Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Βασίλης Κουτσιαρής, Μη φοβάσαι Κοκκινοσκουφίτσα

Εικονογράφηση: Θέντα Μιμηλάκη, Κόκκινη κλωστή δεμένη, Πάτρα 2014



Θα ξεκινήσω ανάποδα σήμερα, και συγκεκριμένα από την εικονογράφηση του βιβλίου που παρουσιάζω. Κι αυτό όχι μόνο επειδή, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η Θ. Μιμηλάκη κατορθώνει με τρόπο εξαιρετικό να διαχύσει σε ολόκληρο το τοπίο που αποτυπώνει στις εικόνες της το αίσθημα φόβου της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας, αλλά και για έναν άλλο λόγο: Η εικονογράφος, χάρη κυρίως στην ευρηματική χρήση της κόκκινης κάπας της ηρωίδας του βιβλίου, που τη βλέπουμε να προεκτείνεται σε ολόκληρο το σκηνικό, πετυχαίνει, σε πλήρη συντονισμό με το πνεύμα και τις προθέσεις του κειμένου που εικονογραφεί, να συμπλέξει πραγματικότητα και φαντασία, εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη σε μια ψευδαίσθηση που θα διασφαλίσει στο ακέραιο την έκπληξή του όταν έρθει αντιμέτωπος με την απρόσμενη ανατροπή της ιστορίας του Βασίλη Κουτσιαρή.
Μιας ιστορίας η οποία, χάρη στο λιτό, κάποιες φορές ελλειπτικό και υπαινικτικό ύφος που επιλέγει ο συγγραφέας της για να την αφηγηθεί διά στόματος Κοκκινοσκουφίτσας, αποτυπώνει μεν το κλιμακούμενο αίσθημα φόβου του μικρού κοριτσιού, δεν αποκαλύπτει όμως τις πραγματικές της προθέσεις παρά μόνο αρκετά μετά τη μέση του βιβλίου: Εκεί αντιλαμβανόμαστε ότι, αν το κλασικό παραμύθι είναι η αφετηρία, το ζητούμενο του συγγραφέα δεν είναι άλλο από το να μιλήσει στα παιδιά για τη διαχείριση του φόβου όχι ως μιας πραγματικότητας παγιωμένης και τελεσίδικης αλλά ως μιας κατάστασης που μπορεί να μεταστραφεί και να αντιμετωπιστεί με επιτυχία μέσα από σωστή, σταθερή κι εντέλει λυτρωτική καθοδήγηση.
Δε θα ήθελα να αποκαλύψω περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση, αφού το μόνο που θα κατάφερνα αν επιχειρούσα κάτι τέτοιο θα ήταν να αδικήσω κατάφωρα την αγαστή συνεργασία συγγραφέα-εικονογράφου, η οποία τόσο έξυπνα πετυχαίνει να διαφυλάξει το μυστικό αυτής της πρωτότυπης και παιδαγωγικά ενδιαφέρουσας εκδοχής ενός αγαπημένου κλασικού παραμυθιού. Για τα περαιτέρω αναζητήστε το βιβλίο!

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Κόλιν Μελόυ, Κάτω από το Αγριόδασος - Τα Χρονικά του Αγριόδασους, Βιβλίο 2

Εικονογράφηση: Κάρσον Έλλις, μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

 
Όταν επιχειρείς να γράψεις τη συνέχεια ενός βιβλίου όπως το Αγριόδασος, στο οποίο έχεις χτίσει έναν πολυεπίπεδο φανταστικό κόσμο με πυκνές εναλλαγές σκηνικού και δράσης, η απλή συνέχιση ή επέκταση της ιστορίας που έχεις ήδη αφηγηθεί σε ένα πανομοιότυπο σκηνικό, μέσα από την κατάδυση των ίδιων ηρώων σε νέες περιπέτειες, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από εγγύηση αφόρητης αναγνωστικής πλήξης. Ο Κόλιν Μελόυ πάντως δεν πέφτει σε αυτή την παγίδα, προεκτείνοντας στις εξακόσιες τόσες σελίδες του δεύτερου τόμου των Χρονικών του Αγριόδασους τα όρια της ιστορίας του σε δυο κατευθύνσεις: αφενός απλώνει το σκηνικό του, εστιάζοντας τη δράση τόσο μέσα όσο και, κυρίως, κάτω και πέρα από το Αγριόδασος, αφετέρου φέρνει στο προσκήνιο νέους χαρακτήρες, που αποδεικνύονται άξιοι συμπαραστάτες του Κέρτις και της Πρου στην προώθηση της δράσης.

