Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Ευγένιος Τριβιζάς, Τα Χριστούγεννα της Λούλας Στρουμπουλούλας - Οι περιπέτειες μιας τετράπαχης γαλοπούλας

Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)

 
 
Το ιστολόγιο μπαίνει σε χριστουγεννιάτικο mood. Δεν έχει άλλωστε και πολλά περιθώρια διαφυγής: κάτι το ημερολόγιο που σε λίγο θα δείχνει Δεκέμβρη, κάτι ο σκουντούφλης καιρός, κάτι οι, έστω περιορισμένης έκτασης, στολισμοί στις βιτρίνες των μαγαζιών, κάτι οι προετοιμασίες για τη χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή της πρωτότοκης, όπως και να το κάνεις, τα Χριστούγεννα είναι καθ’ οδόν και μαζί τους κουβαλάνε σωριές βιβλία. Βέβαια, εγώ δεν είμαι διόλου χριστουγεννιάτικος τύπος. Ούτε καν γιορτινός τύπος. Από παιδί το έχω. Όλη αυτή η αναμονή του προδιαγεγραμμένου, οι ετοιμασίες, οι στολισμοί, τα γιορτινά ντυσίματα με παρέπεμπαν πάντοτε σ’ ένα τεράστιο πάρτι-έκπληξη χωρίς την έκπληξη. Αυτή η αμήχανη στάση με ακολούθησε και στην ενήλικη ζωή μου. Βέβαια, ο ερχομός των παιδιών τα άλλαξε, όπως είναι ευνόητο, όλα. Θέλοντας και μη, έγινα κι εγώ τύπος γιορτινός και χριστουγεννιάτικος, κι αν τολμάω, ας κάνω κι αλλιώς. Επειδή όμως κάτι απ’ το παλιό μου δέρμα δε λέει να φύγει από πάνω μου, αποφάσισα να παρουσιάσω εδώ μέσα χριστουγεννιάτικα βιβλία που επιλέγουν να υιοθετήσουν απρόβλεπτες, παράδοξες ή αναπάντεχες οπτικές, διασώζοντας, κατά τη δική μου τουλάχιστον γνώμη, το πραγματικό νόημα της γιορτής.

Ξεκινάω λοιπόν σήμερα με τα Χριστούγεννα του απόλυτου θύματος: της γαλοπούλας! Η οποία έχει όνομα κι επώνυμο: είναι η Λούλα Στρουμπουλούλα, το τροφαντό πουλερικό του ζεύγους Ζαρζαφούτη, το οποίο τη θρέφει στον κήπο του με στόχο να την κάνει γεμιστή τα Χριστούγεννα, σ’ ένα πλουσιοπάροχο τσιμπούσι που θα παραθέσει σε φίλους και γνωστούς. Η Λούλα, μικρή και απονήρευτη καθώς είναι, εκλαμβάνει τη στάση των ιδιοκτητών της ως δείγμα γενναιοδωρίας, αγάπης και φροντίδας. Όταν λοιπόν η φίλη της η Μπιζού η γάτα, που την έχουμε συναντήσει κι αλλού στον παραμυθένιο κόσμο του Τριβιζά, της ανοίξει τα μάτια αποκαλύπτοντάς της τα δολοφονικά σχέδια του ζεύγους, η γαλοπούλα μας θα κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι της για να αποτρέψει το μοιραίο: θ’ αρχίσει γυμναστική για να χάσει κιλά, θα διαπράξει δολιοφθορές στην κουζίνα του σπιτιού, θα επιχειρήσει να μεταμφιεστεί για να τους ξεγελάσει, ωστόσο οι μέρες περνούν και τα Χριστούγεννα φτάνουν. Κι όταν, κυνηγημένη από έναν έξαλλο κύριο Ζαρζαφούτη, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να τη δει με συνοπτικές διαδικασίες στο φούρνο, θα καταλήξει πανικόβλητη στη σοφίτα του σπιτιού, το παλιό σεντούκι του πειρατή Λαλαπλούτς Πρασινογένη, στο οποίο θα προστρέξει για βοήθεια, όχι μονάχα θα της σώσει τη ζωή αλλά και θα φέρει στο φως ένα μυστικό που θα στείλει χριστουγεννιάτικα τους ιδιοκτήτες της σ’ ένα μακρινό κυνήγι θησαυρού στα πέρατα της οικουμένης…

Τυπικός Τριβιζάς, παράδοξος, ανατρεπτικός, άκρως διασκεδαστικός. Μια απλή αντιστροφή της οπτικής, το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ιδωμένο από την πλευρά του υποψήφιου εδέσματος, αρκεί για να στηθεί μια ιστορία γεμάτη σασπένς, ένταση αλλά και χιούμορ. Εξαντλητικοί διάλογοι ανάμεσα στη γαλοπούλα και στη γάτα, η οποία λειτουργεί εν είδει συμβουλάτορα, διαρκείς επαναλήψεις, που παρατείνουν την αγωνία και υπογραμμίζουν το αίσθημα πανικού κι απελπισίας της Λούλας, λογοπαίγνια, ευφάνταστα ονόματα και επώνυμα, με την παρήχηση σε κάποιες περιπτώσεις να επιτείνει το κωμικό αποτέλεσμα, όλες οι τεχνικές που έχουμε συναντήσει και σε άλλα βιβλία του συγγραφέα έρχονται να μας προσφέρουν ένα χορταστικό όσο κι εναλλακτικό χριστουγεννιάτικο πιάτο.

Ο Τριβιζάς βέβαια δε γράφει απλώς βιβλία ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Όπως και αλλού, έτσι κι εδώ είναι ανελέητος απέναντι στον καθωσπρεπισμό, στην κοινωνική υποκρισία και στο εφήμερο και επιφανειακό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έτσι, η μεταστροφή στη συμπεριφορά του ζεύγους Ζαρζαφούτη απέναντι στη γαλοπούλα όταν χάρη σ’ αυτή μαθαίνουν για το χαμένο θησαυρό του πειρατή Λαλαπλούτς Πρασινογένη μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο να φαντάζει ως απόρροια ευγνωμοσύνης, αλλά υποκρύπτει κι έντονη ανυπομονησία και απληστία: Τι να το κάνεις το ψητό πουλερικό όταν στην άλλη άκρη του κόσμου σε περιμένουν αμύθητοι θησαυροί; Όσο για τους φίλους της οικογένειας, που καταφτάνουν για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι φορτωμένοι με ό,τι ακριβό ρούχο και πολύτιμο κόσμημα διαθέτει η γκαρνταρόμπα τους, συνιστούν τη γελοιογραφική εκδοχή μιας αστικής τάξης που πασχίζει να κρύψει την κενότητά της πίσω από μια επίδειξη πλούτου η οποία ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια του κιτς.

Η εικονογράφηση της Ράνιας Βαρβάκη, εκτός του ότι μας χαρίζει μια αξιολάτρευτα στρουμπουλή γαλοπούλα σ’ έναν πολύχρωμο, ολάνθιστο κήπο, συμμερίζεται τόσο τη σατιρική διάθεση του συγγραφέα απέναντι στο ζεύγος Ζαρζαφούτη και στον κύκλο του, όσο και την πρόθεσή του να στήσει έναν κόσμο στον οποίο το αυτονόητο και το παράδοξο συνυπάρχουν σαν να μην τρέχει τίποτα.

Κλείνοντας, νομίζω πως ο βασικός λόγος για τον οποίο αγάπησα ιδιαίτερα τη Λούλα έχει να κάνει με το ότι κατόρθωσε να τινάξει στον αέρα αυτό που έλεγα στην αρχή, το πάρτι-έκπληξη χωρίς την έκπληξη, χαρίζοντας σ’ αυτούς τους αιμοβόρους, καθωσπρέπει και τόσο προβλέψιμους Ζαρζαφούτηδες την απόλυτη περιπέτεια. Με τον ίδιο τρόπο που κι ο απρόβλεπτος δημιουργός της βγάζει μικρούς και μεγάλους αναγνώστες από τον κόσμο του καθημερινού και του τετριμμένου χαρίζοντάς τους συναρπαστικά ταξίδια σε ανεξερεύνητα τοπία της φαντασίας.

(Μετά το τέλος της ιστορίας, ακολουθεί, κατά την προσφιλή συνήθεια του Τριβιζά, σειρά δημιουργικών δραστηριοτήτων, αρκετές από τις οποίες εμάς μας φάνηκαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.)
 

