Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Περί συναισθημάτων και ιδεών




Δύσκολο να μιλήσεις στα παιδιά για συναισθήματα, όπως και για ιδέες. Έννοιες αφηρημένες και οι δυο, που μπορεί να παρασύρουν τον συγγραφέα αλλά και τον αναγνώστη σε δύσβατα και ολισθηρά μονοπάτια, ειδικά αν ιδωθούν υπό το πρίσμα του εύκολου συναισθηματισμού και του αφελούς διδακτισμού, χωρίς δηλαδή ευρηματικότητα και πίστη στη δύναμη της αφήγησης. Στοιχεία και τα δυο που χαρακτηρίζουν τα βιβλία για τα οποία θα μιλήσω σήμερα: το Ένα ποτάμι μέσα μου της Μαρίας Ρουσάκη (εικον. Σοφία Γαλή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018) και το Μου ήρθε μια ιδέα της Χρυσάνθης Τσιαμπαλή (εικον. Στάθης Πετρόπουλος, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2018).



Η Μαρία Ρουσάκη, στο όμορφο εικονογραφημένο βιβλίο της, μας συστήνει τον Γιάννη, ένα αγόρι εσωστρεφές, που κρατά πολλά από αυτά που νιώθει ερμητικά κλεισμένα μέσα του. Πρόκειται για το κρυφό, μυστικό του ποτάμι, που άλλοτε κυλά ήρεμα, άλλοτε φουρτουνιάζει, ένα ποτάμι ωστόσο που το κρατά υπό έλεγχο, όπως ο ίδιος νομίζει, με φράγματα και αναχώματα, από φόβο μην και, αφήνοντας ανεξέλεγκτα τα νερά των συναισθημάτων του, σπείρει τριγύρω του την καταστροφή. Κι ας βλέπει πως οι άνθρωποι στον περίγυρό του δεν είναι όλοι ίδιοι, επιτρέποντας στα συναισθήματά τους να εκδηλωθούν απρόσκοπτα. Ο ίδιος προτιμά να μοιράζεται το μυστικό του αυτό μονάχα με μια άλλη εσωστρεφή ύπαρξη, τον σκύλο του τον Δία. Ως την ημέρα που εκείνος χάνεται και κανένα φράγμα δε μοιάζει ικανό να εμποδίσει το ποτάμι του Γιάννη να ξεσπάσει…

Η συγγραφέας, ακολουθώντας το μυστικό ποτάμι του Γιάννη, μας πάει βαρκάδα σε ένα εντυπωσιακό στις μεταμορφώσεις του ποταμίσιο τοπίο ανθρώπινων συναισθημάτων: στα ήρεμα νερά της γαλήνης, στη φουσκονεριά της χαράς, στον χείμαρρο του θυμού, στην πλημμύρα της συγκίνησης, στους άλιωτους πάγους της εσωστρέφειας, στον ξερότοπο της απώλειας. Η πειστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ήρωά της δεν παρεκτρέπεται σε φλύαρους συναισθηματισμούς. Μέσα από σύντομες φράσεις το αγόρι αφηγείται με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα την ιστορία του, εξερευνώντας παράλληλα το μέσα του, προσπαθώντας να αποτυπώσει σκέψεις ή συναισθήματα όσο κι όπως τα αντιλαμβάνεται. Και καθώς αυτά τα τελευταία σταδιακά απελευθερώνονται, η αφηγηματική ένταση  του κειμένου κλιμακώνεται, για να αποφορτιστεί χάρη στο ευτυχές τέλος.

Η Σοφία Γαλή ζωντανεύει εξαιρετικά την εναλλασσόμενη τοπιογραφία των ανθρώπινων συναισθημάτων στην οποία μας ξεναγεί η συγγραφέας, αγκαλιάζοντας αλλά και προεκτείνοντας το κείμενο, τονίζοντας όχι μονάχα τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του κεντρικού ήρωα αλλά και τη διαφοροποίησή του από τον κόσμο που τον περιβάλλει – χαρακτηριστική η σκηνή όπου το αγόρι, έχοντας αρχίσει να ξαναβρίσκει τους κανονικούς του ρυθμούς μετά την απώλεια του αγαπημένου του Δία, κάθεται θλιμμένο δίπλα στο ποτάμι ενώ πιο πέρα δυο άλλα αγόρια παίζουν ανέμελα. Είπαμε: Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, ούτε κι ο τρόπος εκδήλωσης των συναισθημάτων τους. Όπως ίδιες δεν είναι και οι αφορμές που ταράζουν λιμνάζοντα νερά ή γκρεμίζουν αναχώματα μέσα στον καθένα μας. Με τρόπο τρυφερό αλλά καθόλου μελό, εύληπτο κι ωστόσο κάθε άλλο παρά ρηχό, τούτο το όμορφο βιβλίο μάς ταξιδεύει στα πέρα και στα δώθε της ανθρώπινης καρδιάς.





