Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Έριχ Καίστνερ, Ο Αντώνης και η Κουκιδίτσα

Εικονογράφηση Walter Trier, μετάφραση Ρένας Καρθαίου και Μάριου Λάκωνα-Στελλάκη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1982

 
Ο Αντώνης: έξυπνος, ρεαλιστής, γενναίος, τίμιος, φιλότιμος, αγωνιστής της ζωής. Κι η Κουκιδίτσα: τολμηρή, πνευματώδης, ευφάνταστη, με ιδιαίτερο μαθηματικό αλλά και υποκριτικό ταλέντο. Οι δυο τους θα βρεθούν στους δρόμους του προπολεμικού Βερολίνου, θύμα η μια της εκμετάλλευσης της ασυνείδητης νταντάς της κι ο άλλος της ανέχειας στην οποία έχει περιπέσει η οικογένειά του εξαιτίας της ασθένειας της μητέρας του. Η κοινωνική απόσταση που τους χωρίζει δε στέκεται εμπόδιο στη φιλία τους. Μια φιλία που θα αποκαλυφθεί στους αδαείς γονείς της Κουκιδίτσας όταν γίνει αιτία να σωθεί το σπίτι της μικρής από ένα σατανικό σχέδιο διάρρηξης…

Μέσα από την περιπέτεια των δυο παιδιών, ο Έριχ Καίστνερ από το μακρινό 1931 περιγράφει τις κοινωνικές αντιφάσεις και τα χάσματα της εποχής, χτίζει ενδιαφέροντες χαρακτήρες –εξαιρετική η σκιαγράφηση του μπαμπά και της μαμάς της Κουκιδίτσας–, επιστρατεύει το χιούμορ του για να μιλήσει ακόμα και για πολύ δύσκολες καταστάσεις, όπως το σοβαρό πρόβλημα υγείας της μαμάς του Αντώνη, στέκεται ειρωνικά απέναντι σε παθογένειες της μεγαλοαστικής τάξης, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών της, δε φοβάται να ξεχωρίσει το καλό απ’ το κακό. Και κάτι ακόμα: Κάθε κεφαλαίου του βιβλίου έπεται κι ένα σημείωμα με τις σκέψεις του συγγραφέα πάνω στην ιστορία, στους χαρακτήρες και στη δομή τους, στα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν, αλλά και στις δικές του μυθοπλαστικές επιλογές. Εύστοχος, πρόθυμος να απαντήσει ακόμα και σε δύσκολα ερωτήματα που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του σχετικά με τις συγγραφικές του αντιλήψεις και εμμονές, ίσως λίγο παρωχημένος σε κάποιες περιπτώσεις, ο Καίστνερ, πολύ ή λίγο συνειδητά, μπολιάζει το κείμενό του με στοιχεία αυτοαναφορικότητας, παρότι στην εισαγωγή του προτρέπει ζωηρά τους μικρούς του αναγνώστες να παρακάμψουν τις παραγράφους με τις σκέψεις του σε περίπτωση που τις βρουν βαρετές και να προχωρήσουν στο ψητό της μυθιστορηματικής δράσης.