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ο ραφτάκος των λέξεων

Εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, σειρά Μικρές Καληνύχτες, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)


 
Χρωστάω σε μεγάλο βαθμό αυτό το υπέροχο βιβλίο στη φίλη μου την Άρτεμη, η οποία το διάβασε παρέα με τα παιδιά της πριν από μας και ενθουσιάστηκε. Όχι ότι δεν ήταν και στις δικές μου προθέσεις να το διαβάσω, ίσα ίσα, ωστόσο η δική της θετική ανταπόκριση κατά κάποιο τρόπο επέσπευσε τα πράγματα. Βέβαια, κάθε φορά που σε προκαταλαμβάνουν άλλοι θετικά γύρω από ένα βιβλίο, ελλοχεύει ο κίνδυνος όταν το διαβάσεις οι προσδοκίες σου να διαψευστούν, ή τουλάχιστον να το αδικήσεις, ακριβώς επειδή άλλα μπήκες στη διαδικασία να περιμένεις κι άλλα σού προέκυψαν στη διαδρομή. Βλέπετε, η ανάγνωση είναι μια μοναχική υπόθεση, βαθιά προσωπική, αβάσταχτα υποκειμενική. Ένας δοκιμαστικός σωλήνας όπου συναντιέται ο πιο μυστικός εαυτός μας με τις –ορατές ή αδιόρατες– προθέσεις του συγγραφέα. Στην περίπτωση του Ραφτάκου πάντως τα θετικά σχόλια της φίλης μου όχι μόνο έπιασαν τόπο αλλά και μου χάρισαν μια πανέμορφη ιστορία, φτιαγμένη από λέξεις και αφιερωμένη στις λέξεις. Θα περιμένατε διαφορετική αντίδραση από έναν άνθρωπο που ενθουσιάζεται με βιβλία για πριγκίπισσες των λέξεων και γοητεύεται από μοναχικούς Λεξιδιώτες;
 
Για να πάμε στην υπόθεση, ο ραφτάκος του βιβλίου μας ζει σε μια πόλη μικρή σαν χωριό και ντύνει όλους τους κατοίκους της με ρούχα σε όλα τα χρώματα και τα σχήματα που βάζει ο νους. Ρούχα ραμμένα και πλεγμένα με λέξεις! Και μάλιστα λέξεις αντλημένες από τη λογοτεχνική και τη μουσική παράδοση, αλλά και από την επιστήμη. Μια τέτοια υψηλή τέχνη όπως η ραπτική βέβαια απαιτεί ειδικό ταλέντο στον τρόπο με τον οποίο ταιριάζεις τα υλικά σου, κι ο ραφτάκος μας διαθέτει τη σπάνια ικανότητα να διαλέγει και να ταιριάζει τις λέξεις μεταξύ τους έτσι ώστε τα ρούχα που δημιουργεί να καλύπτουν τις ανάγκες των ανθρώπων ανάλογα με την εποχή του χρόνου και τις καιρικές συνθήκες. Κι ας μην πολυπροσέχουν οι πελάτες του τα σπάνια νήματα και τις κλωστές του – η ουσία είναι πως φεύγουν απ' το μαγαζί του ευτυχισμένοι! Το πέρασμα του χρόνου ωστόσο θα φέρει το μεγάλωμα της πόλης, την αστικοποίηση, τις ραγδαίες αλλαγές στον τρόπο ζωής, την τυφλή υπακοή στις επιταγές της μόδας. Ο ραφτάκος απομένει χωρίς πελάτες, σταδιακά και χωρίς ανθρώπους να πει έστω μια καλημέρα. Μόνο που όταν καταφτάνει ένας άγριος χειμώνας και τα τυποποιημένα ρούχα, οι θερμαντικές συσκευές και τα τζάκια δεν αρκούν να ζεστάνουν τους κατοίκους της πόλης, κάποιος ανακαλεί στη μνήμη το ραφτάκο και τη σπάνια τέχνη του. Το μαγαζί ξαναποκτά ζωή και τα ρούχα του ραφτάκου αρχίζουν και πάλι να ζεσταίνουν τους συμπολίτες του.

Με αφετηρία τη μετάλλαξη μιας μικρής πόλης σε μεγάλη, το πέρασμα στην αστικοποίηση, την καταναλωτική υστερία, το ανηλεές κυνήγι της μόδας και του εφήμερα καινούριου, που έρχεται να σαρώσει συνήθειες, ρυθμούς, αισθητικά γούστα, φιλίες και ανθρώπινες σχέσεις, το βιβλίο του Αντώνη Παπαθεοδούλου μάς μιλά για τη μαγική φύση των λέξεων, που δεν είναι απλοί συνδυασμοί γραμμάτων ή φθόγγων, αλλά οντότητες με παρελθόν –την παράδοση, γραπτή ή προφορική, τη γραμματεία, την επιστήμη–, με ξεχωριστό η καθεμιά νόημα, αλλά και με ποικίλες αποχρώσεις και σημασιολογικές διακυμάνσεις, ανάλογα με τον τρόπο που θα επιλέξει να τις ταιριάξει κανείς. Ο συγγραφέας μάς τονίζει ότι οι λέξεις δεν είναι στατικές και άκαμπτες, τυλίγουν τρυφερά τους ανθρώπους, άλλοτε ζεσταίνοντας, άλλοτε δροσίζοντας, πάνω απ' όλα παρηγορώντας, συντροφεύοντας, απαλύνοντας λύπες και θεραπεύοντας πληγές. Στην πραγματικότητα το ραφτάδικο του ήρωά του είναι μια οικοτεχνία συναισθημάτων, σκέψεων, αισθήσεων, όλων αυτών των θαυμαστών πραγμάτων που κουβαλάνε οι λέξεις τις οποίες ασυνείδητα και αδιάφορα ανταλλάσσουμε στην καθημερινή μας επαφή. 

Η φθορά των λέξεων, από την άλλη, συνεπάγεται και τη φθορά των εννοιών που αυτές κουβαλούν: Λεπτές αποχρώσεις, ενδόμυχες σκέψεις, βαθύτερα συναισθήματα ξεχνιούνται, παραγνωρίζονται, εγκαταλείπονται. Δεν έχουν πια τρόπο να ειπωθούν και χάνονται στη λήθη. Μαζί με την τυποποίηση της γλώσσας, τη συρρίκνωση του σημασιολογικού της βάθους, την υποκατάστασή της με άλλου τύπου κώδικες επικοινωνίας, την υποτίμησή της έρχεται και η σταδιακή απομάκρυνσή μας από το συναισθηματικό και πνευματικό μας έρμα.

Κι όταν, σε ώρες δύσκολες, το αναζητάμε, ελπίζοντας ότι σε αυτό θα βρούμε ένα –ίσως το μοναδικό μας– αποκούμπι, η μόνη λύση στο πρόβλημά μας φαίνεται πως είναι ένας ραφτάκος των λέξεων. Δηλαδή ο τεχνίτης του λόγου που θα διασώσει το πνευματικό μας παρελθόν μέσα από τη δημιουργική ανάπλασή του. Που δε θα ανακυκλώσει, δε θα αναμασήσει ούτε θα αντιγράψει αλλά θα αναδείξει νέες, μοναδικές λογοτεχνικές μορφές, νέες, ολόφρεσκες σημασίες, συχνά μέσα από ετερόκλητα όσο και φαινομενικά ευτελή υλικά. Που δε θα δει το έργο του ως μαζικό, τυποποιημένο προϊόν, αλλά ως χειροποίητο, γι' αυτό και μοναδικό, δημιούργημα. Αυτός που διαχρονικά, είτε είναι ο σημερινός λογοτέχνης είτε εκείνος του μακρινού χτες –διόλου τυχαία η αναφορά στον Κορνάρο στο μότο–, αναζητά μέσα στις λέξεις την παρηγοριά, την ίαση, τη συντροφιά στα δύσκολα.

Η Ίρις Σαμαρτζή εικονογραφεί ιδανικά το κείμενο  μέσα από ένα μωσαϊκό χρωμάτων, λέξεων, κλωστών και ζωγραφιών, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο όσο και πολυσυλλεκτικό υφαντό εικόνων. Η τελευταία σελίδα κοσμείται από ένα πολύχρωμο ρούχο, σύνθεση υφασμάτων και γραμμάτων, που ντύνει τα κτίρια της μεγάλης πόλης, σε μια φιλόδοξη όσο και αισιόδοξη απόπειρα δημιουργικού συγκερασμού πραγματικότητας και φαντασίας, λογικής κι ευαισθησίας. Σε πλήρη στοίχιση με την αισιόδοξη οπτική του συγγραφέα ότι οι λέξεις μπορούν να αγκαλιάσουν ζεστά τη μίζερη, αδιέξοδη σιωπή της τρέχουσας πραγματικότητας. Να την ομορφύνουν, να την πλουτίσουν, να της χαρίσουν ζωή, ένα λόγο ύπαρξης.