Έτσι, στον δεύτερο αυτό τόμο ο αναγνώστης θα ανακαλύψει τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην Περιφέρεια, την περιοχή δηλαδή που χωρίζει το Αγριόδασος από τον έξω κόσμο, αλλά και τα σκοτεινά σχέδια που εξυφαίνονται στην περιοχή της Βιομηχανικής Ερημιάς, ενώ παράλληλα θα του δοθεί η ευκαιρία να ανακαλύψει νέες διόδους επικοινωνίας του Αγριόδασους με την πόλη του Πόρτλαντ μέσα από ένα υπόγειο δίκτυο τούνελ που εκτείνεται κάτω από αυτό. Εξάλλου, η δυναμική είσοδος νέων χαρακτήρων, όπως οι αδερφές του Κέρτις, ο άπληστος βιομήχανος ανταλλακτικών, η αδίστακτη μαύρη αλεπού, οι δυο χαμένοι εφευρέτες κτλ., επιτρέπουν στον συγγραφέα να αναζητήσει νέα στοιχεία πλοκής στο παρελθόν, αλλά και να πολλαπλασιάσει τις γραμμές δράσης και τις οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες περιγράφει τα γεγονότα, με αποτέλεσμα κινηματογραφικές εναλλαγές, που καθιστούν την αφήγησή του πιο ελκυστική και σφιχτή.  

Φυσικά, στο κέντρο της πλοκής, με φόντο και πάλι την ανάγκη σωτηρίας του Αγριόδασους από επίβουλες, σκοτεινές δυνάμεις, βρίσκεται γι’ άλλη μια φορά η εκ νέου συνάντηση των δυο κεντρικών χαρακτήρων της τριλογίας, του Κέρτις και της Πρου, με τη δεύτερη να αποδεικνύεται και πάλι ο καταλύτης στην εξέλιξη των γεγονότων και τον πρώτο να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ο άξιος συμπαραστάτης, η ήρεμη, αν και κάποιες φορές αμήχανη, δύναμη στο πλευρό της. Γι’ άλλη μια φορά, κομβική θέση στην προβληματική του συγγραφέα κατέχει η απληστία του σύγχρονου κόσμου απέναντι στη φύση, όπως αυτή διαφαίνεται στην απέλπιδα προσπάθεια του βιομηχάνου ανταλλακτικών να κυριαρχήσει στο Αγριόδασος, αλλά κι ο μελαγχολικός στοχασμός πάνω στο μάταιο του πολέμου όπως αυτό αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια της Πρου και του Κέρτις μέσα από την κωμικοτραγική μάχη των τυφλοποντίκων, η συνάντηση με τους οποίους θα θυμίσει στον αναγνώστη κάτι από περιπέτειες του Γκιούλιβερ.

Αποτιμώντας το Κάτω από το Αγριόδασος, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια χορταστική συνέχεια του πρώτου βιβλίου της σειράς, η οποία, αν και πολυσέλιδη, εμφανίζει καλύτερη διαχείριση του υλικού, μεγαλύτερη αφηγηματική ισορροπία και άψογο ρυθμό, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος, εκεί που, αν και ένα σωρό μέτωπα παραμένουν ανοιχτά, όλα μοιάζουν να έχουν δρομολογηθεί προς μια κατεύθυνση όχι απολύτως σαφή, πάντως πολλά υποσχόμενη. Μικρή αναγνωστική ανασύνταξη και ανάπαυση, όσο να κατακαθίσουν οι εντυπώσεις αλλά κι οι προσδοκίες, και κατόπιν βουρ για τον τρίτο τόμο.
 
[Εξαιρετική και πάλι η μετάφραση, η οποία εξαφανίζει γλωσσικές αποστάσεις και χάσματα και εξασφαλίζει την αβίαστη καταβύθιση του αναγνώστη στον κόσμο του Μελόυ.]

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Ελένη Σβορώνου, Ζητείται δικηγόρος με μουστάκια και ουρά!

Εικονογράφηση: Mark Weinstein, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 
Ένας ημίαιμος σκύλος ονόματι Μπαρμπαρόσα, πρώην πεταμένος σε ένα βαρέλι με ασβέστη και νυν κατοικίδιο, βρίσκεται στα καλά του καθουμένου ξανά παρατημένος από τα αφεντικά του στους πέντε δρόμους. Πασχίζοντας να ξεπεράσει το σοκ της εγκατάλειψης κι αγωνιζόμενος να επιβιώσει στη νέα, αφιλόξενη πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος, σεργιανώντας στους δρόμους μιας πόλης γεμάτης ψαράδικα, pet shops, καταστήματα ενδυμάτων, πτηνοτροφεία, ζωολογικούς κήπους και δελφινάρια, θα γνωριστεί με μια σειρά από ζώα –ένα μπαρμπούνι, μια λεοπάρδαλη, ένα καναρίνι, έναν παπαγάλο, μια σιαμέζα γάτα, έναν πελαργό, ένα δελφίνι, έναν κόκορα, έναν γάιδαρο, ένα κουνέλι, ένα λιοντάρι–, που θα συμβάλουν στην αφύπνισή του βοηθώντας τον να ανακαλύψει μέσα από την περιγραφή των προσωπικών τους δεινών τις μορφές εκμετάλλευσης, κακοποίησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των ζώων και θα ενωθούν μαζί του σε μια σουρεαλιστική πυραμίδα με στόχο τη δικαίωσή τους.

Μια ιστορία για τα δικαιώματα των ζώων, στην οποία κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής δεν είναι το πιο βασανισμένο ή, έστω, το πιο συνειδητοποιημένο από αυτά, αλλά, αντιθέτως, το πιο ανυποψίαστο και «προστατευμένο»: ένα κατοικίδιο, και μάλιστα ζώο συντροφιάς, ο σκύλος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, που αγωνίζεται να παλαντζάρει ανάμεσα στα αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης προς τα αφεντικά του και στο αδιανόητο της νέας του ζωής. Οι χιουμοριστικές καταστάσεις, απόρροια της άγνοιας και αφέλειας του Μπαρμπαρόσα, συνεπικουρούμενες από τη διάρρηξη κάθε λογικής όπως αυτή αποτυπώνεται από τη συστράτευση αποδημητικών και κατοικίδιων, ζωντανών και αναπάντεχα ζωντανεμένων ζώων, πλασμάτων της θάλασσας και θηρίων της ζούγκλας κ.ο.κ., λειτουργούν αποφορτιστικά για το παιδί αναγνώστη, που, παρότι βλέπει να περνούν μπροστά από τα μάτια τους τόσες μορφές απάνθρωπης συμπεριφοράς διεκτραγωδημένες από τα ίδια εκείνα πλάσματα που τις υφίστανται, αισθάνεται την ανάγκη να παρέμβει, να αποτελέσει και το ίδιο τμήμα αυτής της αλυσίδας ζώων διεκδικώντας μαζί τους το δίκιο τους.

Κι ίσως αυτός να είναι ένας από τους δυο λόγους που η συγγραφέας επιλέγει να οδηγήσει την απίθανη ζωική της πυραμίδα σε ένα σχολείο, εκεί που οι αδικημένοι ήρωές της θα βρουν την άνευ όρων συμπαράσταση των μικρών μαθητών. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη σαφή της πρόθεση να δηλώσει ότι το έλλειμμα σεβασμού προς τη φύση οφείλεται σε ένα δραματικό έλλειμμα παιδείας, γι’ αυτό και μόνο μέσα απ’ την παιδεία μπορεί να ξεπεραστεί. Άλλωστε, αν η έξω από κάθε λογική και πραγματικότητα, θεότρελη περιπέτεια του Μπαρμπαρόσα αποδεικνύεται ικανή στο φινάλε της ιστορίας να βάλει ψύλλους στ’ αυτιά του αθώου, απονήρευτου σκυλάκου αναφορικά με την προσωπική του κατάσταση, φανταστείτε πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποδειχτεί η σωστή και έγκαιρη ενημέρωση νοημόνων όντων όπως εμείς οι άνθρωποι. Το ιδιαίτερα κατατοπιστικό παράρτημα «Κι αν δεν ήταν… όνειρο;» μπορεί να αποτελέσει μια πολύ καλή αρχή προς αυτή την κατεύθυνση για μικρούς αλλά και για μεγάλους!

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Πίτερ Σις, Ο Πιλότος και ο Μικρός Πρίγκιπας

Μετάφραση: Θέμελης Γλυνάτσης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015




Μέρες τώρα κάθομαι και ξεφυλλίζω το αριστούργημα του Πίτερ Σις  Ο Πιλότος και ο Μικρός Πρίγκιπας, την εικονογραφημένη βιογραφία του Σεντ-Εξιπερί που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Μεταίχμιο. Ένα βιβλίο που τις παράξενες βδομάδες που πέρασαν στάθηκε για μένα μια σπάνια και πολύτιμη αναγνωστική εμπειρία. Κι ας μην έχω καμιά σχέση ιδιαίτερης λατρείας με το έργο του Σεντ-Εξιπερί. Ας μην είμαι ακριβώς τρελαμένη με την ιστορία της αεροπλοΐας. Άλλωστε ένα σπουδαίο βιβλίο αυτό επιβάλλεται να καταφέρνει, να σε κάνει να βυθιστείς με πάθος ακόμα και σε πεδία που διόλου δε σε αφορούν.

Το βιβλίο του Σις λοιπόν, ο οποίος έχει ξανασχοληθεί με τη συγγραφή και εικονογράφηση βιογραφιών ιστορικών προσωπικοτήτων (Δαρβίνος, Γαλιλαίος), πιάνει τη ζωή του Σεντ-Εξιπερί από τη στιγμή της γέννησής του, αναζητά τα ίχνη της οικογένειάς του κι εντάσσει τον μικρό Αντουάν στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του εξαρχής στα σημαντικά επιτεύγματα των πρώτων αεροπλόων. Κατορθώνει έτσι να κινηθεί, στο πρώτο τουλάχιστον μισό του και εν μέρει από τη μέση και μετά, σε δυο επίπεδα, το ατομικό, στενά βιογραφικό, και το ευρύτερα ιστορικό. Αυτά τα δυο δένουν μεταξύ τους χάρη στην εικονογραφική επιλογή του Σις να ενσωματώσει πρόσωπα, λεπτομέρειες και συμβάντα της ζωής του Αντουάν αλλά και της ιστορίας της αεροπλοΐας, θαρρείς τονισμένα με μεγεθυντικό φακό, σε σαλόνια που αποτυπώνουν ευρύτερα τοπικά και ιστορικά πλαίσια. Το πάθος του Αντουάν για τα αεροπλάνα είναι αυτό που, κατά τον Σις, ορίζει τη διαδρομή του. Αυτά είναι παρόντα σε κάθε σελίδα, σε κάθε εικόνα. Η λογοτεχνία, όσο κι αν οι εικονογραφικές αναφορές στον Μικρό πρίγκιπα είναι παραπάνω από εμφανείς, έρχεται μετά, σχεδόν ως παρεπόμενο. Το ταξίδι, η γνωριμία με τον άγνωστο κόσμο και την παράξενη ανθρωπογεωγραφία του από ψηλά, η περιπέτεια με το αβέβαιο φινάλε είναι η κινητήρια δύναμη και το ζητούμενο του ήρωα.

Ο ενδότερος κόσμος του Σεντ-Εξιπερί, αυτός που αποτυπώθηκε στα βιβλία του, μάλλον δεν πολυυπάρχει στο κείμενο, το οποίο, εδώ που τα λέμε, κάπως στεγνά περιγράφει τη ζωή του σπουδαίου συγγραφέα και αεροπόρου. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή του Σις, που, αν ως συγγραφέας δεν εμβαθύνει στον ψυχισμό του ήρωά του, το κάνει ως εικονογράφος. Καθώς ο Αντουάν αρχίζει τις πτήσεις του ανά τον κόσμο, η εικονογράφηση εγκαταλείπει σταδιακά το στιλιζαρισμένο ύφος και τα μουντά χρώματα των πρώτων σελίδων, καταγράφοντας με εικόνες μοναδικής και κάποτε σουρεαλιστικής ομορφιάς τις διαδρομές του βλέμματός του: άλλοτε αναζητώντας ανθρώπινα πρόσωπα στο ανάγλυφο αχανών ερημικών τοπίων, άλλοτε τονίζοντας με το κόκκινο της φωτιάς, και συνεκδοχικά του αίματος, την επέλαση των γερμανικών τανκς στη Γαλλία, άλλοτε αποτυπώνοντας τη λάμψη του φεγγαριού ή του ήλιου πάνω από απέραντες θάλασσες. Και επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο να αποδώσει εικαστικά την ένταση των αισθημάτων του Αντουάν, ο οποίος στο τελευταίο σαλόνι συναντιέται επιτέλους με τον λογοτεχνικό του ήρωα, καθώς εμφανίζεται ως μικρός πρίγκιπας που ταξιδεύει μες στο γαλάζιο πάνω σ’ ένα ποδήλατο-αεροπλάνο με φόντο το μακρινό του αστέρι.


Το βιβλίο του Σις δεν απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο ηλικιακά κοινό. Ούτε είναι μονάχα η βιογραφία του συγγραφέα ενός από τα διασημότερα παιδικά βιβλία όλων των εποχών. Είναι ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που σε εποχές αντίξοες επέμειναν πεισματικά, υπερβαίνοντας όρια, δυνάμεις και καταστάσεις, να κυνηγήσουν το παιδικό τους όνειρο. Κι ο πιλότος ήρωας του Πίτερ Σις φαίνεται πως πέτυχε να ζήσει το δικό του όνειρο, έστω κι αν η τελευταία βουτιά σε αυτό τον οδήγησε στο τέλος. Ένα τέλος πάντως απόλυτα συμβατό και συνεπές με ολόκληρη τη ζωή και το έργο του. 



[Σαν σήμερα πριν από τρία χρόνια έφτιαξα αυτό το μπλογκ. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα τότε ότι θα ζούσε τόσο πολύ. Είχα ωστόσο την ενδόμυχη ελπίδα, εκείνο το επίσης βουτηγμένο στην πολιτική ένταση καλοκαίρι του 2012, ότι τρία χρόνια αργότερα θα είχαμε την πολυτέλεια να μιλάμε για βιβλία και μόνο. Λυπάμαι που τα γεγονότα με διέψευσαν. Κι επιμένω να αναζητώ στις ιστορίες παρηγοριά, δύναμη κι ελπίδα.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Άννα Κοντολέων, Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;


Εικονογράφηση: Λευτέρης Κιουρτσόγλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014





Όταν το χαμόγελο χάνεται από το πρόσωπο του μπαμπά και της μαμάς, το μικρό αγόρι παίρνει τον δρόμο αναζητώντας την αγάπη που χάθηκε από το ως τότε χαρούμενο σπίτι του. Σ’ όποιον συναντήσει στη μεγάλη του βόλτα στον κόσμο θα θέσει το πανομοιότυπο ερώτημα: «Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;»  Μέσα από τις απαντήσεις των συνομιλητών του θα ανακαλύψει τις πολλαπλές όψεις κι εκδοχές της αγάπης: αυτή που εύκολα βαριέται κι εκείνη που είναι ανυπόμονη και βιαστική· αυτή που αργεί, εκείνη που παρασύρεται απ’ τον άνεμο και την άλλη, που πληγώνεται και γυρεύει να κρυφτεί· αυτή που μένει σταθερή κι εκείνη που χάνει την πίστη της· αυτή που γερνάει, φθείρεται, πεθαίνει.  Η πορεία του παιδιού στον κόσμο, στη διάρκεια της οποίας διασταυρώνεται με έμψυχα και άψυχα, με μικρά και μεγάλα, με το σήμερα και το χτες, με ζευγάρια και μοναχικές υπάρξεις, με την ίδια τη ζωή και τον θάνατο, δε συνιστά μια απλή παράταξη συμβάντων – διαθέτει κλιμάκωση, μια και μέσα από τις απαντήσεις που του δίνονται παρακολουθεί την αγάπη από τη γέννησή της ως την αναπόδραστη φθορά.

