Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Axel Scheffler


Είπα να κρατήσω για το τέλος της χρονιάς την πιο όμορφη κατ’ εμέ στιγμή που έζησα ως μπλόγκερ μέσα στο 2014. Κι αυτή ήταν η συνάντηση με έναν σπουδαίο Ευρωπαίο εικονογράφο, τον Axel Scheffler, πριν από δυο περίπου μήνες, στο ιστορικό πατάρι του Ίκαρου.
Ο Axel Scheffler έχει γίνει ευρέως γνωστός στην Ελλάδα για δυο κυρίως εικονογραφικές δουλειές του*, τα δυο βιβλία του Γκρούφαλο της Julia Donaldson, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, και την πιο πρόσφατη σειρά Τικ και Τέλα, από τις Εκδόσεις Ίκαρος.
 

Γκρούφαλο



Τα δυο βιβλία της Donaldson Το Γκρούφαλο και Το μικρό Γκρούφαλο (για παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών), που κυκλοφόρησαν στη Βρετανία πριν από δεκαπέντε και δέκα χρόνια αντίστοιχα  (και στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά), έχουν σημειώσει τεράστια εκδοτική επιτυχία και με τρόπο ευρηματικό πραγματεύονται την ιστορία ενός μικρού ποντικιού που κατορθώνει να επιβιώσει σε ένα δάσος γεμάτο εχθρικά πλάσματα επισείοντάς τους την απειλή της εμφάνισης ενός φανταστικού τρομακτικού πλάσματος ονόματι Γκρούφαλο. Τι θα γίνει όμως όταν το Γκρούφαλο εμφανιστεί με σάρκα και οστά μπροστά στο μικρό ποντίκι; Τι κόλπο θα επινοήσει αυτό το τελευταίο για να επιβιώσει και τούτη τη φορά; Και πώς το μικροσκοπικό τρωκτικό θα αντιμετωπίσει το μικρό Γκρούφαλο, στο δεύτερο βιβλίο της σειράς, όταν εκείνο με εξερευνητική και περιπετειώδη διάθεση θα βγει μια νύχτα του χειμώνα στο παγωμένο δάσος αναζητώντας τον φοβερό και τρομερό ποντικό που του περιγράφει στις ιστορίες του ο μπαμπάς του;
 
 
Το δάσος του Σέφλερ, είτε ανοιξιάτικο είτε παγωμένο, χωράει ένα σωρό εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου κι ανάμεσά τους ένα Γκρούφαλο τρομακτικό όσο και κωμικά αφελές, που εμφανισιακά παραπέμπει στα «τέρατα» του Maurice Sendak, συνιστώντας μια ενδιαφέρουσα διακειμενική αναφορά.

 

Τικ και Τέλα




Η σειρά Τικ και Τέλα, από την άλλη, που στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, και πάλι σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά, και μέχρι στιγμής αριθμεί έξι τίτλους, απευθύνεται σε παιδάκια ηλικίας 1-3 ετών. Οι λιλιπούτειοι πρωταγωνιστές ζουν μικρές καθημερινές περιπέτειες σε έναν κόσμο που φαντάζει αυτονομημένος από εκείνο των μεγάλων και μέσα από αυτές μαθαίνουν απλές δεξιότητες, ωριμάζουν και σφυρηλατούν τη φιλία τους.
 


 
 
 
 
 
 
Οι εκφραστικές μορφές της μικρής ποντικίνας και του μικρού λαγού, που παραπέμπουν σε λούτρινα ζωάκια προνηπιακής εμφάνισης και χαρακτήρα, εντάσσονται αρμονικά σε εξωτερικά περιβάλλοντα ή εσωτερικούς χώρους γεμάτους μικρές εικονογραφικές λεπτομέρειες που δίνουν φυσικότητα και εξοικειώνουν ήπια το παιδί με τον κόσμο των δυο ηρώων.


