Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αργυρώ Μουντάκη, Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες

Εικονογράφηση: Βαγγέλης Ελευθερίου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)

 
 
Αν ο παλιός καλός μας γνώριμος Quentin Gréban επιλέγει ένα κάπως ανοικονόμητο μαμούθ για ζωάκι της μικρής του ηρωίδας (εδώ), η Αργυρώ Μουντάκη στο βιβλίο της Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες κινείται στο άλλο άκρο, δίνοντας στους μικρούς αναγνώστες της μια εντελώς μινιμαλιστική εκδοχή του όρου «κατοικίδιο». Η δική της ηρωίδα, βλέπετε, η μικρή Ελεάννα, διαθέτει ζωάκι τσέπης – ένα μυρμηγκάκι ονόματι Υπναρούδι, το οποίο διαμένει σε σπιρτόκουτο και η ιδιοκτήτριά του έχει την ευχέρεια να το κουβαλάει όπου της κάνει κέφι. Αποτέλεσμα μια σειρά από περιπέτειες, που περιγράφονται στις τρεις ιστορίες οι οποίες απαρτίζουν το βιβλίο, και καταγράφουν την καθημερινότητα και τα –κάποτε δραματικά– απρόοπτα της ζωής των δυο φίλων και των αγαπημένων τους.

Ενδιαφέρουσα απόπειρα αφηγηματικής συνύπαρξης δυο διαφορετικών κόσμων –του μεγάκοσμου των ανθρώπων και του μικρόκοσμου των μυρμηγκιών– όπως αυτή μπορεί να επιτευχθεί με όχημα την παιδική φαντασία. Αφήγηση αβίαστη, που ζουμάρει σε καθημερινές στιγμές, κάποτε αδιόρατες όσο ένα τοσοδά μυρμηγκάκι, μεγεθυσμένες ωστόσο μέσα από τον φακό των παιδικών ματιών, αλλά και ικανές να χωρέσουν τη ζεστασιά, την ανεμελιά αλλά και τα βάσανα της παιδικής φιλίας, οικολογικές ευαισθησίες, οικογενειακές δυσκολίες, σχολικές χαρές και μικροπροβλήματα. Με το μικρούλι Υπναρούδι πανταχού παρόν, να υπογραμμίζει με την παρουσία του την τεράστια αξία που έχουν τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα για την παιδική ψυχοσύνθεση.  

Ένα χαριτωμένο βιβλίο, που πάντως ενδέχεται να σας δημιουργήσει κάποια προβληματάκια, αφού, μετά το πέρας της ανάγνωσής του, δε θα υπάρξει μυρμηγκοφωλιά πάνω απ’ την οποία να μη σας σύρει το βλαστάρι σας σε αναζήτηση νέου κατοικίδιου. Μικρό το κακό βεβαίως, αφού ένα τοσοδά μυρμηγκάκι μες στο σπιτικό σας φαντάζει –εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως– πολύ προτιμότερο από ένα πελώριο μαμούθ. Ή μήπως όχι;

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Τζον Μπόιν, Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα

Μετάφραση: Αριάδνη Μοσχονά, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006 (από 13 ετών)



Η λογοτεχνία είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα οπτικής, κι αυτό φαίνεται να το γνωρίζει πολύ καλά ο Τζον Μπόιν, εφαρμόζοντάς το εξαιρετικά στο βιβλίο του Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα. Το οποίο, εκ πρώτης όψεως, είναι η ιστορία ενός συνηθισμένου πιτσιρικά κεραυνοβολημένου από την αιφνίδια μετάθεση του καριερίστα μπαμπά του, η οποία θα πάρει τον μικρό μακριά από το σπίτι που μεγάλωσε, από την πόλη του και τους αγαπημένους του φίλους. Αλλά τι σόι δουλειά είναι αυτή που κάνει ο μπαμπάς; Και πού ακριβώς βρίσκεται το μακρινό μέρος που σηματοδοτεί τη ραγδαία επαγγελματική του ανέλιξη; Πώς θα τη βγάλει καθαρή ο μικρός στο αφιλόξενο Ούστβιτς; Τι ρόλο θα παίξουν στη ζωή του οι άνθρωποι που θα γνωρίσει εκεί; Και πώς η συνάντησή του με ένα αγόρι με ριγέ πιτζάμα θα χαράξει με τρόπο καθοριστικό τη μοίρα του;