Η συγγραφέας ισορροπεί αβίαστα ανάμεσα στην αφηγηματική απλότητα και στην παιδική τρυφερότητα, χωρίς όμως ούτε να εκπίπτει στη σχηματικότητα ούτε να εκβιάζει το συναίσθημα. Η στοχαστική της διάθεση δεν καθιστά δύσβατη και δυσπρόσιτη την ιστορία της στους μικρούς αναγνώστες, συνεπικουρούμενη και από μια γοητευτική εικονοποιία αντλημένη από απλές καθημερινές στιγμές, η οποία δένει άρρηκτα με το πνεύμα και το ύφος του κειμένου της, κατορθώνοντας να δώσει μια καλειδοσκοπική αποτύπωση της έννοιας της αγάπης και ταυτόχρονα να αποδείξει το αδιάλειπτο της παρουσίας της και το αδιανόητο της απώλειάς της. Την ίδια ώρα, οι εικόνες του Λευτέρη Κιουρτσόγλου αποκαλύπτουν μια παιγνιώδη διάθεση, άλλοτε ζωντανεύοντας τα άψυχα κι άλλοτε δίνοντας απρόσμενες προεκτάσεις σε στοιχεία του κειμένου, όπως στο σαλόνι με το πλοίο-βερίκοκο που πάνω του ταξιδεύει το ηλικιωμένο ζευγάρι.

Το λυτρωτικά «ευτυχές» τέλος της ιστορίας δε συνιστά απλώς το επιστέγασμα της πορείας συναισθηματικής ωρίμανσης του παιδιού με την επιστροφή στη γονική αγκαλιά και ασφάλεια: Είναι άλλωστε αυτό το ίδιο το παιδί που, στο τέρμα της βόλτας του, αποκαμωμένο αλλά έχοντας συνειδητοποιήσει το άτοπο του αρχικού του ερωτήματος, μια και η αγάπη ΔΕ χάνεται, θα την καταστήσει από μόνο του απτή, δίνοντάς της σχήμα με τα δικά του χέρια, ως προϊόν της βαθιάς εσωτερικής του ανάγκης.
 
Κι αυτό το ευρηματικό τέλος είναι ένας ακόμα λόγος να πιστέψεις ότι σε τούτο τον κόσμο τίποτα δε χάνεται στο πέρασμα του χρόνου: ούτε η αγάπη αλλά ούτε κι η μαγεία κι η γοητεία που κρύβει μέσα της η αφήγηση μιας όμορφης ιστορίας.  

 



 

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Τζον Μπόιν, Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε

Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014

 
 
Όταν ο Άλφι Σάμερφιλντ κλείνει τα πέντε του χρόνια, ο πατέρας του φεύγει για να πολεμήσει στον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο του 20ού αιώνα. Ο μικρός, ωριμάζοντας απότομα μέσα σε μια δύσκολη κοινωνική και οικογενειακή πραγματικότητα, θα βρεθεί στο διάβα του χρόνου να δουλεύει κρυφά από τη μητέρα του ως λούστρος στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κινγκς Κρος στο Λονδίνο. Κι όταν τα ίχνη του πατέρα του χαθούν ανεξήγητα, μια δέσμη χαρτιά που πέφτει τυχαία στο πάτωμα του σταθμού από έναν στρατιωτικό γιατρό θα τον οδηγήσει σε ένα εφιαλτικό όσο κι αποκαλυπτικό ταξίδι στο αλλόκοτο μέρος όπου ο πατέρας του εκτελεί τη «μυστική αποστολή του».