 

 
 
 
 
 
 
Συζητώντας με τον Axel Scheffler

Στη σύντομη κουβέντα μας με τον Axel Scheffler, τον ρώτησα αν, με δεδομένο ότι στον αγγλοσαξονικό κόσμο αρκετοί δημιουργοί παιδικών βιβλίων έχουν τον διπλό ρόλο και του συγγραφέα και του εικονογράφου, θα ενδιέφερε και τον ίδιο να εικονογραφήσει κάποια στιγμή στο μέλλον και τις δικές του ιστορίες. Μου απάντησε ότι, για την ώρα τουλάχιστον, κάτι τέτοιο δεν είναι στις προθέσεις του, ότι αντλεί ικανοποίηση από τη δουλειά του ως εικονογράφου ιστοριών γραμμένων από άλλους – και στο σημείο αυτό τόνισε εμφατικά ότι η σειρά Τικ και Τέλα, αν και φαίνεται να αποτελεί εξολοκλήρου δική του δουλειά, βασίζεται σε κείμενο άλλου.

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον τρόπο συνεργασίας με τον εκάστοτε συγγραφέα, που δεν απέχει πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει και εδώ: Δηλαδή ο εικονογράφος παίρνει στα χέρια του το κείμενο –συνήθως το «συνοικέσιο» μεταξύ συγγραφέα-εικονογράφου προκύπτει ύστερα από πρόταση του υπεύθυνου έκδοσης του βιβλίου– και, πάνω σε αυτό, ετοιμάζει μια σειρά από δείγματα που υποβάλλει στον συγγραφέα. Ειδικότερα αναφέρθηκε στη συνεργασία του με την Julia Donaldson, της οποίας έχει εικονογραφήσει πολλά άλλα βιβλία πέραν του Γκρούφαλο, μια συνεργασία που εξακολουθεί να λειτουργεί σε αυτή τη βάση.

Μιλώντας για το Γκρούφαλο, αναφέρθηκα στη μορφή του ήρωά του και στη συγγένειά του με τα «τέρατα» του Maurice Sendak. Τον ρώτησα αν η ενδιαφέρουσα αυτή αναφορά στο Where the wild things are προέκυψε από στοιχεία του κειμένου –τον τρόπο που περιγράφει το φανταστικό αυτό πλάσμα η Donaldson– και χαμογελώντας μού απάντησε ότι κι ο ίδιος πια δεν μπορεί να πει με ακρίβεια τι ήταν αυτό ή αυτά, το σύνολο των γεγονότων, επιρροών και διεργασιών, που τον οδήγησαν να δώσει τη συγκεκριμένη μορφή στο Γκρούφαλο. Παράλληλα αναφέρθηκε στο πόσο δύσκολο του φάνηκε να αποδώσει με πειστικότητα το σκοτεινό δάσος που είναι το σκηνικό της ιστορίας του. Η έκπληξή του, φυσικά, ήταν τεράστια όταν έμαθε ότι το βιβλίο του Sendak παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά…

Σε ό,τι αφορά τη σειρά Τικ και Τέλα, συμφώνησε μαζί μου ότι η ιδιαίτερη επιτυχία και γοητεία της, αυτό που ενθουσιάζει τους μικρούς της αναγνώστες, είναι ακριβώς ο αυτόνομος χαρακτήρας των δυο μικρών φίλων, αγοριού και κοριτσιού, που κατορθώνουν να αντιμετωπίζουν από κοινού τα προβλήματά τους σ’ έναν κόσμο μακριά από κάθε ενήλικη επιτήρηση και παρέμβαση. Επεσήμανε μάλιστα ότι συχνά διαπιστώνει πως και παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών ξεφυλλίζουν και διαβάζουν με μεγάλη ευχαρίστηση τα βιβλία της συγκεκριμένης σειράς.

Και, μια και περί ενηλίκων ο λόγος, η κουβέντα κατέληξε στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η παιδική λογοτεχνία σε σύγκριση με τα βιβλία τα οποία απευθύνονται σε ενήλικο κοινό. Παραδέχτηκα ότι η δική μου αφετηρία υπήρξε, τόσο σε επίπεδο σπουδών όσο και σε επίπεδο δουλειάς, η ενήλικη λογοτεχνία κι ότι στο παρελθόν μάλλον αντιμετώπιζα με αδιαφορία τα παιδικά βιβλία. Ως τη μαγική στιγμή βεβαίως που απέκτησα κι εγώ παιδιά... «Ξέρω, ξέρω!» είπε γελώντας. «Έτσι γίνεται πάντα. Έχω δει ένα σωρό κριτικούς να αντιμετωπίζουν με αδιαφορία το παιδικό βιβλίο, μέχρι που γίνονται κι οι ίδιοι γονείς και ξαφνικά ανακαλύπτουν έναν καινούριο κόσμο!»   

Σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας να πω ότι ο Axel Scheffler υπέγραφε βιβλία της σειράς Τικ και Τέλα φιλοτεχνώντας υπομονετικά σε καθένα τις μορφές των δυο μικρών ζώων – κι ένα από αυτά τα βιβλία φιλοξενείται πλέον στη βιβλιοθήκη της μικρής μου κόρης.
 
 
Κλείνοντας τις αναρτήσεις του 2014 κάπου εδώ, να ευχηθώ σε όλους ό,τι καλύτερο για τη νέα χρονιά. Εμείς θα τα ξαναπούμε του χρόνου!

 
 
* Για αναλυτική εργογραφία στα ελληνικά δείτε και εδώ

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Αναστασία Ευσταθίου, Η Γερακίνα και ο Πρίγκιπας Νερένιος

Εικονογράφηση: Αναστασία Κασιάδη, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2012






Τη Γερακίνα, δε σας το κρύβω, ως παιδί την αντιπαθούσα. Ήταν μάλλον ο τρόπος που το σχολείο πήγαινε να μου περάσει την ιστορία της που ποτέ δε μου επέτρεψε να τη συμπονέσω στο ελάχιστο για το άδικο και τραγικό τέλος της. Μεγαλώνοντας βέβαια, κι έχοντας, στο πλαίσιο των σπουδών μου στη φιλολογία, διαβάσει αρκετή λαογραφία, αντιλήφθηκα ότι ιστορίες σαν και τη δική της έκρυβαν μες στην όποια αφέλεια ή σχηματικότητά τους σημαντικές αλήθειες. Και με αυτή την επίγνωση διάβασα το βιβλίο της Αναστασίας Ευσταθίου, η οποία, αντλώντας από τη λαϊκή παράδοση, αφηγείται την ιστορία μιας όμορφης κοπέλας στην περιοχή των Σερρών, η θυσία της οποίας, παραμονές του γάμου της, λύνει διαμιάς το πρόβλημα λειψυδρίας της περιοχής. Το τέλος της κόρης, όσο τραγικό κι αν φαντάζει, δίνεται εδώ με τρόπο αισιόδοξο, αφού η αφήγηση ακολουθεί τη Γερακίνα ως το άδυτο του πανέμορφου πρίγκιπα Νερένιου, που την τραβάει κοντά του στο υδάτινο βασίλειό του, εκεί που οι φωτεινές στιγμές τελικά δεν είναι αμελητέες.

Η συγγραφέας ενσωματώνει στον αφηγηματικό ιστό στοιχεία τόσο ιστορικού όσο και λαογραφικού χαρακτήρα, που επιτρέπουν την αναβίωση της εποχής αλλά και παραπέμπουν σε πλήθος από έθιμα (έθιμα γάμου, χελιδονίσματα κτλ.) και σε τοπικές συνήθειες. Τα αποσπάσματα από τη δημώδη παράδοση λειτουργούν ως σύντομες καταδύσεις στο πλούσιο υλικό που αποτέλεσε το υπόστρωμα της ιστορίας, ενώ το πνεύμα σεβασμού προς αυτό υπογραμμίζεται ιδιαίτερα, πέρα από τη συνολική υφολογική διαχείριση, και από την ενσωμάτωση τοπικών γλωσσικών στοιχείων.

Ενδιαφέρον βρήκα το σημείωμα του τέλους, όπου η συγγραφέας στέκεται φιλοσοφικά απέναντι στον μύθο, υποκύπτοντας στη γοητεία του χωρίς ωστόσο να παραβλέπει την αλήθεια του. Δε θα διαφωνήσω στο ελάχιστο μαζί της ως προς αυτό. Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ενδιαφέρουσα αυτή αναβίωση του μύθου της Γερακίνας, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να αναζητήσει αναγνώστες σε ένα ευρύτερο ηλικιακά κοινό, ενώ θα ήταν ευχής έργο να συνοδευόταν και από μια εικονογράφηση που θα αξιοποιούσε επαρκέστερα και σε μεγαλύτερη έκταση τις δυνατότητες του κειμένου.