δικαιούμαι πια να μιλήσω για ό,τι περισσότερο έχω αγαπήσει μέχρι στιγμής από τον κόσμο του κύριου Ευγένιου. Σαν παιδάκι συνεπαρμένο από τη νεόκοπη γεωγραφία του. Αλλά και σαν ενήλικη εντυπωσιασμένη από την ικανότητά του να διαχειρίζεται με τόση ευρηματικότητα τα ανεξάντλητα αποθέματα ελευθερίας της παιδικής λογοτεχνίας. Αν υπάρχει λοιπόν κάτι από τον Τριβιζά που κάνει να συναντιούνται μ’ έναν τρόπο αξεδιάλυτο μέσα μου το παιδί κι η ενήλικη, οπωσδήποτε αυτό είναι οι «Ιστορίες με προβοσκίδα», τα τέσσερα βιβλιαράκια με πρωταγωνιστή το Λούκουλο.
Ο Λούκουλος είναι ένας ελεφαντάκος που ζει σε έναν τόπο μαγικό, γεμάτο μπαλονόδεντρα, καταρράχτες λεμονάδας, ρακετοκοράκια, ξεσκονόπουλα, μπανανηδόνια, ελικοπτεροκροκόδειλους και άλλα συναρπαστικά μέρη και πλάσματα. Η λαιμαργία του γίνεται αιτία για μια σειρά από εξωφρενικές περιπέτειες. Να διευκρινίσουμε ότι στον κόσμο του Λούκουλου, έναν κόσμο όπου δε χωράει η λογική, οι ιδιότητες των πραγμάτων μεταβιβάζονται μαγικά –στη βάση της ομοιότητας ή της συμπάθειας– σε εκείνον που τα τρώει: Έτσι, τρως παπαρούνες, κοκκινίζεις, τρως μπαλόνια, πετάς, τρως πυγολαμπίδες, γίνεσαι φωτεινός, τρως βότσαλα, γίνεσαι βαρύς κι ασήκωτος. Κι αυτό συνεπάγεται μπλεξίματα, φασαρίες κι ένα σωρό προβλήματα. Ο Λούκουλος βέβαια πάντα βρίσκει την άκρη μέσα από ξεκαρδιστικές περιπέτειες σε απίθανους τόπους, όπου γνωρίζει πλάσματα αλλόκοτα, όπως φερμουαρόφιδα, συννεφοτροχονόμους και τηλεσκοπικές καμηλοπαρδάλεις. Πολλές φορές οι λύσεις έρχονται με τρόπο τυχαίο, αλλά σημασία έχει ότι το φινάλε πετυχαίνει πάντα τον ήρωά μας παρέα με τα φιλαράκια του στη ζούγκλα να γιορτάζουν μια ακόμα νίκη.
Στα τέσσερα βιβλία του Λούκουλου, όπως και σ’ ολόκληρο το έργο του, ο Τριβιζάς πλάθει ένα σύμπαν γεμάτο τοποθεσίες, πλάσματα, συμπεριφορές, ακόμα και τρόπους λειτουργίας του, τόσο συμπαγή, αυτονόητα και αλληλένδετα, ώστε η πλήρης αποδοχή τους από μέρους του αναγνώστη να είναι αναγκαία προϋπόθεση για να πορευτεί στη συνέχεια μέσα τους, όχι πια ως απλός δέκτης της ιστορίας αλλά ως μυημένος συνένοχος. Έχοντας διακόψει εξολοκλήρου επαφή με τον ενήλικο, πραγματιστή εαυτό του.

Βασικό όπλο του συγγραφέα στο εγχείρημά του αυτό είναι η γλώσσα του, όχι ως διαμεσολαβητικό εργαλείο, αλλά ως συστατικό υλικό ενός κόσμου φτιαγμένου από νέες, ολοκαίνουργες λέξεις, οι οποίες δεν είναι κενά περιεχομένου λογοπαίγνια αλλά η πρώτη ύλη, το καύσιμο που οδηγεί την παιδική, και όχι μόνο, φαντασία σε ένα τοπίο αναπάντεχων νοηματικών παντρεμάτων. Ας πάρουμε την κατά Τριβιζά υδρόγειο: Αρκεί να μπολιάσεις μ' ένα πεπόνι την Ισπανία για να μετατρέψεις ολόκληρη την Ιβηρική σε μυρωδάτο, ζουμερό μποστάνι, να κολλήσεις ένα «Πι» στο Περού για να αρχίσεις τα φταρνίσματα αν τύχει να περνάς από πάνω του με την ιπτάμενη σκάφη σου, να βάλεις ένα Ζ αντί του Σ στη Σαχάρα για να σε πάρουν στη στιγμή τα σιρόπια, για να μην αναφερθούμε στις οροσειρές από αυγά μάτια που βλέπεις να απλώνονται μπροστά σου αν τύχει και στρίψεις το πηδάλιο κατά Αβγατηγανιστάν μεριά. Ένας άλλος κόσμος, χορταστικός, γευστικός και αναπάντεχα ποιητικός.
  
Με τον ίδιο τρόπο, στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» τα πλάσματα που συναναστρέφεται ο Λούκουλος είναι απόρροια λεκτικών συζεύξεων που οδηγούν σε άκρως γοητευτικά, πρωτότυπα και… πολυλειτουργικά αποτελέσματα: κοράκια με ενσωματωμένες ρακέτες, πουλιά-ξεσκονιστήρια, καμηλοπαρδάλεις-τηλεσκόπια, δέντρα με μπαλόνια, φίδια που ανοιγοκλείνουν με φερμουάρ κι ό,τι άλλο βάλει ή –κυρίως…– δε βάλει ο νους.

Σε μια χώρα όπου σπανίως ο συγγραφέας και ο εικονογράφος ενός βιβλίου είναι το ίδιο πρόσωπο, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πόσο εύκολο είναι ο δεύτερος να μπορέσει να οπτικοποιήσει ικανοποιητικά τον καρπό της φαντασίας του πρώτου – ειδικά όταν η φαντασία αυτή είναι τόσο οργιώδης. Ένας ακόμα λόγος για τη λατρεία που τρέφω στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» είναι ότι ο Αλέξης Κυριτσόπουλος έχει δώσει σχήμα, μορφή και χρώμα σε όλα τα πλάσματα που προέκυψαν από τα γλωσσικά μαγειρέματα του συγγραφέα απλά, ανενδοίαστα και ξεκάθαρα, με τον αυτονόητο τρόπο του μικρού παιδιού που θα έπιανε τις μπογιές του ένα πρωί για να αποτυπώσει χωρίς διαμεσολαβήσεις και δεύτερες σκέψεις τη δική του φαντασία.
Η εικονογράφηση πάντως, εκτός από το να αποτυπώνει τη φαντασία του συγγραφέα, συμβάλλει και στην εφαρμογή μιας βασικής αντίληψής του περί της μη λογικής, αιτιακής σύνδεσης των πραγμάτων: Στον κόσμο του Τριβιζά, τα γεγονότα εκτυλίσσονται χωρίς περίπλοκες και δυσδιάκριτες αιτιακές σχέσεις. Κι όλα είναι προφανή, αυτό ακριβώς που φαίνονται να είναι. Η κοινή λογική γκρεμοτσακίζεται συχνά πυκνά ηττημένη μπροστά στην εξωφρενική αυτή προφάνεια, στην οποία δε χωράνε λογικές εξηγήσεις και ερμηνείες. Έτσι, όταν ο Λούκουλος φτάνει σε αδιέξοδο μην μπορώντας να κατέβει στη γη μετά την κατανάλωση ενός απίθανου αριθμού μπαλονιών, τα αστεράκια στο ουράνιο στερέωμα διευκολύνουν την πλοκή σπάζοντας τα μπαλόνια στην κοιλιά του, αφού τα ίδια δεν είναι ουράνια σώματα αλλά αυτό ακριβώς που δείχνουν πάνω στο χαρτί, μικρά γυαλιστερά σχηματάκια με μυτερές γωνίες. Κάπου αλλού, ένα ενοχλητικό σύννεφο ξηλώνεται και γίνεται κουβάρι, αφού οπτικά παραπέμπει σε αφράτο μαλλί, άρα ποιος μας εμποδίζει να ξεμπερδεύουμε μια και καλή χωρίς να το βασανίζουμε ιδιαίτερα; Στο ίδιο πνεύμα, άλλοτε οι ακτίνες του ήλιου μετατρέπονται σε γαϊτανάκι και το ουράνιο τόξο σε χρωματική παλέτα.
Μεταξύ μας, είμαι βέβαιη ότι η παιδική φαντασία δε θέλει τίποτα περισσότερο από αυτό ακριβώς: έναν καμβά έτοιμο να χωρέσει κάθε λογής χρώματα κι εικόνες, όπου αρκεί ένα μικρό άγγιγμα του χεριού για να πραγματωθεί χωρίς μεσάζοντες και τροχονόμους της σκέψης κάθε απιθανότητα.
Κλείνοντας, να πω –υιοθετώντας κι εγώ έναν τριβιζικό τρόπο αποφώνησης– ότι μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ πώς πριν από τρία περίπου χρόνια η δυομισάχρονη τότε κόρη μου κι εγώ γνωριστήκαμε με τη Χαρά και το Γκουντούν της σε ένα φιλόξενο δωμάτιου νοσοκομείου!

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Καλώς τονε κι ας άργησε: Ο Oliver Jeffers επιτέλους και στα ελληνικά!


Ανακάλυψα το συγγραφέα και εικονογράφο Oliver Jeffers σ' ένα βιβλιοπωλείο του Λονδίνου πριν από δυόμισι περίπου χρόνια. Το The Great Paper Caper για την ακρίβεια. Ένα βιβλίο για παιδιά προσχολικής ηλικίας -από 4 ετών- οικολογικής ευαισθησίας αλλά και κατανόησης, συγχώρεσης κι έμπρακτης συγγνώμης, με ολίγη από παρωδία ιστορίας μυστηρίου.
 
Ήρωες μια ομάδα από ζώα, τόπος του εγκλήματος το δάσος στο οποίο ζουν. Το έγκλημα: κλαδιά δέντρων που εξαφανίζονται μυστηριωδώς. Οι αλληλοκατηγορίες και η αμοιβαία καχυποψία δε λείπουν, ωστόσο γρήγορα οι κάτοικοι του δάσους αποφασίζουν να δράσουν συντονισμένα και η έρευνα δεν αργεί να τους οδηγήσει στον ένοχο και μαζί στο φοβερό και τρομερό κίνητρό του...

Αφήγηση λιτή, απέριττη, με πινελιές υποδόριου χιούμορ. Περιορισμένη στα απολύτως απαραίτητα, κάποιες φορές ακόμα και σε λιγότερα από αυτά. Όσα δε λένε οι λέξεις πάντως τα λένε οι εικόνες: Οι αφαιρετικές φιγούρες με τα λεπτά σαν ξυλαράκια πόδια που κινούνται στα πολύχρωμα φόντα του Jeffers, με απλές γραμμές, αλλά και με έντονο το μη ρεαλιστικό στοιχείο, αφηγούνται μια άλλη ιστορία, πιο αναλυτική και κατατοπιστική από εκείνη που μας λέει το κείμενο. Αναβαθμίζονται με αυτό τον τρόπο από αναγκαίο συμπλήρωμα της αφήγησης στον πραγματικό χώρο καταιγιστικής, ενίοτε και αναπάντεχης, δράσης, κερδίζοντας επάξια το έπαθλο της παντογνωσίας από τη λεκτική εκδοχή της ιστορίας. Έτσι, την ώρα που η –αγρίως υπονομευμένη– αφήγηση παραμένει εγκλωβισμένη σε αβαθείς, επίπεδες καταγραφές γεγονότων και γραφειοκρατικών διαδικασιών, άλλοτε σε πρώτο πλάνο κι άλλοτε κάπου στο βάθος της σελίδας, πίσω απ’ την πλάτη των άμεσα ενδιαφερομένων, εμφανίζεται ο πραγματικός ένοχος έχοντας στα χέρια το σώμα του εγκλήματος ή υπονοείται το κίνητρό του… Με τον τρόπο αυτό, το παιδί αφήνεται να χαθεί μέσα στην άλλοτε κραυγαλέα κι άλλοτε υπαινικτική αφηγηματικότητα της εικόνας και να αναζητήσει περισσότερες από μία παράλληλες γραμμές της δράσης σε κάθε σελίδα. Ταυτόχρονα, δικαιούται να περηφανεύεται ότι κατόρθωσε να ξεπεράσει σε ντετεκτιβίστικο ταλέντο τους κάπως τυπολάτρες κατοίκους του δάσους, ανακαλύπτοντας πριν από κείνους πράγματα που οι ίδιοι θα υποψιαστούν πολλές σελίδες παρακάτω. (Για να πάρετε μια ιδέα από την εικονογράφηση, δείτε εδώ.)
Γύρισα από εκείνο το ταξίδι με αυτό –και όχι μόνο…– το υπέροχο βιβλίο στις αποσκευές μου και με μια τεράστια απορία που επέμενε να επανέρχεται διαρκώς στο μυαλό μου: Γιατί δε βρέθηκε κανείς εκδότης στην Ελλάδα να καπαρώσει –και μάλιστα τρέχοντας του σκοτωμού– αυτό το φοβερό τύπο;

Η κυκλοφορία του βιβλίου Ουπς του Jeffers, από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά, το σωτήριο έτος 2012 ήρθε να παρηγορήσει τον καημό μου. Για να το γιορτάσουμε, επιφυλάξαμε στο βιβλίο την ίδια μεταχείριση που επιφυλάσσεις σ’ ένα εξαιρετικό κρασί – το κρατάς για μια ξεχωριστή στιγμή. Και το διαβάσαμε ένα απογευματάκι σ’ ένα μπαλκονάκι που βλέπει κι ακούει το Μυρτώο, με την ανάσα του βουνού να μας συντροφεύει. Και καπάκι το ξαναδιαβάσαμε άλλες δυο φορές. Κι άλλες τόσες ύστερα από λίγο.