Θέλω να ελπίζω σε έναν κόσμο όπου η ομορφιά, η ουσία κι η αλήθεια των λέξεων θα είναι αυτές που θα ορίζουν τα πράγματα. Γι' αυτό και παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι τα παιδιά μας μεγαλώνουν με βιβλία σαν το Ραφτάκο των λέξεων, μαθαίνοντας να αντλούν αισιοδοξία, ελπίδα και δημιουργικά ερεθίσματα μέσα από αυτά.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Τζον Ά. Ρόου

  • Ο Φεγγαρούλης, απόδοση Πέτρος Χατζόπουλος, Εκδόσεις Πατάκη - minedition, Αθήνα 2005 (από 4 ετών)

  • Καπετάν Μπαμπέσης! απόδοση Μαρία Παπαγιάννη, Εκδόσεις Πατάκη - minedition, Αθήνα 2006 (από 4 ετών)

  • Χαμογέλα, απόδοση Μαρία Παπαγιάννη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (απο 4 ετών)

  • Θέλω μια αγκαλιά, απόδοση Μαρία Παπαγιάννη, Εκδόσεις Πατάκη - minedition, Αθήνα 2010 (από 4 ετών)


Ο Τζον Ά. Ρόου ανήκει στους τυχερούς εκείνους ανθρώπους που μπορούν και να γράφουν και να εικονογραφούν τις ιστορίες τους. Αν και στη δική του περίπτωση το πράγμα μάλλον δεν πάει με αυτή τη σειρά. Η αίσθησή μου κάθε φορά που ξεφυλλίζω τα βιβλία του είναι ότι όλα ξεκινούν από την εικόνα, καθώς ο κόσμος που δημιουργούν οι ζωγραφιές του είναι τόσο συμπαγής, αυτόνομος, σχεδόν αυτάρκης, ώστε και η αφήγηση να ορίζεται αναπόφευκτα από αυτόν: χαριτωμένα όσο και παράδοξα ζωάκια, αλλόκοτα ανθρωπόμορφα πλάσματα κι ουράνια σώματα, αρκουδάκια εν πτήσει σε κόσμους φαντασίας, αγελάδες που βολτάρουν στο διάστημα, ένα αχανές σύμπαν καθαρόαιμου παραμυθιού.

Και ο ίδιος ο Ρόου, περιγράφοντας στην ιστοσελίδα του τον τρόπο δουλειάς του, εξηγεί ότι αφετηρία για την έμπνευσή του είναι συνήθως μια εικόνα, γύρω απο την οποία στη συνέχεια αναπτύσσεται η ιστορία του. Ωστόσο δεν παραγνωρίζει πόσο σημαντική είναι η ισορροπία ανάμεσα σε κείμενο και εικόνα. Αυτό το τελευταίο το αντιλαμβανόμαστε κι εμείς διαβάζοντας τα βιβλία του: Αν, για παράδειγμα, αναλογιστεί κανείς ότι ο Ρόου κατορθώνει μέσα από τις ζωγραφιές του να ζωντανέψει την παραδοξότητα, τη μαγεία, ακόμα και τους αβίαστους ρυθμούς του ονείρου, κατανοεί πόσο βολικά κι αυτονόητα βρίσκει εκεί μέσα τη θέση της ακόμα κι η πιο ευφάνταστη αφήγηση. Χωρίς μάλιστα να αναλωθεί σε αχρείαστες περιγραφές, επεξηγήσεις κι αναλύσεις - αυτά τα κάνει η εικόνα, και με το παραπάνω. Από την άλλη πλευρά, η αφήγησή του είναι αυτή που δίνει κίνηση, σφρίγος και ρυθμό στην ποιητική, ονειρική διάθεση της εικονόγράφησής του.

Πέντε βιβλία του Ρόου κυκλοφορούν στα ελληνικά, όλα από τις Εκδόσεις Πατάκη, εδώ ωστόσο παρουσιάζω τέσσερα από αυτά, καθώς τα Καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα, σε δική του διασκευή και εικονογράφηση, έχουν εξαντληθεί και δεν κατόρθωσα να τα βρω.

Ο Φεγγαρούλης


Ο Φεγγαρούλης είναι ένα σκυλάκι που κατοικεί στη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού. Δουλειά του είναι να το καθαρίζει τις νύχτες από τη σκόνη που μαζεύει. Μια μέρα καταφτάνει ένας πύραυλος με μια μαϊμού αστροναύτη, η οποία ανακοινώνει στον Φεγγαρούλη ότι οι άνθρωποι ετοιμάζουν εποικισμό στο δορυφόρο και ότι δική της αποστολή είναι να πάρει στη Γη μια φεγγαρόπετρα για δείγμα προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητα του εδάφους. Τότε ο Φεγγαρούλης, μπροστά στο ενδεχόμενο να δει και το Φεγγάρι να καταστρέφεται όπως η Γη, δίνει στη μαϊμού ένα σκυλομπισκότο, ώστε οι επιστήμονες, περνώντας το για φεγγαρόπετρα, να θεωρήσουν το έδαφος της Σελήνης πολύ μαλακό, άρα ακατάλληλο για εποικισμό. Το σχέδιο πιάνει, κι όχι μονάχα ο Φεγγαρούλης κι η μαϊμού σώζουν το Φεγγαράκι από την καταστροφή, αλλά βοηθούν και τους γήινους να αντιληφθούν πόσο πολύτιμη είναι η Γη κι ότι αξίζει να της φερθούν κάπως καλύτερα. 

Οικολογική ευαισθησία δοσμένη χωρίς διδακτισμούς, αλλά μέσα από τα απλά υλικά της παιδικής φαντασίας, όπου όλα, από τα πιο χειροπιαστά ως τα πιο απίθανα, είναι εφικτά.

Καπετάν Μπαμπέσης!

Ο Καπετάν Μπαμπέσης είναι ένας άγριος, ατρόμητος θαλασσινός ταξιδευτής. Μια μέρα, σε μια ενέδρα κουρσάρων, χάνει τον πιο αγαπημένο του ναύτη, το μικρό του αρκουδάκι. Κι ο Καπετάν Μπαμπέσης, που δεν είναι άλλο από ένα μικρό αγόρι που παίζει στον κήπο του, βάζει τα κλάματα. Σε βοήθειά του θα προστρέξουν νάνοι, ξωτικά, στοιχειά και νεράιδες. Κι όταν η Νεραϊδοβασίλισσα αποκαλύπτει ότι όλα τα χαμένα αρκουδάκια είναι φυλακισμένα στο Κάστρο το Απάτητο, στα πέρατα της Γης, όλοι μαζί κινούν να τα ελευθερώσουν. Φτάνουν στο κάστρο, εξουδετερώνουν στο πι και φι το γίγαντα που το φυλάει, κι όταν επιτέλους απελευθερώνουν τα αρκουδάκια, εκείνα αρχίζουν μια μαγική πτήση στο νυχτερινό ουρανό. Όλα εκτός απ' τον Πόκο, τον αγαπημένο ναύτη του Καπετάν Μπαμπέση, που πέφτει στην αγκαλιά του πιτσιρικά... ο οποίος εκείνη ακριβώς τη στιγμή ξυπνάει απ' τον υπνάκο του στο γρασίδι!

Ξενερώσατε; Όλη αυτή η συναρπαστική περιπέτεια ήταν μονάχα ένα όνειρο; Μην ταράζεστε! Ο συγγραφέας δε φαίνεται να πολυπιστεύει αυτή την ερμηνεία, γι' αυτό και στο φινάλε της ιστορίας του το παραμύθι, με το έτσι θέλω, επιβάλλεται στην πραγματικότητα. Κι αν κάτι μένει στο παιδί από αυτή τη βουτιά στον ονειρικό κόσμο της φαντασίας, είναι η υποψία ότι τα σύνορά του με την πραγματικότητα είναι κάποιες φορές δυσδιάκριτα. 

Χαμογέλα

Το Χαμογέλα μάς μεταφέρει στην Αγέλαστη Πολιτεία, εκεί που βασιλεύει ο Βασιλιάς Αγέλαστος παρέα με τη Βασίλισσα Αγέλαστη και τους πέντε Αγέλαστους γιους τους. Όταν όμως γεννιέται το έκτο τους παιδί, όλοι προσέχουν τον αλλόκοτο μορφασμό στο προσωπό του: το παιδί χαμογελάει! Και είναι τόσο τρομακτικό και παράδοξο το θέαμά του, ώστε καλούν γιατρούς, που αποφαίνονται ότι το βρέφος ασθενεί... Η αρρώστια αποδεικνεύεται μεταδοτική: μια μέρα αρχίζει κι ο βασιλιάς να χαμογελάει, και σιγά σιγά, αλλά όχι και δίχως κόπο, αρκετοί είναι εκείνοι που τον μιμούνται. Στο τέλος όλοι στην Αγέλαστη Πολιτεία αρχίζουν να χαμογελούν - και τους αρέσει! Κι όταν, πολλά χρόνια αργότερα, ο Χαμογελαστός Πρίγκιπας παντρεύεται και αποκτά παιδί, θα προσέξει κι αυτός με τη σειρά του έναν περίεργο μορφασμό στο πρόσωπο του γιου του...

Μια χιουμοριστική ιστορία για τη δυσκολία των ανθρώπων να ξεφύγουν απ' τη νόρμα και τη συνήθεια, ακόμα κι όταν αυτή τούς κάνει το βίο θλιβερό και δύστροπο. Για την αδυναμία τους να αποδεχτούν το αυτονόητο της ομορφιάς και της χαράς της ζωής. Για το πώς η άνευ λόγου και αιτίας σοβαροφάνεια φαντάζει πιο υγιής από την αβίαστη, απροσποίητη χαρά. Κι ακόμα, για την ποινικοποίηση της χαράς από τους κάθε λογής φορείς εξουσίας -στην πολιτική, στη θρησκεία, στην εκπαίδευση- και την ταυτόχρονη υιοθέτηση από μέρους τους μιας πένθιμης σοβαροφάνειας στο όνομα του σωστού, του ηθικού, του ενάρετου.

Στην ιστορία μας το χαμόγελο κερδίζει τη μάχη. Είναι η αισιόδοξη εκδοχή των πραγμάτων, κι ας μη δικαιώνεται από πολλά κραυγαλέα ιστορικά παραδείγματα που στιγμάτισαν τη διαδρομή των ανθρώπων πάνω στη Γη.


Θέλω μια αγκαλιά

Ο Έλβις ο σκαντζόχοιρος γυρεύει μια αγκαλιά. Παντού, στην πόλη, στο πάρκο, στο γήπεδο, στο σιδηροδρομικό σταθμό, στο νοσοκομείο, βλέπει κόσμο να ανταλλάσσει αγκαλιές. Αυτόν όμως δεν τον πλησιάζει κανείς, από φόβο για τα μυτερά αγκάθια του. Κι όταν η απογοήτευσή του από τις αρνήσεις που εισπράττει έχει χτυπήσει κόκκινο και είναι έτοιμος να τα παρατήσει, το απελπισμένο αίτημα ενός άλλου πλάσματος, εξίσου απομονωμένου κι ανεπιθύμητου όπως κι αυτός, θα γίνει η αιτία ώστε και ο ίδιος να μπορέσει να δώσει χαρά σε κάποιον άλλο και ταυτόχρονα να δει το όνειρό του να εκπληρώνεται.

Μια ιστορία που μέσα από τη φαινομενική απλότητα και τη χιουμοριστική αφέλειά της μιλάει για τη μοναξιά και την κοινωνική απομόνωση. Για τη μονολιθική αντίληψη περί καλού και κακού, ωραίου και άσχημου, αθώου κι επικίνδυνου, και για τα αισθήματα πίκρας κι αδικίας που αυτή γεννά. Αλλά και για την υπέρβασή τους μέσα από το πνεύμα κατανόησης και προσφοράς, τη συνειδητοποίηση ότι δεν μπορείς να ζητάς την ανοχή και την αποδοχή αν δεν ανεχτείς κι εσύ τον άλλο ακριβώς όπως είναι.


Eν κατακλείδι, ο Ρόου δεν είναι ένας απλός παραμυθάς, αλλά ένας ευφυής δημιουργός που κατορθώνει να μιλήσει με τρόπο ευρηματικό και απλό για την απώλεια, τη μοναξιά, τη θλίψη, τον καθωσπρεπισμό, τη διαφορετικότητα, την ανεκτικότητα, την οικολογία. Χωρίς διδακτισμούς και μεγάλα λόγια. Μόνο ταξιδεύοντάς μας σε έναν κόσμο φαντασίας, εκεί που βασιλεύει το όνειρο, η δικαιοσύνη και η αθώα ματιά της παιδικότητας.  

 
Για περισσότερες πληροφορίες γύρω από τον Τζον. Ά. Ρόου μπορείτε να επισκεφθείτε το: http://www.johnarowe.com

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Κατερίνα Κρις, Οι ανακαλύψεις του Έγκμοντ Κλαβιέ

  • Το πρώτο Χμ που είδα! Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2012 (από 8 ετών)

  • Ο Λεξιδιώτης Χμ! Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2012 (από 8 ετών)

 
 Ο Έγκμοντ Κλαβιέ, αφηγητής και ήρωας των δυο βιβλίων της Κατερίνας Κρις, είναι ένας τύπος καταδικασμένος από τη -λογοτεχνική- μοίρα να γίνει μεγάλος ερευνητής. Να εντρυφήσει σε βιβλία, να χαράξει ορνιθοσκαλίσματα σε χαρτιά και μέσα από γράμματα και λέξεις να ξετρυπώσει και να φέρει στο φως ένα ολοκαίνουργιο είδος πλασμάτων: τα Χμ. Μη σας ξεγελάει το όνομα: το "Έγκμοντ Κλαβιέ" μπορεί να παραπέμπει ευθέως σε μεγάλο και τρανό επιστήμονα και διανοητή, στην πραγματικότητα όμως πίσω απ' όλο αυτό το μεγαλείο κρύβεται ένα μικρό παιδί, που μας ταξιδεύει στον κόσμο της γλώσσας, ή, καλύτερα, να πούμε του γραπτού κειμένου, με έναν τρόπο ευφάνταστο, ευρηματικό και ξεκαρδιστικό, συστήνοντάς μας μάλιστα μια ολότελα διαφορετική και άγνωστη φυλή πλασμάτων που κρύβονται μες στις σελίδες.
 
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Τη γνωριμία του Έγκμοντ και των Χμ την κάνουμε στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Το πρώτο Χμ που είδα!, όταν ο μικρούλης φίλος μας αποκτά το πρώτο του μολύβι. Στην αρχή δεν καλοξέρει πώς να το χρησιμοποιήσει, σιγά σιγά ανακαλύπτει τη σωστή χρήση του, μουντζουρώνει, γράφει γράμματα, λέξεις ολόκληρες, και μια μέρα συντελείται το θαύμα: εκεί ανάμεσα στις λέξεις βουνό και κορφή, το πρώτο Χμ της ζωής του αναδύεται μέσα απ' τη σελίδα. Μετά την πρώτη έκπληξη, ακολουθεί καταιγισμός πληροφοριών. Το μικροσκοπικό πλασματάκι τού συστήνεται μέσα από ένα γράμμα που του υπαγορεύει: τα Χμ ζουν στα βάθη των σελίδων, σ' ένα χωριουδάκι πέρα απ' το δάσος των Σκέψεων, και φροντίζουν τις λέξεις που γράφονται στο λευκό χαρτί. Του μαθαίνει ταχυδακτυλουργικά κόλπα: πώς να φτιάχνει σύνθετες λέξεις. Του χαρίζει ένα χαρτοχάρτη, να τον φυλάει απ' τις κακοτοπιές και να του δείχνει το δρόμο για θαυμαστούς γλωσσικούς προορισμούς. Του γεννά την επιθυμία να ανακαλύψει - όχι οτιδήποτε, αλλά τα Χμ, τα πλάσματα που είναι κι ο λόγος για τον οποίο ανακαλύπτουμε. Κάπως έτσι αρχίζει το ταξίδι μες στις σελίδες.
 
Κι αν το πρώτο βιβλίο μάς άφησε με τη γλύκα και ταυτόχρονα το λειψό συναίσθημα της πρώτης γνωριμίας, το δεύτερο, Ο Λεξιδιώτης Χμ!, έρχεται να μας απογειώσει. Τώρα πια ξέρουμε. Κατέχουμε κι εμείς το μεγάλο μυστικό των Χμ. Υποψιαζόμαστε πάνω κάτω πού να τα αναζητήσουμε, αυτό που δεν μπορούμε πάντως να φανταστούμε είναι ότι οι πάσης φύσεως τυπωμένες σελίδες ανά τον κόσμο σχηματίζουν κάτω απ' τη μύτη μας ένα αχανές, δαιδαλώδες δίκτυο, που μέσα από απίθανους συνδυασμούς και καραμπόλες χαρίζει στα Χμ μαγευτικά όσο κι απρόσμενα λεξίδια - τουτέστιν ταξίδια μέσα απ' τις λέξεις. Μια θεότρελη περιπέτεια περιπλάνησης, με λέξεις-διακτινιστές, λέξεις απλωμένες σε μανταλάκια, λέξεις πακεταρισμένες σε βαλίτσες, πλημμυρισμένες σελίδες, πόσιμα μελάνια, μουσικές νότες, σύννεφα σκέψης, θα μας οδηγήσει από το Λονδίνο σ' ένα δωρεάν τουρ στη μισή Ευρώπη κι όχι μόνο, και θα μας μάθει τον τρόπο να ταξιδεύουμε μέσα από τις σελίδες. 
 
Αν θα πρέπει να συνοψίσουμε σε μια φράση τι αντιπροσωπεύουν οι Ανακαλύψεις του Έγκμοντ Κλαβιέ, αυτό σίγουρα είναι η χαρά, το πανηγύρι της γραφής και της αναγνωστικής εμπειρίας: Η Κατερίνα Κρις προσγειώνει τα "έπεα πτερόεντα" στο χαρτί όχι για να τα φυλακίσει, αλλά για να τους χαρίσει νέες διαστάσεις. Γιατί, όπως μας λέει, η επαφή με το γραπτό κείμενο δεν είναι μια επίπεδη, μονοδιάστατη εμπειρία: έχει λόφους, βουνά, χαράδρες, χρώματα, νερά, ανατροπές, πάνω απ' όλα ζωντανούς κατοίκους που χτίζουν κάτω από τις λέξεις έναν δικό τους, εναλλακτικό και διασκεδαστικό κόσμο. Έναν κόσμο που δεν είναι ούτε υπόγειος ούτε σκοτεινός ούτε απομονωμένος, αλλά που μέσα απ' τους δικούς του κώδικες επικοινωνίας αποδεικνύεται πολύ πιο εξωστρεφής και ενδιαφέρων απ' τον δικό μας. Έναν κόσμο που δεν προσφέρει απλώς εμπειρίες, γνώσεις, περιπέτειες, αλλά και τις γεννά: Τα Χμ δεν είναι μονάχα το κίνητρο για να ταξιδέψουμε μέσα στις σελίδες, είναι η γενεσιουργός αιτία της έμπνευσης, του ίδιου του κειμένου. Η ψυχή του κειμένου.  
 