Μια ιστορία για το Ολοκαύτωμα ιδωμένη από την πλευρά του προνομιούχου πλην ανύποπτου μέχρι αφέλειας γιου του διοικητή ενός ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ο εννιάχρονος Μπρούνο, του οποίου η εμφάνιση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πρότυπο του Άριου που λανσάρει το χιτλερικό καθεστώς, ξεριζωμένος από το μέρος που μεγάλωσε, ζώντας σε ένα στρατοκρατούμενο κι αφιλόξενο σπίτι που ποτέ δε γίνεται σπίτι του, αποκομμένος από τους γονείς του, που μοιάζουν να ζουν ο καθένας στον κόσμο του, εστιάζει στα καθημερινά αγνοώντας παγκόσμιους συσχετισμούς, συχνά παρερμηνεύοντας καταστάσεις ή δίνοντας αυθαίρετα υποκειμενικές ερμηνείες στα γεγονότα, ψηλαφώντας βήμα με το βήμα, μέρα με τη μέρα, μια πραγματικότητα της οποίας ως το τέλος δε θα μπορέσει να αντιληφθεί πλήρως τη φρίκη. Μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της αφελούς ματιάς του, τα πάντα –από τον αλκοολισμό και την απιστία της μαμάς, μέχρι τα βάσανα που υφίστανται οι Εβραίοι κρατούμενοι πέρα απ’ το συρματόπλεγμα που χωρίζει το σπίτι του με το στρατόπεδο– αποκτούν μια έντονα ειρωνική αν και στο βάθος τραγική διάσταση. Η βία, ακόμα κι όταν είναι απροκάλυπτα παρούσα, παραλείπεται εύγλωττα, λες κι ο μικρός Μπρούνο, κάποτε όχι άμοιρος ευθυνών κι ενοχών, επιλέγει να κλείσει τα μάτια ασκώντας αυστηρή λογοκρισία σε μια πραγματικότητα που του είναι αβάσταχτη. Την ίδια ώρα η επιμονή του να παραποιεί συστηματικά τοπωνύμια και ονόματα προσώπων –ο Φύρης, το Ούστβιτς–, όσο κι αν δίνει μια ανάλαφρη, παιγνιώδη νότα στην ιστορία του, μοιάζει με απελπισμένη όσο και συνειδητή ως έναν βαθμό απόπειρα αναδίπλωσης σε μια μύχια παιδικότητα που θα τον προστατέψει από τη φρίκη της πρόωρα κι οδυνηρά επερχόμενης ενηλικίωσης. Ο Μπρούνο δεν είναι ήρωας, δεν είναι μια εξιδανικευμένη μορφή, δεν ξεπερνάει σχεδόν ποτέ τον εαυτό του. Κι αυτή ακριβώς η ειρωνική απόσταση που διατηρεί από αυτόν ο συγγραφέας, σε αντιδιαστολή με τη διστακτική αν και πολύ πιο συνειδητή στάση του φίλου του του Εβραίου Σμούελ, υπογραμμίζει εμφατικά το τυχαίο της θέσης και της μοίρας του καθενός τους.

Όσο για τον Σμούελ, το αγόρι απ’ την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, το μικρό Εβραιόπουλο με τη ριγέ πιτζάμα, γεννημένο την ίδια ακριβώς μέρα με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, μοιάζει με αντικατοπτρισμό του ίδιου του Μπρούνο: Όσα κι αν είναι αυτά που τους χωρίζουν, δεν παύουν να είναι δυο παιδιά μόνα και φοβισμένα, σ’ έναν κόσμο εφιαλτικά παράδοξο κι ακατανόητο, δυο πιτσιρικάδες που, αγνοώντας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την ακριβή τους κατάσταση, γυρεύουν να μοιραστούν σκέψεις κι αγωνίες. Δυο παιδιά τόσο όμοια, με το συρματόπλεγμα και τη διαφορετική τους αμφίεση να τραβούν μια αυθαίρετη γραμμή ανάμεσα στο θύτη και στο θύμα, στον ευνοημένο από τη μοίρα και στον καταδικασμένο να πάει ως πρόβατο στη σφαγή.

Καθώς ο συγγραφέας οδηγεί με αφηγηματική ακρίβεια την ιστορία του προς τη συγκλονιστική της κλιμάκωση και το αναπάντεχο τέλος, ξυπνώντας στον ενήλικα αναγνώστη μνήμες από την Εκλογή της Σόφι ή από το Η ζωή είναι ωραία, η ριγέ πιτζάμα του Σμούελ αναδεικνύεται σε κομβικό στοιχείο της πλοκής ως ειδοποιό χαρακτηριστικό ταυτισμένο με την προδιαγεγραμμένη μοίρα του κατόχου της. Μόνο που ο Τζον Μπόιν δεν αρκείται σε αυτό τον ρόλο, υποβάλλοντας στον αναγνώστη του το ανατριχιαστικό, τελειωτικό ερώτημα: Άραγε μπορεί ένα απλό ρούχο, εκτός από δηλωτικό της μοίρας εκείνου που το φοράει, να φτάσει ακόμα και να την ορίσει; Η απάντηση-γροθιά στο στομάχι στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού βιβλίου.