Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Julia Donaldson - Axel Scheffler, Ο Ξυλαράκης



Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2016 




Η ικανότητα της Julia Donaldson να γεννά πρωτότυπους κι αξιαγάπητους ήρωες και του Axel Scheffler να δίνει πνοή στα άψυχα και να τα μετατρέπει σε ζωντανά πλάσματα είναι μοναδική. Όπως και το ταλέντο της πρώτης να σκαρώνει όμορφα στιχάκια για να τρέξει μέσα τους την εκάστοτε ιστορία της και του δεύτερου να τη ζωντανεύει μέσα από ζωηρόχρωμες εικόνες, απλές φαινομενικά αλλά τόσο δουλεμένες ώστε οι λεπτομέρειές τους να τις κάνουν να φαντάζουν σχεδόν ανάγλυφες.

Ξεκινάω λίγο ανάποδα σήμερα, γιατί αυτά τα αισθήματα μου γέννησε στην πρώτη του ανάγνωση ο Ξυλαράκης τους. Και τα επέτεινε στις –πολλές– επόμενες. Όπου Ξυλαράκης ίσον αυτό που ακούτε, ένα λεπτό ξυλαράκι που ζει σε μια κουφάλα δέντρου μαζί με τη γυναίκα του και τα κουτσούβελά του ήσυχα κι ωραία, ώσπου ένας σκύλος τον αρπάζει κι αποφασίζει να τον πάει στο αφεντικό του. Κάπως έτσι αρχίζει η μεγάλη Οδύσσεια του πάτερ φαμίλια σε πάρκα, ποτάμια, θάλασσες, παραλίες. Σε κάθε πιθανό κι απίθανο ρόλο –άλλοτε παιχνίδι, άλλοτε όπλο, άλλοτε εργαλείο-, περνώντας στο διάβα των εποχών και των τόπων από τα χέρια κάθε πιθανού και –κυρίως– απίθανου ιδιοκτήτη. Επιβιώνοντας πάντως ως τη στιγμή που θα βρεθεί έτοιμος να κατασπαραχθεί από τη φωτιά. Κι εκεί, με τον πιο ανέλπιστο τρόπο, θα δώσει βοήθεια και θα βοηθηθεί κι ο ίδιος να επιστρέψει επιτέλους στην οικογένειά του. Και μάλιστα την καταλληλότερη, την ιδανικότερη στιγμή του χρόνου.

Οι περιπέτειες του Ξυλαράκη, δοσμένες με ανάλαφρο ρυθμό αλλά και μια υποδόρια τρυφερότητα και έγνοια, όπως αποκαλύπτεται από την επανάληψη της προειδοποίησης «Ξυλαράκη, Ξυλαράκη» (στο ελληνικό κείμενο) κάθε τρεις και λίγο, και εικονογραφημένες με καλόβολο χιούμορ και αισιόδοξη διάθεση, πέρα από το αίσθημα αγωνίας που πυροδοτούν μέσα μας για την τύχη του ήρωα, γεννούν κι ένα σωρό άλλες σκέψεις και αισθήματα, που έχουν να κάνουν με ζητήματα περιβαλλοντικής ευαισθησίας, με τη βίαιη αποκοπή από την οικογενειακή εστία, με τη σχετικότητα καταστάσεων και αισθημάτων –ο Ξυλαράκης, π.χ., χρησιμοποιείται ως παιχνίδι άλλων παιδιών τη στιγμή που τα δικά του παιδιά τον στερούνται, ενώ αυτό που ορίζουμε ως κατεξοχήν γιορτινή, χριστουγεννιάτικη θαλπωρή καταλήγει θανάσιμος κίνδυνος για τον ίδιο– και που αριστοτεχνικά αφήνουν να αναδυθούν οι δυο χαρισματικοί δημιουργοί του.

Πολύπαθος όσο και στωικός, μικροσκοπικός όσο και ανθεκτικός και προσαρμοστικός στις δυσκολίες, ο Ξυλαράκης θα επιβιώσει την ώρα του μέγιστου κινδύνου χάρη στην έμφυτη καλοσύνη του. Το καλό, πάει να πει, σου επιστρέφει, ακόμα και με τον πιο απρόσμενο τρόπο την πιο απρόβλεπτη στιγμή. Ή, αντίστροφα, μην ξεγράφεις τίποτα και κανέναν, ακόμα κι αν τον θεωρείς από χέρι καμένο – ίσως αυτός σου τείνει την πιο ανέλπιστη κι όμως σωτήρια χείρα βοηθείας την ώρα της μεγάλης δυσκολίας. Όπως και να ‘χει, απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις, το καλό στο τέλος θριαμβεύει. Γιατί είναι Χριστούγεννα. Γιατί έτσι γίνεται στα παραμύθια. Γιατί έτσι θα ’πρεπε να ’ναι και στη ζωή.  
  

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Σοφία Μαντουβάλου, Η νύχτα που γεννήθηκε η αγάπη



Εικονογράφηση: Θέντα Μιμηλάκη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015




Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χριστουγεννιάτικα βιβλία που έχω διαβάσει τελευταία. Τρυφερό και μαζί ανατρεπτικό. Παραμυθένιο και ταυτόχρονα αληθινό. Ένα βιβλίο που κινητοποιεί τη σκέψη των παιδιών, πηγαίνοντάς τη πέρα από ζαχαρωμένες προφάνειες και βολικά δεδομένα

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Διαβάζεις τον τίτλο, Η νύχτα που γεννήθηκε η αγάπη, και στα σίγουρα σκέφτεσαι πως έχεις να κάνεις με άλλη μια ιστορία για τη γέννηση του Χριστού. Ειπωμένη αυτή τη φορά από κόκορα, που, εντάξει, μάλλον η παρουσία του στα θρησκευτικά δρώμενα σχετίζεται με στενάχωρα γεγονότα, όπως η τριπλή άρνηση του Πέτρου, κι όχι με γιορτινές καταστάσεις, όπως η ιστορία της γέννησηςαλλά πού να πάει ο νους σου πως αυτό είναι μόνο το πρελούδιο στις ανατροπές που θα συναντήσεις στο βιβλίοΓεννήθηκε λοιπόν η αγάπη, και το γεγονός αυτό το διαλάλησαν όλα τα κοκόρια όλου του κόσμου σε όλες τις γλώσσες που βάζει ο νους. Και μετά και μετά; Αυτό ήταν όλο; Ξεμπερδέψαμε; Καθαρίσαμε; Όλα καλά; Ή μήπως… 

Αν λοιπόν, λέει η Σοφία Μαντουβάλου διά στόματος του σοφού κόκορα ήρωά της, η γέννηση της αγάπης αποτέλεσε μια νέα Γένεση, κάνοντας να φωλιάσει στα πλασμένα από χώμα και νερό σώματα των ανθρώπων η καρδιάσε μια ευρηματική νύξη στη βιβλική Γένεση–, η αγάπη, ή μάλλον η πολυγλωσσία περί αγάπης, χτίζει έναν νέο πύργο της Βαβέλκι εδώ η αναφορά στη βιβλική παράδοση είναι αρκετά εύγλωττη ώστε να μας κάνει να αναλογιστούμε πόσες έριδες, μίση, σχίσματα, πόλεμοι, βασανισμοί, καταστροφές πάτησαν πάνω σε κίβδηλες κι αυθαίρετες ερμηνείες της αγάπης

Γιατί η αγάπη, η αληθινή, η ουσιαστική, λέει η συγγραφέας, δεν αρκεί να γεννηθεί. Να βαλσαμωθεί, να μπει σε γυάλα και να περιφέρεται μια φορά τον χρόνο εν είδει μουσειακού αντικειμένου ή λατρευτικού συμβόλου. Είναι καθημερινό βίωμα με άπειρες εκφάνσεις. Η σχέση σεβασμού του καθενός μας με τον εαυτό του και τους άλλους. Η ικανότητά μας να βλέπουμε άφοβα το πρόσωπό μας στον καθρέφτη. Η συγκίνηση που γεννά κάθε νέα ζωή που βλέπει το φως, όπως και κάθε νέα μέρα που ξημερώνει μπροστά στα μάτια μας.

Σένα βιβλίο του οποίου η αντισυμβατική και παιγνιώδης διάθεση φαίνεται ήδη από την επιλογή του τίτλου κι όπου τα σύμβολα με θαυμαστή άνεση αλλάζουν ρόλο και ξανατοποθετούνται στον χρόνο, μπορούν με εξίσου μεγάλη άνεση να συνυπάρξουν το ποιητικό ύφος και το λεπτό, υπονομευτικό χιούμορ, η αφηγηματική ευχέρεια και η φιλοσοφική διάθεση, η ανατροπή και η ευαισθησία. Οι εκφραστικές εικόνες της Θέντας Μιμηλάκη, απηχώντας σε αρκετά σημεία την ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, έχουν την παράδοξη ιδιότητα να ντύνουν ένα βιβλίο που θα μπορούσε να διαβαστεί οποιαδήποτε μέρα του χρόνου. Αφού τελικά, όπως διαδηλώνει κι ο σοφός αλέκτωρ Μίζα ντελ Γκάλο, κάθε μέρα είναι Χριστούγεννα.