Η Χρυσάνθη Τσιαμπαλή, πάλι, μας ξεναγεί μέσα από μια ιστορία φαντασίας στον κόσμο των ιδεών. Ηρωίδα της μια φαεινή ιδέα, μικρή, άπραγη κι απονήρευτη, που ξεκινά το ταξίδι της από τον κόσμο των ιδεών για τον κόσμο των ανθρώπων, προσδοκώντας να βρει ένα φιλόξενο ανθρώπινο μυαλό που θα τη μεταμορφώσει από ιδέα σε πράξη. Στο ταξίδι της θα βρει πολλούς και διάφορους ξενιστές: έναν υπουργό με μεγαλεπήβολα σχέδια πλην κομματάκι αναποφάσιστο, έναν φούρναρη με μάλλον δολοφονικά για την ίδια πλάνα, έναν παρανοϊκό επιστήμονα που δε χρωστάει να κάνει καλό, ένα άκρως εκνευριστικό και σαματατζίδικο ποντίκι, μια θεοπάλαβη συγγραφέα με άκρως περιπετειώδεις ιδέες και, τελικά, ένα μικρό κορίτσι, αθώο κι ενθουσιώδες σαν και την ίδια…

Ευφάνταστη ιστορία, με ένα έξυπνο εύρημα, που επιτρέπει στη συγγραφέα να περιπλανηθεί σε πολλές διαφορετικές ανθρώπινες προσωπικότητες, διερευνώντας χαρακτήρες, αλλά και θέτοντας, σε ένα δεύτερο επίπεδο, πλήθος από ουσιώδη ερωτήματα: Άραγε αρκεί να είναι μια ιδέα φαεινή για να είναι εφαρμόσιμη κι ευεργετική για την ανθρωπότητα; Πόσες διαφορετικές εκφάνσεις μπορεί να πάρει από τη στιγμή της σύλληψής της ως εκείνη της τελικής διαμόρφωσής της; Σε τι βαθμό είναι έρμαιο ανθρώπινων προθέσεων και χαρακτηρολογικών ιδιαιτεροτήτων, σε έναν κόσμο όπου οι διαφορές ανάμεσα σε καλό και κακό, λογικό και παράλογο, ηθικά αποδεκτό και μη είναι όχι σπάνια ασαφείς; Κι εντέλει, πόσο το δικαίωμα στην προσωπική επιλογή, έστω κι αν αυτή κινείται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας ή τη λάμψη της φήμης, μπορεί να αποτελέσει οδηγό για μια ευτυχή απόφαση;      

Η Χρυσάνθη Τσιαμπαλή αξιοποιεί το αρχικό της εύρημα μέσα από μια σειρά μικρά, ιδιαιτέρως λειτουργικά ευρήματα που διευκολύνουν αφηγηματικά τη «μετάβαση» της ηρωίδας της από τον κόσμο των ιδεών σε εκείνον της πραγματικότητας αλλά κι από το ένα ανθρώπινο μυαλό στο άλλο. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, διανθισμένη με μικρές δόσεις πνευματώδους χιούμορ, αποπνέει άνεση, χωρίς να κουράζει αλλά ούτε και να εκβιάζει λύσεις, ενώ αποφεύγει την τυποποίηση στον τρόπο με τον οποίο η φαεινή ιδέα διαχειρίζεται την παρουσία της στον νου καθενός από τους ξενιστές της. Η εικονογράφηση του Στάθη Πετρόπουλου αποτυπώνει με ενδιαφέροντα τρόπο στο χαρτί τον άυλο κόσμο των ιδεών και εμβαθύνει σε χαρακτηρολογικά στοιχεία των προσώπων, ακολουθώντας με συνέπεια τα βήματα αυτής της έξυπνης, καλοκουρδισμένης ιστορίας, που κατορθώνει με μπόλικη δόση φαντασίας να προσγειώσει επιτυχώς το αφηρημένο στην απολύτως απτή πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου