Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Εύη Γεροκώστα, Πώς γεννήθηκαν τα όνειρα

Εικόνες: Δήμητρα Ψυχογυιού, Εκδόσεις Μεταίχμιο (από 6 ετών)


Ένα βιβλίο για μικρά παιδιά, που ιστορεί την ποιητική εκδοχή της συγγραφέα για το πώς πλάστηκαν τα όνειρα.
 
Όλα ξεκινούν όταν ένα Σύννεφο ερωτεύεται τον Ήλιο. Του εκφράζει την αγάπη του με κάθε τρόπο. Ο Ήλιος απλώς κολακεύεται και νιώθει περηφάνια για όλη αυτή την προσοχή. Η αγάπη όμως του Σύννεφου είναι τόσο μεγάλη, ώστε, όταν ο Ήλιος βρίσκεται σε κίνδυνο, εκείνο είναι πρόθυμο να θυσιαστεί για χάρη του. Και, μην ακούγοντας μια ελάχιστη καλή κουβέντα από το αντικείμενο της αγάπης του, χάνεται. Αίφνης, η απώλεια κλονίζει τον Ήλιο. Κι όταν κάθε απόπειρα αναζήτησης του Σύννεφου αποδεικνύεται μάταιη, εκείνος βρίσκει καταφύγιο στο όνειρο…
 
Μια ιστορία που, ακολουθώντας τη φόρμα του παραμυθιού και με όχημα μια γλώσσα απλή που ωστόσο δε στερείται ποιητικότητας, μιλάει για την ανυστερόβουλη αγάπη που αγγίζει την αυτοθυσία. Κι ακόμα για το πώς ο ναρκισσισμός και η φιλαυτία μπορούν να οδηγήσουν στη ματαίωση και στην απώλεια. Κυρίως, για το πώς το απόσταγμα της θλίψης και της μοναξιάς μας μπορεί να είναι κάτι τόσο όμορφο αλλά και φευγαλέο όσο το όνειρο.

Η εικονογράφηση της Δήμητρας Ψυχογυιού, με μια αύρα από παλιό, καλό παραμύθι, παραμένει πιστή στο πνεύμα της αφήγησης, άλλοτε αποτυπώνοντας με ζωηρές, πολύχρωμες εικόνες τον ενθουσιασμό της αγάπης και τη χαρά του Σύννεφου, άλλοτε υπαινισσόμενη, σε πιο μελαγχολικούς τόνους, τη θλίψη της προδοσίας και τη μοναξιά της απώλειας, κι άλλοτε ζωγραφίζοντας στις αποχρώσεις των κατακόκκινων ρουμπινιών, του δροσερού ροδόνερου και της λαμπερής χρυσόσκονης τον κόσμο του ονείρου.
Δεν είμαι σίγουρη αν  το όνειρο είναι μονάχα το απόσταγμα της θλίψης μας για ό,τι χάθηκε παντοτινά, το αποκούμπι μας για ό,τι ξέρουμε πως δε θα ξαναγγίξουμε ποτέ. Το Πώς γεννήθηκαν τα όνειρα πάντως είναι ένας οδηγός στην ατόφια, ανέγγιχτη, γι’ αυτό κι άφθαρτη, ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τα κλειστά μάτια. Κι ένας τρόπος να μιλήσουμε στα παιδιά με λόγια απλά γι’ αυτή, δίνοντάς τους το έναυσμα να βαδίσουν άφοβα μέσα στα χρώματα και στις εικόνες της, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από κομμάτι της δικής τους φαντασίας και των δικών τους επιθυμιών.  

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Ο μικρός δράκος Καρύδας του Ίνγκο Ζίγκνερ

Απόδοση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Αερόστατο (από 5 ετών)


Η εποχή που οι δράκοι ήταν απαραιτήτως κάτι κακόβουλα, μοχθηρά πλάσματα τα οποία ξερνοβολούσαν διαρκώς φωτιές, κρατούσαν φυλακισμένες όμορφες πριγκίπισσες και έκαναν τσιμπούσια με ανυποψίαστα παιδάκια έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η σύγχρονη παιδική λογοτεχνία έχει εδώ και αρκετό καιρό αποφασίσει να επανορθώσει για την τόση δυσφήμηση του συμπαθούς αυτού είδους, χαρίζοντάς μας κατά καιρούς αξιολάτρευτους δρακοήρωες. Ένας από αυτούς είναι ο μικρός κόκκινος δράκος του Ίνγκο Ζίγκνερ που ακούει στο όνομα Καρύδας, τον οποίο έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα από τα τέσσερα –μέχρι στιγμής– βιβλία με τις περιπέτειές του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αερόστατο σε απόδοση της Μαρίας Αγγελίδου.

Όπως μαθαίνουμε στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Ο μικρός δράκος Καρύδας και οι περιπέτειές του, ο Καρύδας είναι ένας μικρός δράκος της φωτιάς που ζει σε έναν μακρινό τόπο, το Νησί των Δράκων. Δεν έχει μάθει ακόμα να πετάει, ούτε να μετράει σωστά τις δυνάμεις του. Κι αυτό κάποιες φορές τον δυσκολεύει, όμως το θάρρος, η αισιοδοξία και το θετικό του βλέμμα απέναντι σε κάθε καινούρια γνωριμία ή πρόκληση τον βοηθούν να ξεπερνάει εμπόδια που αρχικά φαντάζουν ανυπέρβλητα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και του ανοίγουν δρόμους σε νέες γνώσεις ή του δίνουν την ευκαιρία να αποκτήσει καινούριους φίλους. Έτσι, στις ιστορίες του πρώτου βιβλίου της σειράς, ο Καρύδας βοηθάει μια παγιδευμένη φάλαινα κι εκείνη ανταποδίδει με έναν τρόπο ευφάνταστο και άκρως συναρπαστικό. Κατόπιν ο μικρός δράκος σώζει από μεγάλο κίνδυνο μια μικρή σκαντζοχοιρίνα, τη Ματίλντα, με την οποία γίνεται κολλητός φίλος. Κάποια άλλη στιγμή, πάλι, ξεπερνάει τους φόβους του και πλησιάζει ένα μοναχικό τέρας, που ίσως και να μην είναι τόσο τρομακτικό όσο φαίνεται…
 
Στο δεύτερο βιβλίο, με τον τίτλο Ο μικρός δράκος Καρύδας πάει σχολείο, ο ήρωάς μας γνωρίζεται με έναν μικρό φαγανόδρακο που οι γονείς του δεν του επιτρέπουν να φοιτήσει στο σχολείο των μικρών δράκων της φωτιάς. Ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις του, ο Καρύδας γίνεται φίλος με τον Όσκαρ, βοηθώντας τον να ανακαλύψει άγνωστα ταλέντα και να πείσει τους γονείς του να του επιτρέψουν να κάνει ελεύθερα τις δικές του επιλογές.

Στο Ο μικρός δράκος Καρύδας και το κυνήγι του χαμένου θησαυρού η εκπαιδευτική εκδρομή του Καρύδα και των φίλων του στο Νησί της Χελώνας καταλήγει σε μια συναρπαστική περιπέτεια αναζήτησης του θησαυρού ενός τρομερού πειρατή, γεμάτη ανατροπές και εκπλήξεις. Ως πού φτάνει ο φόβος του πειρατή Πίτερ; Και πόσο επικίνδυνο κι αδίστακτο είναι τελικά το γιγαντιαίο χταπόδι με το οποίο θα βρεθούν αντιμέτωποι ο Καρύδας, ο Όσκαρ και η Ματίλντα; Πάνω απ’ όλα, θα καταφέρουν ο Καρύδας και οι φίλοι του να αποκομίσουν κάποιο κέρδος από την παράτολμη εξόρμησή τους στα βάθη της θάλασσας;

 
Τέλος, στο Ο μικρός δράκος Καρύδας και οι άγριοι πειρατές Καρύδας και Ματίλντα μπλέκουν σε μια πειρατική περιπέτεια γεμάτη ερημονήσια, ανταρσίες πληρωμάτων και συγκρούσεις αντίπαλων κουρσάρων. Οι δυο φίλοι βρίσκονται αρκετές φορές σε δύσκολη θέση, το θάρρος τους όμως, η ευρηματικότητα και η εξυπνάδα τους για μια ακόμα φορά όχι απλώς τους βγάζουν ασπροπρόσωπους, αλλά και τους επιτρέπουν να αποκαταστήσουν αδικίες και να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση κάποιων μετανιωμένων «κακών»!

Συγγραφέας μαζί και εικονογράφος, ο Ζίγκνερ έχει δημιουργήσει έναν αξιολάτρευτο μικρό ήρωα, παράτολμο αλλά και γλυκό, τρυφερό και χαριτωμένο, ακριβώς όπως κάθε μικρό παιδάκι. Κάθε περιπέτειά του κατά βάθος δεν είναι άλλο από ένα αφελές όσο και χαριτωμένο παιδικό παιχνίδι, με ευτυχή αν και αναπάντεχη κάποιες φορές κατάληξη. Κοντά στον Καρύδα μια σειρά από συμπαθή κι ετερόκλητα πλάσματα, όπως ο θαλάσσιος δράκος Αμεδαίος, ο μικρός φαγανόδρακος Όσκαρ, η Ματίλντα φυσικά, ο γερο-δάσκαλος Κορνήλιος, η γριά γιγαντοχελώνα Ολεμίνα. Στον κόσμο του Καρύδα τα μεγέθη, όπως και τα στερεότυπα, ανατρέπονται: υπάρχουν μικροσκοπικοί δράκοι και γιγάντιες χελώνες, με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν καλοί πειρατές και κακοί πειρατές, αλλά και πειρατές έτοιμοι να διαψεύσουν κάθε φήμη περί το άτομό τους. Τελικά, τίποτα δεν είναι όπως δείχνει, γι' αυτό και όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία, ή έστω μια δεύτερη ματιά.

Μια μικρή έρευνα στη σελίδα του συγγραφέα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς ότι κάμποσα βιβλία με τα κατορθώματα του μικρού δρακοήρωα περιμένουν υπομονετικά να μεταφραστούν στα ελληνικά. Ας ελπίσουμε πως σύντομα ο μικρός δράκος Καρύδας θα ξαναχτυπήσει και στη γλώσσα μας, παρασύροντάς μας σε νέες συναρπαστικές περιπέτειες…

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Ταξιδεύοντας στις λέξεις του κύριου Ευγένιου - Ευγένιος Τριβιζάς, «Ιστορίες με προβοσκίδα»

Εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος (από 2,5-3 ετών)


Άργησα πολύ να κάνω μια γνωριμία της προκοπής με τα βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά. Στα μισά ακριβώς της δεκαετίας του ’80, όταν ο κύριος Ευγένιος επαναπροσδιόριζε το τοπίο του παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα, εγώ εγκατέλειπα το δημοτικό για το γυμνάσιο και με μεγάλη καθυστέρηση βρέθηκα να διαβάζω τα βιβλία του ως… παρένθετη αναγνώστρια δυόμισι δεκαετίες αργότερα.

Έχοντας φάει τρία χρόνια τώρα με το κουτάλι Φρικαντέλες, Φουφήχτρες,  Δόνες Τερηδόνες, Μαυρίκιους Μαυρούληδες, Γκουντούν, Πίκους Απίκους και άλλα θαυμαστά πλάσματα, έχοντας ταξιδέψει στο Νησί των Πυροτεχνημάτων, στη ζούγκλα του Ζουπαζονίου, στο Λιχουδιστάν, στην Κουμασιλάνδη, στη Φρουτοπία και σε τόσα άλλα μαγικά μέρη, νομίζω πως δικαιούμαι πια να μιλήσω για ό,τι περισσότερο έχω αγαπήσει μέχρι στιγμής από τον κόσμο του κύριου Ευγένιου. Σαν παιδάκι συνεπαρμένο από τη νεόκοπη γεωγραφία του. Αλλά και σαν ενήλικη εντυπωσιασμένη από την ικανότητά του να διαχειρίζεται με τόση ευρηματικότητα τα ανεξάντλητα αποθέματα ελευθερίας της παιδικής λογοτεχνίας. Αν υπάρχει λοιπόν κάτι από τον Τριβιζά που κάνει να συναντιούνται μ’ έναν τρόπο αξεδιάλυτο μέσα μου το παιδί κι η ενήλικη, οπωσδήποτε αυτό είναι οι «Ιστορίες με προβοσκίδα», τα τέσσερα βιβλιαράκια με πρωταγωνιστή το Λούκουλο.
Ο Λούκουλος είναι ένας ελεφαντάκος που ζει σε έναν τόπο μαγικό, γεμάτο μπαλονόδεντρα, καταρράχτες λεμονάδας, ρακετοκοράκια, ξεσκονόπουλα, μπανανηδόνια, ελικοπτεροκροκόδειλους και άλλα συναρπαστικά μέρη και πλάσματα. Η λαιμαργία του γίνεται αιτία για μια σειρά από εξωφρενικές περιπέτειες. Να διευκρινίσουμε ότι στον κόσμο του Λούκουλου, έναν κόσμο όπου δε χωράει η λογική, οι ιδιότητες των πραγμάτων μεταβιβάζονται μαγικά –στη βάση της ομοιότητας ή της συμπάθειας– σε εκείνον που τα τρώει: Έτσι, τρως παπαρούνες, κοκκινίζεις, τρως μπαλόνια, πετάς, τρως πυγολαμπίδες, γίνεσαι φωτεινός, τρως βότσαλα, γίνεσαι βαρύς κι ασήκωτος. Κι αυτό συνεπάγεται μπλεξίματα, φασαρίες κι ένα σωρό προβλήματα. Ο Λούκουλος βέβαια πάντα βρίσκει την άκρη μέσα από ξεκαρδιστικές περιπέτειες σε απίθανους τόπους, όπου γνωρίζει πλάσματα αλλόκοτα, όπως φερμουαρόφιδα, συννεφοτροχονόμους και τηλεσκοπικές καμηλοπαρδάλεις. Πολλές φορές οι λύσεις έρχονται με τρόπο τυχαίο, αλλά σημασία έχει ότι το φινάλε πετυχαίνει πάντα τον ήρωά μας παρέα με τα φιλαράκια του στη ζούγκλα να γιορτάζουν μια ακόμα νίκη.
Στα τέσσερα βιβλία του Λούκουλου, όπως και σ’ ολόκληρο το έργο του, ο Τριβιζάς πλάθει ένα σύμπαν γεμάτο τοποθεσίες, πλάσματα, συμπεριφορές, ακόμα και τρόπους λειτουργίας του, τόσο συμπαγή, αυτονόητα και αλληλένδετα, ώστε η πλήρης αποδοχή τους από μέρους του αναγνώστη να είναι αναγκαία προϋπόθεση για να πορευτεί στη συνέχεια μέσα τους, όχι πια ως απλός δέκτης της ιστορίας αλλά ως μυημένος συνένοχος. Έχοντας διακόψει εξολοκλήρου επαφή με τον ενήλικο, πραγματιστή εαυτό του.

Βασικό όπλο του συγγραφέα στο εγχείρημά του αυτό είναι η γλώσσα του, όχι ως διαμεσολαβητικό εργαλείο, αλλά ως συστατικό υλικό ενός κόσμου φτιαγμένου από νέες, ολοκαίνουργες λέξεις, οι οποίες δεν είναι κενά περιεχομένου λογοπαίγνια αλλά η πρώτη ύλη, το καύσιμο που οδηγεί την παιδική, και όχι μόνο, φαντασία σε ένα τοπίο αναπάντεχων νοηματικών παντρεμάτων. Ας πάρουμε την κατά Τριβιζά υδρόγειο: Αρκεί να μπολιάσεις μ' ένα πεπόνι την Ισπανία για να μετατρέψεις ολόκληρη την Ιβηρική σε μυρωδάτο, ζουμερό μποστάνι, να κολλήσεις ένα «Πι» στο Περού για να αρχίσεις τα φταρνίσματα αν τύχει να περνάς από πάνω του με την ιπτάμενη σκάφη σου, να βάλεις ένα Ζ αντί του Σ στη Σαχάρα για να σε πάρουν στη στιγμή τα σιρόπια, για να μην αναφερθούμε στις οροσειρές από αυγά μάτια που βλέπεις να απλώνονται μπροστά σου αν τύχει και στρίψεις το πηδάλιο κατά Αβγατηγανιστάν μεριά. Ένας άλλος κόσμος, χορταστικός, γευστικός και αναπάντεχα ποιητικός.
  
Με τον ίδιο τρόπο, στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» τα πλάσματα που συναναστρέφεται ο Λούκουλος είναι απόρροια λεκτικών συζεύξεων που οδηγούν σε άκρως γοητευτικά, πρωτότυπα και… πολυλειτουργικά αποτελέσματα: κοράκια με ενσωματωμένες ρακέτες, πουλιά-ξεσκονιστήρια, καμηλοπαρδάλεις-τηλεσκόπια, δέντρα με μπαλόνια, φίδια που ανοιγοκλείνουν με φερμουάρ κι ό,τι άλλο βάλει ή –κυρίως…– δε βάλει ο νους.

Σε μια χώρα όπου σπανίως ο συγγραφέας και ο εικονογράφος ενός βιβλίου είναι το ίδιο πρόσωπο, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πόσο εύκολο είναι ο δεύτερος να μπορέσει να οπτικοποιήσει ικανοποιητικά τον καρπό της φαντασίας του πρώτου – ειδικά όταν η φαντασία αυτή είναι τόσο οργιώδης. Ένας ακόμα λόγος για τη λατρεία που τρέφω στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» είναι ότι ο Αλέξης Κυριτσόπουλος έχει δώσει σχήμα, μορφή και χρώμα σε όλα τα πλάσματα που προέκυψαν από τα γλωσσικά μαγειρέματα του συγγραφέα απλά, ανενδοίαστα και ξεκάθαρα, με τον αυτονόητο τρόπο του μικρού παιδιού που θα έπιανε τις μπογιές του ένα πρωί για να αποτυπώσει χωρίς διαμεσολαβήσεις και δεύτερες σκέψεις τη δική του φαντασία.
Η εικονογράφηση πάντως, εκτός από το να αποτυπώνει τη φαντασία του συγγραφέα, συμβάλλει και στην εφαρμογή μιας βασικής αντίληψής του περί της μη λογικής, αιτιακής σύνδεσης των πραγμάτων: Στον κόσμο του Τριβιζά, τα γεγονότα εκτυλίσσονται χωρίς περίπλοκες και δυσδιάκριτες αιτιακές σχέσεις. Κι όλα είναι προφανή, αυτό ακριβώς που φαίνονται να είναι. Η κοινή λογική γκρεμοτσακίζεται συχνά πυκνά ηττημένη μπροστά στην εξωφρενική αυτή προφάνεια, στην οποία δε χωράνε λογικές εξηγήσεις και ερμηνείες. Έτσι, όταν ο Λούκουλος φτάνει σε αδιέξοδο μην μπορώντας να κατέβει στη γη μετά την κατανάλωση ενός απίθανου αριθμού μπαλονιών, τα αστεράκια στο ουράνιο στερέωμα διευκολύνουν την πλοκή σπάζοντας τα μπαλόνια στην κοιλιά του, αφού τα ίδια δεν είναι ουράνια σώματα αλλά αυτό ακριβώς που δείχνουν πάνω στο χαρτί, μικρά γυαλιστερά σχηματάκια με μυτερές γωνίες. Κάπου αλλού, ένα ενοχλητικό σύννεφο ξηλώνεται και γίνεται κουβάρι, αφού οπτικά παραπέμπει σε αφράτο μαλλί, άρα ποιος μας εμποδίζει να ξεμπερδεύουμε μια και καλή χωρίς να το βασανίζουμε ιδιαίτερα; Στο ίδιο πνεύμα, άλλοτε οι ακτίνες του ήλιου μετατρέπονται σε γαϊτανάκι και το ουράνιο τόξο σε χρωματική παλέτα.
Μεταξύ μας, είμαι βέβαιη ότι η παιδική φαντασία δε θέλει τίποτα περισσότερο από αυτό ακριβώς: έναν καμβά έτοιμο να χωρέσει κάθε λογής χρώματα κι εικόνες, όπου αρκεί ένα μικρό άγγιγμα του χεριού για να πραγματωθεί χωρίς μεσάζοντες και τροχονόμους της σκέψης κάθε απιθανότητα.
Κλείνοντας, να πω –υιοθετώντας κι εγώ έναν τριβιζικό τρόπο αποφώνησης– ότι μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ πώς πριν από τρία περίπου χρόνια η δυομισάχρονη τότε κόρη μου κι εγώ γνωριστήκαμε με τη Χαρά και το Γκουντούν της σε ένα φιλόξενο δωμάτιου νοσοκομείου!

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Καλώς τονε κι ας άργησε: Ο Oliver Jeffers επιτέλους και στα ελληνικά!