Ύστερα από το συγκλονιστικό Αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα, στο οποίο ο Τζον Μπόιν ανέδειξε όλη τη φρίκη και τον παραλογισμό των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης, ο συγγραφέας στο βιβλίο του αυτό επιλέγει να ταξιδέψει τους αναγνώστες του στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, ανιχνεύοντας μέσα από την οπτική ενός μικρού παιδιού μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τις συνέπειες που επέφεραν στο νευρικό σύστημα των στρατιωτών οι συνεχείς βομβαρδισμοί. Παράλληλα με το κομβικό αυτό θέμα, μέσα από την καθημερινότητα του Άλφι, διαφαίνονται οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στη διάρκεια του πολέμου, ο κοινωνικός στιγματισμός «ύποπτων ξένων» και αντιρρησιών συνείδησης, ο διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του πολέμου από εκπροσώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, η διαρκής αγωνία για την τύχη συγγενών, γειτόνων και φίλων που βρίσκονται στο μέτωπο. Ακόμα κι αν προς στιγμήν η αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις σε κάνει να υποπτευθείς ότι ο συγγραφέας, περαστικός ων από αυτά, υποπίπτει στην περιπτωσιολογία, ωστόσο τα πάντα μέσα στο Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε είναι τόσο λίγο τυχαία όσο κι οι τίτλοι των κεφαλαίων του – που παραπέμπουν όλοι σε τραγούδια τα οποία λέγονταν στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Κι αυτή είναι η μαγεία του συγκεκριμένου βιβλίου – το ότι ο Μπόιν με τρόπο αβίαστο και χαλαρό στήνει μια πλοκή όπου κάθε πρόσωπο, κάθε φαινομενικά τυχαίο συμβάν αποδεικνύεται κομβικό για την υπόθεση. Θα σταθώ εδώ μόνο στην επιλογή του σταθμού του Κινγκς Κρος ως χώρου εργασίας του ήρωα – μια επιλογή που όχι μόνο του επιτρέπει να μάθει για την τύχη του πατέρα του και να τον προσεγγίσει με σχετική ευκολία, αλλά αποδεικνύεται καταλυτικής σημασίας και για τη λύση της πλοκής.

Το ξαναντάμωμα του αναγνώστη με αρκετά από τα πρόσωπα της ιστορίας στο τέλος της, το οποίο σε πρώτη ανάγνωση δεν απέχει από αυτό που θα λέγαμε ευτυχές, τον φέρνει αντιμέτωπο με τη γλυκόπικρη διαπίστωση ότι η ζωή ύστερα από έναν πόλεμο, είτε  ξαναβρεί κάποιους απ’ τους παλιούς ρυθμούς είτε ανακαλύψει καινούριους δρόμους, είτε φέρει στην επιφάνεια νέες προσωπικές αλήθειες είτε φωτίσει κάτω από άλλο πρίσμα παλιά αισθήματα, πάντως ποτέ μα ποτέ δε θα είναι ίδια με πριν. Όπως ίδιοι δε θα είναι κι οι άνθρωποι κι ο κόσμος που τους περιβάλλει. Και μόνο γι’ αυτό, το Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε αξίζει να διαβαστεί όχι μονάχα από μικρούς αλλά κι από μεγάλους.

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Oliver Jeffers, Πιγκουίνος χάθηκε πιγκουίνος βρέθηκε


Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014


 
Αυτό που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι η ικανότητά του να χτίζει κόσμους ολόκληρους με λίγα λόγια κι απλά· να παντρεύει το παράδοξο με το αυτονόητο και να μην τρέχει μία· να δίνει μια στον κόσμο των ενηλίκων χωρίς εξηγήσεις, διευκρινίσεις, περιττές κουβέντες, και να κρατάει μόνο τους απολύτως απαραίτητους χαρακτήρες, καληώρα ένα παιδί κι έναν πιγκουίνο, ικανούς να οργώσουν παρέα όλο τον κόσμο· κι ας μην έχουμε την παραμικρή ιδέα ποιοι είναι, πώς τους λένε, ποιους έχουν φίλους: ας είναι μονάχα ένα αγόρι κι ένας πιγκουίνος, μας είναι τόσο οικείοι ώστε νιώθουμε σαν να τους γνωρίζαμε από πάντα.


Το άλλο που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι η λιτότητα των γραμμών του – ένας κύκλος και μια γραμμούλα από κάτω για δεντράκι, ένα παιδικό πρόσωπο φτιαγμένο με τα βασικά υλικά, το απολύτως αναγκαίο σκηνικό πίσω από τα απολύτως αναγκαία πρόσωπα· κι ωστόσο, εκεί που έχεις βολευτεί στον λιτό κι απέριττο κόσμο του, να σου από το πουθενά μια σελίδα σαν κι αυτήν εδώ, που σε πετάει αυτοστιγμεί στη μεγαλύτερη θαλασσινή περιπέτεια της ζωής σου!
 
 

Για να κάνω μια σούμα, αυτό που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι που με λιγοστές απλές λέξεις κι άλλες τόσες γραμμές, άντε και μερικές πιο σύνθετες, χτίζει πλοκές, πλάθει χαρακτήρες, γεννάει ανατροπές προσδοκιών, αισθημάτων, λογικών. Θα το συνειδητοποιήσετε κι εσείς αν τύχει να διαβάσετε το Πιγκουίνος χάθηκε, πιγκουίνος βρέθηκε και δείτε πώς η αποκάλυψη της αληθινής επιθυμίας του χαμένου πιγκουίνου ακυρώνει διαμιάς τους λόγους και τα κίνητρα για ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή έχουν ζήσει παρέα αυτός και ο φίλος του το αγόρι. Χωρίς να ακυρώνει πάντως κι όσα έχουν ζήσει. Γιατί, αλήθεια, πόσο άκυρο μπορεί να θεωρηθεί ένα ταξίδι γνωριμίας του κόσμου, του άλλου, του ίδιου σου του εαυτού, ανεξάρτητα από την προσδοκώμενη κατάληξή του; Και τι άλλο είναι στην ουσία ο Πιγκουίνος κι όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του Jeffers από συναρπαστικά ταξίδια αυτογνωσίας και μαζί επανανακάλυψης του κόσμου μέσα από μια νέα, απρόσμενη οπτική;


Περισσότερες εκδηλώσεις λατρείας για βιβλία που έχει γράψει και εικονογραφήσει ή απλώς εικονογραφήσει ο Oliver Jeffers

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ήταν το ίνδαλμά μου - Μια ιστορία για τη βία στα γήπεδα

Εικονογράφηση: Θανάσης Πέτρου, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 

Ένα αγόρι παρακολουθεί μαγεμένο την ξέφρενη πορεία του μεγαλύτερου αδερφού του και τη γρήγορη ανέλιξή του στο ποδοσφαιρικό στερέωμα του τοπικού πρωταθλήματος, ονειρευόμενο μια μέρα να του μοιάσει. Ο τυφλός θαυμασμός του για τις ποδοσφαιρικές επιδόσεις του αδερφού του και η συνακόλουθη εμπλοκή του με ομάδες οργανωμένων οπαδών αποκόπτουν σταδιακά τον μικρό από τους φίλους και συμμαθητές του, από τα μαθήματα και από οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό στόχο. Μέσα από την αφήγησή του ο «μαγικός» κόσμος του ποδοσφαίρου και κυρίως οι παθογένειές του αποκαλύπτονται σε μια εντυπωσιακής σκληρότητας μικρογραφία: βία, ρατσισμός, ναζιστικές χειρονομίες, ντόπινγκ, χρηματισμός, εκβιασμοί, στημένοι αγώνες, η διαπλοκή των ποδοσφαιρικών παραγόντων με τον Τύπο, η χρησιμοθηρική ενασχόληση τόσο η δική τους όσο και πολιτικών παραγόντων με το άθλημα για ίδια κέρδη κτλ.

Καμιά μυθοπλαστική υπερβολή, καμιά εκτροπή από την πραγματικότητα. Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούμε έστω και από απόσταση τα τεκταινόμενα στον χώρο του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου συνειδητοποιούμε διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο ότι ο συγγραφέας καταγράφει μια απολύτως υπαρκτή κατάσταση. Ωστόσο, επιλέγοντας να εστιάσει τον φακό του σε ένα μικρότερο, τοπικής εμβέλειας  πρωτάθλημα, κατορθώνει να αναδείξει με τρόπο πολύ πιο προσιτό, οικείο και απτό στο παιδί τα προβλήματα που ταλανίζουν και τις μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός του ότι προσδίδει αμεσότητα στο κείμενο, πετυχαίνει και να φωτίσει πτυχές του χαρακτήρα του αφηγητή αλλά και τον βαθμό παραμόρφωσής του από την εμμονική σχέση του με το ποδόσφαιρο. Το σχηματικό και περιορισμένο λεκτικό του, το ρηχό και επιθετικό χιούμορ του, η μονοδιάστατη οπτική του αναδεικνύουν με επιτυχία την περιχαρακωμένη σκέψη του, τη συρρίκνωση των ενδιαφερόντων του, την απομόνωση από τους συνομηλίκους του, τον εντεινόμενο φανατισμό του.

Το σκληρό φινάλε της ιστορίας μπορεί να ματαιώνει όνειρα και προσδοκίες, φαντάζει όμως περίπου αναπόφευκτο, αφήνοντας μια χαραμάδα ελπίδας για τον μελλοντικό επαναπροσδιορισμό των στόχων των δυο παιδιών. Ένα δυνατό βιβλίο, που θα προβληματίσει και θα ευαισθητοποιήσει τους νεαρούς αναγνώστες, παρέχοντάς τους παράλληλα στο παράρτημα χρήσιμες πληροφορίες νομικού χαρακτήρα αναφορικά με τη σχέση τους με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικότερα. Ταιριαστή με το πνεύμα του κειμένου και η εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου, με έντονα στοιχεία κόμικς.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Λέλα Στρούτση, Η {μία και μοναδική} Μαύρη Θρούμπα

Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015

 
 
Όταν η μία και μοναδική, ανεκτίμητη Μαύρη Θρούμπα χάνεται μυστηριωδώς στη διάρκεια μιας κρουαζιέρας, ο δαιμόνιος μαθηματικός Οκτάβιο Παζλ καλείται να βρει τον ένοχο μέσα από μια πλειάδα ύποπτων τύπων που επιβαίνουν στο υπερωκεάνιο Κουκούτσι…

Μια διασκεδαστική ιστορία μυστηρίου, αλλά και μαθηματικών, και... μεσογειακής διατροφής, σ’ ένα πλοίο σταυροδρόμι ανθρώπινων χαρακτήρων, ετερόκλητων πολιτισμών κι ανείπωτων μυστικών, ειπωμένη με άνεση και ζωγραφισμένη με ζωντάνια από τη μία και μοναδική δημιουργο του βιβλίου Λέλα Στρούτση. Που, όπως όλοι οι δημιουργοί που διαθέτουν το ταλέντο και να γράφουν και να εικονογραφούν τις ιστορίες τους, δένει εξαιρετικά κείμενο και εικόνα σ’ ένα βιβλίο που παρασύρει ευχάριστα τον αναγνώστη. Ζωηρά χρωματισμένοι χαρακτήρες, ευφάνταστα, χιουμοριστικά ονόματα, δηλωτικά καταγωγών κι επαγγελμάτων, χαριτωμένα λογοπαίγνια που ταιριάζουν γάντι στο κλίμα της αφήγησης χωρίς να κουράζουν, κινηματογραφικές περιγραφές που επιτείνουν το μυστήριο...