Σε μια σειρά αυτοαναφορικών βιβλίων για παιδιά, όπου πραγματικός πρωταγωνιστής είναι το ίδιο το κείμενο, καθοριστικό ρόλο παίζει η οπτική του μορφή. Η διπλή ιδιότητα της Κρις ως συγγραφέα και εικονογράφου υπηρετεί ιδανικά τις δημιουργικές προθέσεις της, αφού σκίτσο και κείμενο μπερδεύονται σε ένα αέναο παιχνίδι χρωμάτων, εναλλασσόμενων γραμματοσειρών, επεξηγήσεων, διευκρινίσεων, ερμηνειών, σχολιαστικής διάθεσης, αλληλοσυμπλήρωσης ή κι αλληλοϋπονόμευσης. Με τον τρόπο αυτό, η Κρις γεννά δυο βιβλία ολοζώντανα, σπαρταριστά. Αυτοαναφορικά και αυτοσαρκαστικά. Αλλά και ανοιχτά στην παιγνιώδη διάθεση του αναγνώστη, στο διάλογο μαζί του. Δυο βιβλία όπου η φαντασία δε γίνεται μέσον ή όχημα. Ανασαίνει σε κάθε σελίδα. Αλήθεια, υπάρχει καλύτερη απόδειξη απ' αυτή για την ύπαρξη των ζωντανών κατοίκων των σελίδων, των Χμ; 
 
 
Κλείνοντας το πρώτο βιβλίο με τις περιπέτειες του Έγκμοντ, έτρεξα γραμμή να αγοράσω το δεύτερο. Με προσμονή, αλλά  και με τον ανεπαίσθητο, ενδόμυχο φόβο ότι ίσως ο Λεξιδιώτης να μην ήταν άλλο από τα απόνερα του Πρώτου Χμ. Κλείνοντας το δεύτερο βιβλίο, ήμουν πια περίπου βέβαιη ότι ο Έγκμοντ έχει να μας χαρίσει στο μέλλον ακόμα μεγαλύτερες συγκινήσεις, σε μια αναγνωστική περιπέτεια που, αν συνεχίσει να βαδίζει στα χνάρια των δυο πρώτων βιβλίων της σειράς, θα 'ταν ιδανικό να φτάσει πολύ, πολύ μακριά. Ως εκεί που αντέχει η φαντασία! 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Κατί Τρεβελιάν - Χάιντ Κόρνερ, Το όνειρο του βασιλιά Ιβάν

Μετάφραση: Πόλυ Βασιλάκη, Εκδόσεις Κάστωρ, Αθήνα 2001 (από 5 ετών)


Κι όμως, υπάρχουν και τέτοιοι βασιλιάδες: ευαίσθητοι, ποιητικοί, λάτρεις της μουσικής και κυνηγοί του ονείρου. Στα παραμύθια τουλάχιστον. Εκεί που όλα μπορούν να γίνουν αλήθεια και τ' όνειρο ν' ανοίξει μονοπάτια ευτυχίας που η πραγματικότητα αρνείται να αποκαλύψει.

Ένας τέτοιος τύπος είναι ο βασιλιάς Ιβάν. Μοναχικός, χωρίς να έχει ποτέ του αγαπήσει. Ένα βράδυ, στον ύπνο του, καταδύεται στο τοπίο ενός αλλόκοτου ονείρου, που τον ταξιδεύει σε πορφυρούς ουρανούς και σε καταπράσινα λιβάδια με γιγαντιαία λουλούδια, σ' έναν κόσμο όπου βασιλεύει η μουσική. Ένα φίδι-φλάουτο, ένα μουσικό δέντρο όπου ανθίζει ένα βιολί, ένα πουλί-αρμόνικα, ο άνεμος, ένα πουλί-λύρα, ψάρια-τρομπέτες και μια γάτα-ακορντεόν θα κατευθύνουν τον Ιβάν πάνω από λόφους και δάση, μέσα από λίμνες και θλιμμένες πολιτείες, πέρα από ηφαίστεια, στην είσοδο μιας σπηλιάς. Κι όταν, φτάνοντας μες στη σπηλιά, θ' ακούσει το τραγούδι της όμορφης βασίλισσας, τ' όνειρο τον εγκαταλείπει, κι αυτός ξυπνά απελπισμένος. Στον πραγματικό κόσμο πια, θα βρει στην αγωνιώδη του αναζήτηση της βασίλισσας μια ανέλπιστη σύμμαχο και βοηθό, που θα του αποκαλύψει πού ζει η αγαπημένη του και θα τον συνοδέψει στο ταξίδι με το βασιλικό αερόστατο ως τη χώρα της.

Η αφήγηση μοιράζεται σκόπιμα μ' έναν τρόπο ανισοβαρή ανάμεσα στην ονειρική βόλτα του βασιλιά και στην αναζήτηση της βασίλισσας στον πραγματικό κόσμο. Αν η περιπλάνησή του μέσα στ' όνειρο είναι χρονοβόρα και κοπιώδης, το να μάθει το πώς και το πού θα βρει τη βασίλισσά του στην πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο εύκολο, οδηγώντας τον με συνοπτικές διαδικασίες στην ευτυχία. Το όνειρο άλλωστε είναι αυτό που του δίνει το μεγάλο κι ωραίο ταξίδι: την ανακάλυψη των βαθύτερων επιθυμιών του. Η πραγματικότητα μετά απ' αυτό είναι πολύ πιο εύκολα αναγνώσιμη. Με απλά λόγια, η ιστορία του Ιβάν μάς λέει ότι συχνά αυτό που επιθυμούμε βρίσκεται σε προφανές σημείο. Αυτός που μας το κρύβει είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και τα ανυπέρβλητα εμπόδια που μας βάζουν οι αυτολογοκριτικοί μηχανισμοί μας, φυλακίζοντας τις επιθυμίες μας στα σπηλαιώδη, εσώτερα βάθη του είναι μας. Οι ψυχαναλυτικές αναφορές είναι σαφείς. Όσο για τα αλλόκοτα πλάσματα που συναντά ο Ιβάν, όχι μόνο δεν προξενούν κανένα τρόμο, αλλά λειτουργούν ως τα μέσα που θα τον οδηγήσουν τελικά στην κατάδυση στο ασυνείδητό του και κατ' επέκταση στην ανακάλυψη των εσώτερων -και αρχικά τουλάχιστον άγνωστων ακόμα και στον ίδιο- επιθυμιών του.

Η μουσική γίνεται ο κώδικας αποτύπωσης της αναζήτησης και της συναισθηματικής κλιμάκωσης του Ιβάν: άλλοτε θλιμμένη, άλλοτε χαρωπή, άλλοτε γοητευτική, άλλοτε αέρινη, ουράνια, θεϊκή, ύστερα παράφωνη κι εντέλει σπαρακτική. Κι αν ο ήχος απ' το βιολί κι από τα παράδοξα μουσικά πλάσματα που συνοδεύουν το βασιλιά στην αναζήτησή του είναι δάνειος και μεταλλάσσεται ανάλογα με τις συναισθηματικές μεταπτώσεις του ήρωα, το αντικείμενο του έρωτά του έχει μόνο το τραγούδι της φωνής του, μαγευτικότερο απ' όλες τις άλλες μουσικές. 

Αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στην εξαιρετική εικονογράφηση, η οποία, με σουρεαλιστική διάθεση ανάμεικτη μ' ένα ναΐφ πνεύμα, με πλάσματα  τα οποία στη σύλληψή τους τουλάχιστον μοιάζουν να έχουν δραπετεύσει από πίνακα του Νταλί και στην εκτέλεσή τους παραπέμπουν σε πολιτισμούς της Ανατολής, αποτυπώνει μοναδικά τόσο τον ονειρικό όσο και τον πραγματικό κόσμο του Ιβάν.

Ο βασιλιάς Ιβάν μπορεί να έχει την πολυτέλεια να κινείται σ' έναν παραμυθένιο κόσμο όπου τα βάσανα της διακυβέρνησης περισσεύουν, πάντως κατόρθωσε να κερδίσει μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές μας. Θεωρώ ιδανική κατακλείδα για τη σημερινή ανάρτηση το σχόλιο της πενταμισάχρονης συναναγνώστριάς μου όταν φτάσαμε στην τελευταία σελίδα του βιβλίου: "Ωραίο!" Με ένα τεράστιο, ευτυχισμένο χαμόγελο να συνοδεύει αυτή τη μία και μοναδική λέξη, που ήδη τα είχε πει από μόνη της όλα.
 

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Η μοναξιά της εξουσίας, του πλούτου και του τρόμου

  • Ζωή Βαλάση, Το ψηλότερο μπαλκόνι του κόσμου, εικονογράφηση Πέτρος Ζαμπέλης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006

  • Ευγένιος Τριβιζάς, Οι χελώνες του βαρώνου, εικονογράφηση Ναταλία Καπατσούλια, Καλέντης, Αθήνα 2002

  • Thomas Docherty, Big Scary Monster, Templar Publishing 2009

  •  

Πριν από λίγο καιρό έγραφα σε μια ανάρτηση για τη μοναξιά της διαφορετικότητας, για τη σκληρότητα με την οποία συχνά κοινωνικά κυρίαρχες ομάδες αντιμετωπίζουν τον αδύναμο, τον ξένο, αυτόν που κουβαλάει διαφορετικές νοοτροπίες κι αντιλήψεις. Μόνο που στη μοναξιά φτάνει κανείς κι από άλλους δρόμους, εκούσια ή ακούσια. Η αλαζονεία, η φιλαργυρία, η τρομοκράτηση των άλλων αποτελούν ιδανικές ατραπούς προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ήρωες των τριών βιβλίων που παρουσιάζω είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως κι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονται τις ιστορίες τους οι συγγραφείς τους. 
 

Η μοναξιά και η αλαζονεία της εξουσίας: Ζωή Βαλάση, Το ψηλότερο μπαλκόνι του κόσμου (από 4 ετών)

 
Η ιστορία ενός ανόητου άρχοντα, ανίκανου, άχρηστου, τεμπέλη και πλεονέκτη, που αποφασίζει να φτιάξει τον ψηλότερο πύργο με το ψηλότερο μπαλκόνι του κόσμου. Αφού ρημάζει το σύμπαν γύρω του, γκρεμίζοντας σπίτια και ξεριζώνοντας δέντρα, βάζοντας έναν ανθρώπινο στρατό να χτίσει την υψηλή του κατοικία, όταν τη βλέπει τελειωμένη, αποφασίζει να ανέβει μαζί με τους αυλικούς του στο ψηλότερο μπαλκόνι της για να εποπτεύσει άνωθεν τον κόσμο. Κι ενώ κάτω χαμηλά έχει αρχίσει το γλέντι και το τσιμπούσι απ' τους υπηκόους του, σκαλί σκαλί αρχίζουν να σημειώνονται οι πρώτες αποσχιστικές τάσεις στην ακολουθία του. Ο άρχοντας βέβαια συνεχίζει απτόητος την άνοδο, σαρώνοντας στο πέρασμά του όποιο πλάσμα τού φαίνεται πως μπορεί να ανηφορίσει με μεγαλύτερη ευκολία από αυτόν. Όταν φτάνει επιτέλους στο μπαλκόνι του, ξέπνοος και τσακισμένος απ' την κούραση, συνειδητοποιεί ότι έχει απομείνει μόνος. Όλοι οι σύμβουλοι κι οι λογογράφοι του έχουν ξεμείνει εξαντλημένοι στα μισά του δρόμου, κι όσο για το ακροατήριό του, είναι τόσο χαμηλά, κάτω στην αυλή του πύργου, που δεν τον ακούει. Μόνος, πεινασμένος κι εξοργισμένος, θα δεχτεί το τελειωτικό χτύπημα από ένα χελιδόνι που έχει φτιάξει τη φωλιά του πάνω απ' το ψηλό μπαλκόνι του, που στέκεται δηλαδή πιο ψηλά από τον ίδιο.
 
Η αλαζονεία κι η μοναξιά της εξουσίας σε όλο της το μεγαλείο. Ένας απόλυτος μονάρχης, αυταρχικός, βάναυσος, μεγαλομανής. Κληρονομικώ δικαιώματι φυσικά: κανείς δεν τον επέλεξε για το μυαλό του, για τις ικανότητές του, για τα ταλέντα του. Μόνο που, όσο αυτός βουλιάζει στην κρίση μεγαλείου που τον οδηγεί σε έργα εντυπωσιοθηρικής παραφροσύνης, ξεμακραίνει κι από τον κόσμο γύρω του, χάνει επαφή -όποια επαφή μπορούσε να έχει τέλος πάντων- με το λαό του, ακόμα και με τους αυλικούς του, κι όχι μονάχα βυθίζεται στην πιο σκληρή μοναξιά, αλλά στο φινάλε συνειδητοποιεί και το μάταιο του εγχειρήματός του. Δίκαιη τιμωρία, θα πείτε. Μάλλον. Όταν η ανοησία, η εξουσιομανία και ο ανθρώπινος παραλογισμός φτάνουν στο μη περαιτέρω, δεν έχεις και πολλούς λόγους να μην αισθανθείς ικανοποίηση για το πάθημα ενός τέτοιου δυνάστη.
 
Το βιβλίο της Βαλάση, με την εικονογράφηση του Πέτρου Ζαμπέλη να μας ταξιδεύει στη μακρινή εποχή του παραμυθιού στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία της, έφτασε στα χέρια μας από κάποιο ξαδερφάκι που πια μεγάλωσε. Πλέον είναι εξαντλημένο. Το κλείσιμο των Ελληνικών Γραμμάτων φαίνεται πως πήρε μαζί του το Ψηλότερο μπαλκόνι. Όπως κι ένα σωρό άλλα βιβλία. Θα μου πείτε: Τι νόημα έχει να μας μιλάς για εξαντλημένα βιβλία, που δεν μπορούμε να βρούμε πουθενά; Δεν ξέρω, μάλλον είναι η επιθυμία μου να αντισταθώ με τις μικρές μου δυνάμεις στη φθορά του χρόνου και στη λήθη, που συχνά είναι τόσο αχάριστες κι οι δυο απέναντι στο μόχθο του συγγραφέα.   

 

Η μοναξιά κι η ματαιότητα του πλούτου: Ευγένιος Τριβιζάς, Οι χελώνες του βαρώνου (από 4 ετών)

 
Ο βαρώνος του Τριβιζά είναι βαθύπλουτος, γι' αυτό και απέραντα δυστυχής. Η δυστυχία του απορρέει από το φόβο που του προξενεί το ενδεχόμενο να τον ληστέψουν ή να τον εξαπατήσουν. Τα βράδια δεν κοιμάται από τους εφιάλτες. Ακόμα κι όταν μετατρέπει τον πύργο του σε απόρθητο φρούριο, η υποψία ότι φίλοι, συγγενείς και υπηρέτες μπορεί να μηχανορραφούν σε βάρος του τον κάνει να διώξει από κοντά του τους πάντες. Ύστερα τα βάζει με τα συστήματα ασφαλείας, που μπορεί να αποδειχτούν ανεπαρκή, κι έτσι κλειδαμπαρώνει τα πλούτη του στο ανθεκτικότερο και μεγαλύτερο χρηματοκιβώτιο του κόσμου. Αλλά και πάλι, η σκέψη και μόνο ότι οι ύπουλοι κακοποιοί που τον επιβουλεύονται μπορεί να αναγκάσουν τον ίδιο να τους παραδώσει τους θησαυρούς του τον κάνει να κλειστεί κι αυτός στο χρηματοκιβώτιο. Περνάνε έτσι τα χρόνια μες στη μοναξιά και την αγωνία, κι όταν μια Πρωτοχρονιά ένας διαρρήκτης κατορθώνει να παραβιάσει το χρηματοκιβώτιο, βλέποντας το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του βαρώνου, αισθάνεται λύπη και συμπάθεια γι' αυτό το βασανισμένο άνθρωπο. Ο εγκλεισμός του βαρώνου τού θυμίζει τη δική του κράτηση στη φυλακή. Γίνονται φίλοι, το ρίχνουν στο παιχνίδι, στο τέλος ο βαρώνος τού χαρίζει κάμποσα από τα πλούτη του. Η φυγή του διαρρήκτη  πλημμυρίζει το βαρώνο με απέραντη μοναξιά κι έτσι αποφασίζει να αφήσει το χρηματοκιβώτιο και, σημαίνοντας προσκλητήριο με τους συναγερμούς του, να ανοίξει το σπίτι του σε όλο τον κόσμο.
 
Η προσέγγιση του Τριβιζά είναι πιο αισιόδοξη από εκείνη της Βαλάση, αφού ο ήρωάς του αντιλαμβάνεται, πάντοτε στα μέτρα και με τον τρόπο που υπαγορεύει ο παράδοξος κόσμος που χτίζει ο συγγραφέας, το μάταιο και οδυνηρό του εγκλεισμού και της μοναξιάς του. Η μεταστροφή του παίρνει αρκετό χρόνο -μια δεκαετία- να σημειωθεί και αφορμή της γίνεται η επίσκεψη του διαρρήκτη. Αφενός αποδεικνύοντας το μάταιο κάθε μέτρου ασφαλείας, αφετέρου επιβεβαιώνοντας στο βαρώνο, έναν άνθρωπο ταλαιπωρημένο, μόνο, αποστεωμένο από τη μακρά περίοδο του εγκλεισμού, ότι είναι ώρα να κάνει το μεγάλο βήμα διώχνοντας φόβους, αγωνίες, ανασφάλειες. Επιτέλους ζώντας. Ο διαρρήκτης, από την άλλη, μπορεί να βγάζει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά αποκομίζει και κάποια κέρδη από το βαρώνο, όχι κλέβοντάς τον, αλλά δεχόμενος πρόθυμα τα δώρα του, ως αντάλλαγμα για τη χαρά της ανθρώπινης επαφής που του πρόσφερε. Με αυτό τον τρόπο, όλοι στο φινάλε είναι ευτυχισμένοι, πάνω απ' όλους εμείς για τη χαρά της αναγνωστικής απόλαυσης, που συνοδεύεται ιδανικά από τη γεμάτη κέφι κι αισιοδοξία πολύχρωμη εικονογράφηση της Ναταλίας Καπατσούλια.
 
 
Η μοναξιά και η απρόβλεπτη μεταστροφή του τρόμου: Thomas Docherty, Big Scary Monster (από 3 ετών)
 
Το μεγάλο τρομακτικό τέρας στέκεται στην κορυφή ενός βουνού και, εκμεταλλευόμενο το μέγεθος και την αποκρουστική του όψη, τρομάζει οτιδήποτε κινείται γύρω του. Με τον καιρό, οι υπόλοιποι κάτοικοι του βουνού αρχίζουν να του κρύβονται, κι όταν η πλήξη του γίνεται αφόρητη, στρέφει το βλέμμα του κάτω στην κοιλάδα. Βλέποντας από μακριά ένα πλήθος από μικροσκοπικά ζωάκια, αρχίζει να κατηφορίζει το βουνό με στόχο να τα κατατρομοκρατήσει κι αυτά. Μόνο που, καθώς τα πλησιάζει, πανικόβλητο συνειδητοποιεί πως ό,τι από μακριά φάνταζε μικροσκοπικό από κοντά είναι τεράστιο και κατ΄επέκταση τρομακτικό. Το κυριεύει ο φόβος και το βάζει στα πόδια. Φτάνοντας όμως στα παλιά του λημέρια, ανακαλύπτει πως έχει απομείνει ολομόναχο και βάζει τα κλάματα. Η έκπληξη που του επιφυλάσσουν τα ζωάκια του βουνού επιφέρει τη ριζική μεταστροφή του.
 
Το τέρας του βουνού δεν είναι εγγενώς κακό, απλώς το παράταιρο μέγεθός του και η αποκρουστική του όψη έχουν γεννήσει μέσα του την εντύπωση ότι ο τρόμος είναι ο ασφαλέστερος τρόπος επιβολής και κατ' επέκταση αποδοχής. Το γεγονός άλλωστε ότι απλώς τρομάζει τους άλλους χωρίς να ασκεί πραγματική βία υποδηλώνει την ισχυρή του ανασφάλεια, τη χαμηλή του αυτοεκτίμηση και την αδυναμία του να βρει έναν εναλλακτικό κώδικα επικοινωνίας. Ακόμα και η κάθοδός του από το βουνό δεν υπαγορεύεται από καταστροφική διάθεση, αλλά από την επιθυμία του να θεραπεύσει τη μοναξιά και την πλήξη του, αλλά και από τη σιγουριά του ότι και πάλι θα έχει να κάνει με πλάσματα πολύ μικρότερα και πιο αδύναμα από το ίδιο. Η ανατροπή των ισορροπιών προκύπτει από την ανατροπή των συσχετισμών σε ό,τι αφορά το μέγεθος: Ο τρόμος γίνεται παιχνίδι στα χέρια κάποιου άλλου, ο οποίος από μακριά φάνταζε μικροσκοπικός κι αδύναμος, και το τέρας μας νιώθει στο πετσί του πώς είναι να γίνεσαι έρμαιο των επιθυμιών πλασμάτων πιο ισχυρών από σένα. Το τέλος της ιστορίας είναι αισιόδοξο και γεμάτο ελπίδα, αφήνοντάς μας να καταλάβουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο φαινομενικά κακός είναι καλύτερος απ' ό,τι δείχνει, χρειάζεται όμως κι ένα νεύμα αποδοχής για να δείξει την καλή του πλευρά.
 
Το βιβλίο δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το κείμενό του βέβαια είναι τόσο απλό ώστε το καθιστά εύκολα μεταφράσιμο. Προσωπικά, δε θα με πείραζε να βλέπω συχνότερα τέτοια βιβλία στην ελληνική αγορά - κι ας έμενε άστεγη μια κάποια πριγκίπισσα ή νεράιδα απ' τις πολλές που κατακλύζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων μας.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Μάνος Κοντολέων, Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 7 ετών)

 
 
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω παιδικά βιβλία πριν απο τρία χρόνια, δεν αισθάνθηκα ούτε στιγμή ότι αποσυρόμουν σ' ένα απάνεμο λιμάνι αναγνωστικής αγρανάπαυσης, αλλά ότι έβαζα πλώρη για νέες περιπέτειες, ίσως όχι σε τρικυμισμένα νερά δύσβατων αφηγηματικών αναζητήσεων, πάντως σίγουρα σε ανεξερεύνητα μυθικά θαλασσινά βασίλεια. Ενδεχομένως η μοναδική μου επιθυμία στο ξεκίνημα αυτού του ταξιδιού να ήταν η αναβίωση του παιδικού μου ονείρου να ανακαλύψω τη χαμένη Ατλαντίδα. Ενός ονείρου που πάντως δε θα ξαναρχόταν στην επιφάνεια αν δεν του το επέβαλλαν, σχεδόν διά της βίας, τα ίδια τα βιβλία. Αυτά που αποτελούν το αδιάσειστο πειστήριο των ανεξάντλητων δημιουργικών αποθεμάτων της παιδικής λογοτεχνίας. Αυτά που δε σου επιτρέπουν να τα περιχαρακώσεις ηλικιακά, να τα ερμηνεύσεις σχηματικά, να τα αντιμετωπίσεις ως απλοϊκά, μονοσήμαντα λογοτεχνικά προϊόντα.
 
Το πιο πρόσφατο βιβλίο που μας έδωσε ο Μάνος Κοντολέων αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Μπορεί το καραβάκι του τίτλου να μη μας πηγαίνει σε μυθικά, παραμυθένια βασίλεια, μας ταξιδεύει όμως στον εύθραυστο συναισθηματικό κόσμο ενός μικρού παιδιού. Του μικρού Μάνου, ο οποίος, παραμονές Χριστουγέννων, αισθάνεται παραμελημένος και μόνος - πιθανότατα επειδή η μαμά περιμένει αδερφάκι κι ο ίδιος φοβάται ότι το νέο μέλος της οικογένειας θα του κλέψει την αγάπη και το ενδιαφέρον των δικών του. Αναζητώντας ένα στολίδι για το δέντρο της τάξης του, πέφτει πάνω σ' ένα χάρτινο καραβάκι με κόκκινα πανιά, που στο παιδικό μυαλό του γίνεται σύμβολο της δικής του μοναξιάς και θλίψης. Και, σε μια κρίση θυμού, δηλώνει ότι δε θέλει το καραβάκι του να δοθεί μαζί με τ' άλλα στολίδια του δέντρου της τάξης σε φτωχές οικογένειες. Θέλει να το κρατήσει για πάντα δικό του, ωστόσο κανείς δε φαίνεται να τον καταλαβαίνει. Έσχατο καταφύγιο του μικρού Μάνου ο μεγάλος Μάνος, ο παραμυθάς παππούς, που εμφανίζεται την ημέρα των Χριστουγέννων παρέα με την καινούρια του ιστορία, αληθινή, όπως λέει ο ίδιος, κι ωστόσο ημιτελή. Θα είναι ο μικρός Μάνος αυτός ο οποίος θα κληθεί να τη διαβάσει πρώτος και θα αναλάβει να της δώσει τον τίτλο και το φινάλε που ο ίδιος θα αποφασίσει, όταν παρέα με τον παππού θα επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων, όπου το χαμένο κόκκινο καραβάκι του θα τον οδηγήσει, σαν άλλος μίτος της Αριάδνης, σ' ένα μονοπάτι ανθρωπιάς, δοσίματος και αναπάντεχης χαράς.