Ανακάλυψα το συγγραφέα και εικονογράφο Oliver Jeffers σ' ένα βιβλιοπωλείο του Λονδίνου πριν από δυόμισι περίπου χρόνια. Το The Great Paper Caper για την ακρίβεια. Ένα βιβλίο για παιδιά προσχολικής ηλικίας -από 4 ετών- οικολογικής ευαισθησίας αλλά και κατανόησης, συγχώρεσης κι έμπρακτης συγγνώμης, με ολίγη από παρωδία ιστορίας μυστηρίου.
 
Ήρωες μια ομάδα από ζώα, τόπος του εγκλήματος το δάσος στο οποίο ζουν. Το έγκλημα: κλαδιά δέντρων που εξαφανίζονται μυστηριωδώς. Οι αλληλοκατηγορίες και η αμοιβαία καχυποψία δε λείπουν, ωστόσο γρήγορα οι κάτοικοι του δάσους αποφασίζουν να δράσουν συντονισμένα και η έρευνα δεν αργεί να τους οδηγήσει στον ένοχο και μαζί στο φοβερό και τρομερό κίνητρό του...

Αφήγηση λιτή, απέριττη, με πινελιές υποδόριου χιούμορ. Περιορισμένη στα απολύτως απαραίτητα, κάποιες φορές ακόμα και σε λιγότερα από αυτά. Όσα δε λένε οι λέξεις πάντως τα λένε οι εικόνες: Οι αφαιρετικές φιγούρες με τα λεπτά σαν ξυλαράκια πόδια που κινούνται στα πολύχρωμα φόντα του Jeffers, με απλές γραμμές, αλλά και με έντονο το μη ρεαλιστικό στοιχείο, αφηγούνται μια άλλη ιστορία, πιο αναλυτική και κατατοπιστική από εκείνη που μας λέει το κείμενο. Αναβαθμίζονται με αυτό τον τρόπο από αναγκαίο συμπλήρωμα της αφήγησης στον πραγματικό χώρο καταιγιστικής, ενίοτε και αναπάντεχης, δράσης, κερδίζοντας επάξια το έπαθλο της παντογνωσίας από τη λεκτική εκδοχή της ιστορίας. Έτσι, την ώρα που η –αγρίως υπονομευμένη– αφήγηση παραμένει εγκλωβισμένη σε αβαθείς, επίπεδες καταγραφές γεγονότων και γραφειοκρατικών διαδικασιών, άλλοτε σε πρώτο πλάνο κι άλλοτε κάπου στο βάθος της σελίδας, πίσω απ’ την πλάτη των άμεσα ενδιαφερομένων, εμφανίζεται ο πραγματικός ένοχος έχοντας στα χέρια το σώμα του εγκλήματος ή υπονοείται το κίνητρό του… Με τον τρόπο αυτό, το παιδί αφήνεται να χαθεί μέσα στην άλλοτε κραυγαλέα κι άλλοτε υπαινικτική αφηγηματικότητα της εικόνας και να αναζητήσει περισσότερες από μία παράλληλες γραμμές της δράσης σε κάθε σελίδα. Ταυτόχρονα, δικαιούται να περηφανεύεται ότι κατόρθωσε να ξεπεράσει σε ντετεκτιβίστικο ταλέντο τους κάπως τυπολάτρες κατοίκους του δάσους, ανακαλύπτοντας πριν από κείνους πράγματα που οι ίδιοι θα υποψιαστούν πολλές σελίδες παρακάτω. (Για να πάρετε μια ιδέα από την εικονογράφηση, δείτε εδώ.)
Γύρισα από εκείνο το ταξίδι με αυτό –και όχι μόνο…– το υπέροχο βιβλίο στις αποσκευές μου και με μια τεράστια απορία που επέμενε να επανέρχεται διαρκώς στο μυαλό μου: Γιατί δε βρέθηκε κανείς εκδότης στην Ελλάδα να καπαρώσει –και μάλιστα τρέχοντας του σκοτωμού– αυτό το φοβερό τύπο;

Η κυκλοφορία του βιβλίου Ουπς του Jeffers, από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά, το σωτήριο έτος 2012 ήρθε να παρηγορήσει τον καημό μου. Για να το γιορτάσουμε, επιφυλάξαμε στο βιβλίο την ίδια μεταχείριση που επιφυλάσσεις σ’ ένα εξαιρετικό κρασί – το κρατάς για μια ξεχωριστή στιγμή. Και το διαβάσαμε ένα απογευματάκι σ’ ένα μπαλκονάκι που βλέπει κι ακούει το Μυρτώο, με την ανάσα του βουνού να μας συντροφεύει. Και καπάκι το ξαναδιαβάσαμε άλλες δυο φορές. Κι άλλες τόσες ύστερα από λίγο.