Είχα πρωτοδιαβάσει τον Αντώνη και την Κουκουδίτσα πριν από τριάντα δύο χρόνια, στα δέκατά μου γενέθλια. Και ξαναδιάβασα το βιβλίο φέτος. Θυμόμουν λίγο πολύ την υπόθεση, όπως και τις εμβόλιμες σκέψεις του συγγραφέα, που τόσο ισχυρή αίσθηση μου είχαν προξενήσει τότε. Είχα ξεχάσει φυσικά κάποιες λεπτομέρειες, ωστόσο εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα συνειδητοποιώντας ότι, όσο μακρινή μού είχε φανεί στο προστατευμένο περιβάλλον των δέκα μου χρόνων η κοινωνική πραγματικότητα που περιγράφεται στο βιβλίο, τόσο οδυνηρά οικείες φαντάζουν στη δύσκολη σημερινή συγκυρία κάποιες πλευρές της. Όπως εξίσου οικεία, σε ένα άλλο, αναγνωστικό επίπεδο, μου φάνηκε η αύρα με την οποία με τύλιξε από τις πρώτες του κιόλας σελίδες το βιβλίο του Καίστνερ. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από την πρώτη του μακρινή ανάγνωση, ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο των παιδικών μου χρόνων, που το πέρασα ολόκληρο παρέα με αυτό σε μια πολυθρόνα του σπιτιού. Ώσπου να φτάσω στην τελευταία του σελίδα. Κι η αλήθεια είναι ότι, χωρίς να παραγνωρίζω στο ελάχιστο τη λογοτεχνική αξία του Αντώνη και της Κουκιδίτσας, αυτή η ανάμνηση ήταν κι ο βασικός λόγος που με οδήγησε να σας γράψω σήμερα γι’ αυτό.

Να σας πω ότι το μέρος που μεγάλωσα ήταν μικρό, βιβλιοπωλεία δεν υπήρχαν στην περιοχή – ένα βιβλιοχαρτοπωλείο όλο κι όλο στη διπλανή κωμόπολη, στο οποίο βρίσκαμε ως επί το πλείστον παιδικά ιστορικά μυθιστορήματα και παλιές πολυτονικές διασκευές κλασικών μυθιστορημάτων για παιδιά. Υπήρχε κι η δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου μας, όπου σχηματίζονταν ουρές κάθε Παρασκευή μεσημέρι για έναν τόμο των Μυστικών εφτά, για την Πίπη και τον Μικέ της Άστριντ Λίντγκρεν ή για κάποιο από τα μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα. Ώρα φιλαναγνωσίας δεν υπήρχε στο αναλυτικό μας πρόγραμμα, εκδηλώσεις για το βιβλίο φυσικά δε γίνονταν, συγγραφείς ούτε κατά διάνοια να έρθουν στα μέρη μας. Η σχέση με την ανάγνωση ήταν απολύτως μοναχική, ένα σιωπηλό τετ α τετ που γέμιζε καλοκαιρινά μεσημέρια κι ώρες αναμονής στον οδοντίατρο, θεράπευε αρρώστιες, συντρόφευε σε ταξίδια, πάνω απ’ όλα αποκάλυπτε κόσμους, άνοιγε ορίζοντες, καλούσε το μυαλό να ταξιδέψει. Δεν κρύβω ότι θα 'θελα να μου 'χε δοθεί η ευκαιρία να ψαρεύω αναγνώσματα από μια ευρύτερη δεξαμενή. Ή να γνωρίσω ως παιδί κάποιον από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, να του υποβάλω ερωτήσεις για τους ήρωές του, να καταλάβω τι γινόταν στο κεφάλι του όταν έγραφε. Ωστόσο είναι φορές που νοσταλγώ κι εκείνη τη μοναχική, αν και παράδοξα αυτάρκη τελικά, διαδικασία. Τον ξαφνικό έρωτα του αναγνώστη για την ιστορία που διαβάζει, που δεν πτοείται από στραπατσαρισμένα εξώφυλλα, κακές βιβλιοδεσίες, τυπογραφικές αβλεψίες, πολυτονικά συστήματα, αλλόκοτα αρχιγράμματα, χιλιοτσακισμένες σελίδες. Αλλά και που δεν είναι ικανός να φουντώσει μονάχα από, έστω καλοπροαίρετα, προξενιά, από ποικιλόμορφες δράσεις βασισμένες σε αναμφίβολα αγαθές προθέσεις, υπέρ ωστόσο ενός κάποτε αδιάφορου γαμπρού ή μιας άτονης νύφης. Καλά κι αυτά, δε λέω, αν και εφόσον συντρέχει λόγος. Εν αρχή ωστόσο ην το βιβλίο. Μετά όλα τ’ άλλα.