Δεν μπορώ να φανταστώ πιτσιρίκι στον κόσμο που δε θα ταυτιστεί με την ιστορία του ήρωα του βιβλίου, του Φλόιντ, ο οποίος βλέπει το χαρταετό του να σκαλώνει σ’ ένα δέντρο κι αρχίζει τις απόπειρες να τον κατεβάσει πετώντας διάφορα αντικείμενα, τα οποία όμως όχι μόνο δε βοηθούν να πέσει ο αετός αλλά σκαλώνουν κι αυτά στο δέντρο! Όμως ο Φλόιντ πρέπει οπωσδήποτε να κατεβάσει από εκεί πάνω το χαρταετό κι επιστρατεύει κάθε δυνατό κι αδύνατο μέσο για να πετύχει το στόχο του. Το πράγμα σταδιακά αρχίζει να ξεφεύγει, τα έμψυχα και άψυχα που εκτοξεύει ο ήρωάς μας στο δέντρο αποκτούν ιλιγγιώδεις διαστάσεις, σε μια αφήγηση που αντιμετωπίζει το παρανοϊκό της υπόθεσης ως το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου κι ακολουθεί ένα ρυθμό που θυμίζει παιδικό τραγουδάκι του στιλ «Κυνηγώ το σκύλο που κυνηγά τη γάτα…».
Στο ίδιο πνεύμα με την αφήγηση κι η εικονογράφηση: Σε αντίθεση με το χαρταετό, το αντικείμενο του πόθου του Φλόιντ, που παραμένει σταθερά κόκκινος, το δέντρο-πρωταγωνιστής, μαζί με το φόντο του, αλλάζει διαρκώς χρώματα από σελίδα σε σελίδα – μετατρέπεται σ’ ένα «δέντρο των θαυμάτων», αποτρέποντας έτσι την πλήξη που μπορεί να προξενήσει ένα επαναλαμβανόμενο σκηνικό και υπενθυμίζοντάς μας ότι ο κόσμος ενός μικρού παιδιού είναι ένα τοπίο έντονων χρωμάτων κι αυθαίρετων αφαιρέσεων, όπου τα πάντα είναι δυνατά κι όλα –από τα πιο σημαντικά ως τα πιο ασήμαντα– μπορεί να επιστρατευτούν χάριν της εκπλήρωσης μίας και μοναδικής επιθυμίας. (Υπέροχες εικόνες από το βιβλίο εδώ.) 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο πρόβλημα που ταλανίζει τον Φλόιντ: Όταν ο μικρός απελπίζεται για τα καλά, αρπάζει ένα πριόνι. Είναι όμως ο Φλόιντ, το πιτσιρίκι που έχει γυρίσει τον κόσμο τα πάνω κάτω –ή, μάλλον, για να ακριβολογούμε, τα κάτω πάνω– για να πάρει πίσω το παιχνίδι του, τόσο σκληρόκαρδα πραγματιστής ώστε να ρίξει κάτω το δέντρο κόβοντάς το με το φονικό εργαλείο; Μάλλον όχι. Κι όταν τελικά η τύχη τού κάνει το χατίρι κι ο αετός προσγειώνεται στο έδαφος, ο μικρούλης μας, όπως κάθε φυσιολογικό πιτσιρίκι, θα ξεχάσει διαμιάς ότι δημιούργησε γύρω του το απόλυτο μπάχαλο κι ευτυχισμένος θα συνεχίσει την ανέμελη παιδική ζωή του…

Φροντισμένη έκδοση, με σκληρό εξώφυλλο, σε μια εποχή που πολλά πράγματα –και στο χώρο του βιβλίου– αναπόφευκτα ορίζονται από το κόστος. Μακάρι η προσπάθεια των εκδόσεων Ίκαρος και στο παιδικό βιβλίο να συνεχιστεί στο ίδιο υψηλό επιπεδο και, φυσικά, να έχουμε τη χαρά να διαβάσουμε και στα ελληνικά σε τόσο φροντισμένες εκδόσεις τα άπαντα του Oliver Jeffers!