Δεν μπορώ να φανταστώ πιτσιρίκι στον κόσμο που δε θα ταυτιστεί με την ιστορία του ήρωα του βιβλίου, του Φλόιντ, ο οποίος βλέπει το χαρταετό του να σκαλώνει σ’ ένα δέντρο κι αρχίζει τις απόπειρες να τον κατεβάσει πετώντας διάφορα αντικείμενα, τα οποία όμως όχι μόνο δε βοηθούν να πέσει ο αετός αλλά σκαλώνουν κι αυτά στο δέντρο! Όμως ο Φλόιντ πρέπει οπωσδήποτε να κατεβάσει από εκεί πάνω το χαρταετό κι επιστρατεύει κάθε δυνατό κι αδύνατο μέσο για να πετύχει το στόχο του. Το πράγμα σταδιακά αρχίζει να ξεφεύγει, τα έμψυχα και άψυχα που εκτοξεύει ο ήρωάς μας στο δέντρο αποκτούν ιλιγγιώδεις διαστάσεις, σε μια αφήγηση που αντιμετωπίζει το παρανοϊκό της υπόθεσης ως το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου κι ακολουθεί ένα ρυθμό που θυμίζει παιδικό τραγουδάκι του στιλ «Κυνηγώ το σκύλο που κυνηγά τη γάτα…».
Στο ίδιο πνεύμα με την αφήγηση κι η εικονογράφηση: Σε αντίθεση με το χαρταετό, το αντικείμενο του πόθου του Φλόιντ, που παραμένει σταθερά κόκκινος, το δέντρο-πρωταγωνιστής, μαζί με το φόντο του, αλλάζει διαρκώς χρώματα από σελίδα σε σελίδα – μετατρέπεται σ’ ένα «δέντρο των θαυμάτων», αποτρέποντας έτσι την πλήξη που μπορεί να προξενήσει ένα επαναλαμβανόμενο σκηνικό και υπενθυμίζοντάς μας ότι ο κόσμος ενός μικρού παιδιού είναι ένα τοπίο έντονων χρωμάτων κι αυθαίρετων αφαιρέσεων, όπου τα πάντα είναι δυνατά κι όλα –από τα πιο σημαντικά ως τα πιο ασήμαντα– μπορεί να επιστρατευτούν χάριν της εκπλήρωσης μίας και μοναδικής επιθυμίας. (Υπέροχες εικόνες από το βιβλίο εδώ.) 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο πρόβλημα που ταλανίζει τον Φλόιντ: Όταν ο μικρός απελπίζεται για τα καλά, αρπάζει ένα πριόνι. Είναι όμως ο Φλόιντ, το πιτσιρίκι που έχει γυρίσει τον κόσμο τα πάνω κάτω –ή, μάλλον, για να ακριβολογούμε, τα κάτω πάνω– για να πάρει πίσω το παιχνίδι του, τόσο σκληρόκαρδα πραγματιστής ώστε να ρίξει κάτω το δέντρο κόβοντάς το με το φονικό εργαλείο; Μάλλον όχι. Κι όταν τελικά η τύχη τού κάνει το χατίρι κι ο αετός προσγειώνεται στο έδαφος, ο μικρούλης μας, όπως κάθε φυσιολογικό πιτσιρίκι, θα ξεχάσει διαμιάς ότι δημιούργησε γύρω του το απόλυτο μπάχαλο κι ευτυχισμένος θα συνεχίσει την ανέμελη παιδική ζωή του…

Φροντισμένη έκδοση, με σκληρό εξώφυλλο, σε μια εποχή που πολλά πράγματα –και στο χώρο του βιβλίου– αναπόφευκτα ορίζονται από το κόστος. Μακάρι η προσπάθεια των εκδόσεων Ίκαρος και στο παιδικό βιβλίο να συνεχιστεί στο ίδιο υψηλό επιπεδο και, φυσικά, να έχουμε τη χαρά να διαβάσουμε και στα ελληνικά σε τόσο φροντισμένες εκδόσεις τα άπαντα του Oliver Jeffers!