Σε μια σχηματική, περιχαρακωμένη αφήγηση, εγκλωβισμένη στις αναιμικές γραμμές μιας ιστορίας προορισμένης να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς διδαχή, ο μικρός Μάνος θα ήταν ένα κακότροπο, κακομαθημένο παιδί που, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και την ανέχεια που το περιβάλλει, δε θα ήξερε τι θέλει και θα βασάνιζε τους δικούς του με παράλογες, εξωφρενικές απαιτήσεις. Το Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο αρνείται τέτοιους απλουστευτικούς αφορισμούς, συνθέτοντας με λεπτές κλωστές ένα πολύχρωμο υφαντό συναισθημάτων που από σελίδα σε σελίδα αποκαλύπτει διαφορετικές ψυχικές διακυμάνσεις και αποχρώσεις. Ο Μάνος μπορεί να το έχει κάπως παρακάνει, να αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί με το περιβάλλον του, δεν παύει ωστόσο να είναι ένα ευαίσθητο παιδάκι, φορτωμένο με όλες τις ανασφάλειες, τα άγχη και τους προβληματισμους της ηλικίας του. Τη φτώχεια και την ανέχεια τις έχει ακουστά, δεν έχει όμως πλήρη συναίσθηση του ότι αυτός ο άλλος, ο πρακτικά αφανής κόσμος ανασαίνει αθόρυβα κάπου παραδίπλα του. Είναι το προστατευμένο παιδί που, έχοντας μόνο "εγκυκλοπαιδική" γνώση της δύσκολης πλευράς της ζωής, φοβάται μη χάσει όσα δικαιωματικά κι αυτονόητα του ανήκουν: την αγάπη, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, την ασφάλεια. Ενδεχομένως οι φόβοι του να αποδεικνύονται υπερβολικοί και σίγουρα βρίσκεται σε ασφαλέστερη και πλεονεκτικότερη θέση έναντι άλλων, λιγότερο ευνοημένων από τη μοίρα παιδιών. Μπορεί όμως να του απαγορεύσει κανείς να αισθάνεται πόνο, λύπη, αγωνία, θυμό, τη στιγμή μάλιστα που τα πράγματα δεν είναι εντελώς ξεκάθαρα στο κεφάλι του; Πόσο θεμιτό είναι να βάζεις κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια στα παιδικά συναισθήματα;

Από τη δύσκολη θέση τον Μάνο θα τον βγάλει ο παραμυθάς παππούς του, η καταλυτική παρουσία του οποίου στην ιστορία υπαγορεύεται από δύο βασικές ιδιότητές του: Από τη μια είναι ο φυσικός του ρόλος, αυτός του παππού, που του προσδίδει μια σχέση συνωμοτικής οικειότητας με τον εγγονό. Ο μεγάλος Μάνος είναι εκείνος που καταλαβαίνει καλύτερα απ' όλους τον μικρό, που τον υποστηρίζει χωρίς επικρίσεις ή επιπλήξεις. Άλλωστε εγγονός και παππούς μοιάζουν, μοιράζονται τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες προτιμήσεις. Ο μεγάλος Μάνος είναι η αναφορά, το έρεισμα του μικρού Μάνου στο παρελθόν, ο μικρός, πάλι, είναι για τον μεγάλο Μάνο η προβολή του δικού του εαυτού στο μέλλον.

Βέβαια, ο συγκεκριμένος παππούς έχει κι ένα δεύτερο ρόλο, αυτόν του παραμυθά, του αφηγητή ιστοριών. "Ψεύτη παππού" τον λέει κάθε λίγο και λιγάκι ο εγγονός του, ο οποίος δεν είναι αφελής: Ο παππούς μπορεί να τον παρηγορεί με τις ιστορίες του, ωστόσο η επίγνωση ότι πολλά απ' αυτά που του ιστορεί είναι επινοήσεις της φαντασίας του επαναφέρει συχνά την τρυφερή μομφή στα χείλη του μικρού. Κι όμως, θα είναι ακριβώς η ιδιότητα αυτή του παππού ως δημιουργού ιστοριών που θα αποτελέσει την αφετηρία για την ίαση του μικρού Μάνου από τις ανασφάλειες και τους φόβους. Ή μάλλον για την αυτο-ίαση, αφού ο μικρός θα πάρει τη σκυτάλη της αφήγησης, συμπληρώνοντας ο ίδιος το τέλος της μισοφτιαγμένης ιστορίας που του δίνει ο παππούς να διαβάσει. Με τον τρόπο αυτό, με την εισαγωγή δηλαδή μιας δεύτερης αφήγησης μέσα στην αρχική -και μάλιστα μιας δεύτερης αφήγησης η οποία μας πηγαίνει στο δικό του μακρινό, έστω και πλασματικό, παρελθόν-, ο παραμυθάς παππούς καθορίζει αποφασιστικά την εξέλιξη της πλοκής. Όχι επιβάλλοντας τη λύση, αλλά στήνοντας τον καμβά κι αφήνοντας τον μικρό πρωταγωνιστή του να φιλοτεχνήσει με τα δικά του χρώματα το τέλος.

Ένα τέλος που δεν κινείται σε λογικές ελεημοσύνης: Όσο ανάγλυφα κι αν παρουσιάζεται στο κείμενο η φτώχεια στον καταυλισμό των προσφύγων, οι άνθρωποι που συναντάει ο μικρός Μάνος, με τα σημάδια της βίας και της ανάγκης αποτυπωμένα στα πρόσωπά τους, δεν είναι στερημένοι από αξιοπρέπεια, γενναιοδωρία και αγάπη. Μπορεί ο πιτσιρικάς μας φτάνοντας στον καταυλισμό να μην τυχαίνει της διθυραμβικής υποδοχής που θα περίμενε βασισμένος στα λόγια του παππού, πάντως, πριν ακόμα αποφασίσει να δώσει, παίρνει ο ίδιος ένα καλό μάθημα αδερφικής αγάπης, που θα σηματοδοτήσει και τη δική του συναισθηματική μεταστροφή.

Το κείμενο, λιτό, χαμηλότονο, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και διάθεση για στράτευση, χτίζει μέσα από τη διαδοχή σκηνών και γεγονότων, υπομονετικά και πειστικά, την κλιμάκωση των συναισθημάτων του μικρού πρωταγωνιστή, και με τους ίδιους ρυθμούς αποτυπώνει τη σταδιακή αποφόρτισή του. Το χιούμορ δε λείπει, δοσμένο μέσα από μια παιδική οπτική -π.χ. στο σημείο που εύχονται στην έγκυο μαμά "Καλή λευτεριά" ο μικρός Μάνος, όπως κάθε φυσιολογικό παιδάκι, αναρωτιέται πότε σκλαβώθηκε η μανούλα-, σ' ένα κείμενο που θα μπορούσε -ή, καλύτερα, θα επιβαλλόταν- να διαβαστεί και από ενήλικες. Όχι μόνο γιατί, όπως και άλλα βιβλία του συγγραφέα, διαρρηγνύει τα στεγανά ηλικιακών οριοθετήσεων, αλλά και επειδή πολλοί από μας θα αναγνωρίσουμε στο μικρό Μάνο τα δικά μας παιδιά, συνειδητοποιώντας τα λάθη μας, τις αβλεψίες μας ή τις εσφαλμένες εκτιμήσεις μας, που συχνά μάς οδηγούν στην υπερπροστασία, στην αποκοπή από την πραγματικότητα, στην υιοθέτηση λογικών θερμοκηπίου.

Όσο για τις ζωγραφιές της Μυρτώς Δεληβοριά, αποδεικνύουν διά της παρουσίας τους ότι η εικονογράφηση ενός παιδικού βιβλίου δεν είναι μια συμπληρωματική, διακοσμητική εργασία, αλλά ένα εικαστικό γεγονός. Εικόνες λιτές, που με τις απλές γραμμές τους και ντυμένες στο κόκκινο, στο θαμπό χρυσό και στ' άλλα χρώματα των Χριστουγέννων, χαρίζουν στον αναγνώστη κάτι από την άδολη, παιδική ματιά του μικρού Μάνου. Με το χάρτινο καραβάκι να επανέρχεται διαρκώς και σε διάφορες παραλλαγές, ως υπόμνηση της μοναξιάς και της θλίψης του μικρού αλλά και ως θεμελιακό στοιχείο της πλοκής.

Πάει μία εβδομάδα από τη μέρα που διάβασα για πρώτη φορά το Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο, κι όταν αναζητάω το αποτύπωμά του μέσα μου, η εικόνα που σχεδόν αυτόματα αναδύεται στο μυαλό μου είναι αυτή του μικρού προσφυγόπουλου στον καταυλισμό που κρατάει στην αγκαλιά του το αδερφάκι του. Μια εικόνα που λειτουργεί ως συνδετική γραμμή με τις αφηγήσεις των γιαγιάδων μου και του πατέρα μου για το πώς τα μεγαλύτερα παιδιά των πολυμελών, φτωχών οικογενειών της Κατοχής, του Εμφυλίου και του μεταπολέμου μεγάλωναν τα μικρότερα αδέρφια τους. Και καθώς η εικόνα αυτή επανέρχεται στο μυαλό μου, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ πώς ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του λαού με την τόσο πρόσφατη κι οδυνηρή θητεία στον πόλεμο, στην προσφυγιά και στη μετανάστευση μπόρεσε μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να απολέσει την ικανότητα να αναγνωρίζει στα πρόσωπα των άλλων τα ίδια εκείνα σημάδια και τις ουλές που άφησε η ιστορία στις μορφές και των δικών του γονιών και παππούδων. Κι αν κάτι προσδοκώ από αυτό το βιβλίο, είναι το ίχνος στο χιόνι από το χάρτινο καραβάκι του μικρού και του μεγάλου Μάνου να οδηγήσει εμάς, τους αναγνώστες του, στη συμφιλίωση με το βολικά ξεχασμένο χτες μας, στη συνειδητοποίηση του σήμερα που επιμένουμε να αγνοούμε και στο αύριο που θα θέλαμε να καθρεφτίζεται στα μάτια των παιδιών μας.