Αυτό το μυστήριο που θα κληθεί να λύσει, όπως λέγαμε, ο χαρισματικός μαθηματικός μας. Άραγε θα καταφέρουν τα μαθηματικά, έχοντας προηγουμένως επιτελέσει στο ακέραιο το μαθησιακό χρέος τους απέναντι στον αναγνώστη του βιβλίου, να αποκαλύψουν τον ένοχο; Ή μήπως το απρόοπτο, το τυχαίο, ο γοητευτικός αστάθμητος παράγοντας θα κάνει την έκπληξη; Αν και πολύ θα ήθελα η αγωνία, το κυνήγι του ενόχου και το ξεροψήσιμο του αναγνώστη να κρατήσουν λίιιιγο παραπάνω εκεί κοντά στο τέλος του βιβλίου, οφείλω να ομολογήσω ότι η αποκάλυψη του κλέφτη δικαίωσε τη δική μου τουλάχιστον αντίληψη για τη ζωή…

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Ιωάννα Μπαμπέτα, Εύκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις

Εικονογράφηση: Σάντρα Ελευθερίου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014



Ο Λουκάς, μαθητής της Πέμπτης Δημοτικού, βρίσκεται μ’ ένα κοριτσίστικο λεύκωμα στα χέρια και καλείται να απαντήσει στις ερωτήσεις της ιδιοκτήτριάς του, που δεν είναι άλλη από τον κρυφό του έρωτα, τη συμμαθήτριά του Μαργαρίτα. Στην προσπάθειά του να βρει τις σωστές απαντήσεις, ή έστω εκείνες που δε θα τον εκθέσουν ανεπανόρθωτα στα μάτια της αγαπημένης του, ο Λουκάς ανακαλεί στιγμές από την καθημερινότητά του με τους γονείς, τους φίλους και τον μεγαλύτερο αδερφό του, συνειδητοποιεί αδυναμίες και συμφιλιώνεται με αυτές, παρατηρεί καταστάσεις και συμπεριφορές στον κόσμο που τον περιβάλλει, καταθέτοντας την προσωπική του, ολότελα αυθεντική κι ανεπιτήδευτα παιδική αλήθεια.

Η Ιωάννα Μπαμπέτα, συνεπικουρούμενη από τη διακριτική όσο και ταιριαστή με το πνεύμα της προεφηβικής ηλικίας εικονογράφηση της Σάντρας Ελευθερίου, αφουγκράζεται με μεγάλη προσοχή και ευαισθησία τη φωνή του ήρωά της, υιοθετώντας πειστικά το λεκτικό και το ύφος ενός εντεκάχρονου, ισορροπώντας ανάμεσα στην ανεπιτήδευτη τρυφερότητα και στο αβίαστο χιούμορ –πολλές φορές προερχόμενο από τις αναπάντεχες συσχετίσεις και την αφοπλιστική ειλικρίνεια του παιδιού–, και αξιοποιώντας αφηγηματικά το εξαιρετικό εύρημα του λευκώματος. Το οποίο αφενός της επιτρέπει να «γεφυρώσει» τον κόσμο των αγοριών μ’ εκείνο των κοριτσιών. Κι αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα να δομήσει την αφήγησή της όχι με βάση τη γραμμική διαδοχή των γεγονότων αλλά χτίζοντας ολόκληρο τον κόσμο του ήρωά της γύρω από τις ερωτήσεις που του θέτει προς απάντηση το λεύκωμα. Οι μικρές αυτόνομες καθημερινές ιστορίες που ξεδιπλώνονται εξ αφορμής καθεμιάς από αυτές τις ερωτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε μια κάποια κλιμάκωση και οριστική λύση, οδηγώντας ταυτόχρονα τον Λουκά στην εξεύρεση της κατάλληλης κάθε φορά απάντησης, αλλά και διατρέχονται λίγο ως πολύ όλες τους από την κλιμακούμενη αγωνία του για τα αισθήματα της Μαργαρίτας απέναντί του.

Τι θα γίνει άραγε στο τέλος του βιβλίου, όταν ο Λουκάς, έχοντας απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις του λευκώματος, το επιστρέψει στην κάτοχό του; Μήπως είναι η σειρά της να δώσει τη δική της απάντηση; Και πώς θα σχετίζεται αυτή με μια απ’ τις μεγαλύτερες ανασφάλειες που ταλαιπωρούν τον ευαίσθητο συμμαθητή της; Δε σκοπεύω, εννοείται, να σας διαφωτίσω για τίποτα απ’ όλα αυτά. Αναζητήστε καλύτερα κι εσείς τις απαντήσεις στις σελίδες του πανέξυπνου αυτού βιβλίου!