Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Μιλάνε τα σκληρά καρύδια πλουτωνικά;

  • Ελένη Σβορώνου, Σκληρό καρύδι, εικονογράφηση: Ευαγγελία Γουτιάνου, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2015 (από 8 ετών)

  • Κατερίνα Ζωντανού, Ομιλείτε πλουτωνικά; εικόνες Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2015 (από 6 ετών) 

 

Δυο βιβλία για δυο διαφορετικά παιδιά: ένα κορίτσι απ' το Αφγανιστάν που αναζητά στην Ελλάδα μια νέα αρχή - κι ένα αγόρι απ' τη χώρα μας που εφευρίσκει μια νέα απίθανη γλώσσα, τα πλουτωνικά, χαρίζοντας γέλιο, χαρά κι ελπίδα στους γύρω του.

 


 
Ένα κορίτσι απ’ το Αφγανιστάν, που πια ζει στην Ελλάδα, η Αϊσέ, σ’ έναν πηγαίο, σπαρακτικό μονόλογο, μιλά για τα βάσανα της προσφυγιάς, για τις σκληρές αναμνήσεις της απ’ τον πόλεμο και τις ελπίδες της για μια νέα ζωή, για τις πρακτικές δυσκολίες στο σχολείο της αλλά και για την υπέροχη δασκάλα της, για την κάποτε ακατανόητη νέα της πραγματικότητα αλλά και την ανάγκη της να χτίσει μια νέα ζωή εντός της, για τα όνειρα που της κρατούν συντροφιά και τους εφιάλτες που τη βασανίζουν. Ένα μωσαϊκό από γεγονότα, ένα πηγαινέλα απ’ το σήμερα στο χτες και το ανάποδο, σκόρπια ονόματα, συνειρμοί που εισβάλλουν στη ροή του λόγου κάνοντάς τον να λοξοδρομήσει σε μικρά και μεγάλα περιστατικά – κι ένας αποδέκτης, ένα «εσείς» που κάθε τρεις και λίγο ξεπετάγεται στις κουβέντες της μικρής για να φέρει στην επιφάνεια δικαιολογίες, διευκρινίσεις, σκληρές μνήμες, ν’ αποκαλύψει πάνω απ’ όλα ένα παιδί που έχει μάθει να παλεύει για μια θέση στον ήλιο, ένα σκληρό καρύδι.
Ποιος είναι, αλήθεια, ο αποδέκτης αυτού του μονολόγου; Η συγγραφέας μάς τον ξεσκεπάζει σιγά σιγά, ως το σπαρακτικό φινάλε, που απειλεί να γκρεμίσει ολοκληρωτικά προσδοκίες, ελπίδες κι ό,τι ψιχία σιγουριάς προλαβαίνει να νιώσει ένα παιδί πρόσφυγας με νωπή τη φρίκη στο μυαλό στην καινούρια του «πατρίδα». Βλέπετε, τα λόγια της μικρής απευθύνονται στους εκπροσώπους της έννομης τάξης που πιάνουν αυτή και τους δικούς της χωρίς χαρτιά, απειλώντας τους μ’ έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, μια νέα προσφυγιά.
Η Ελένη Σβορώνου καταθέτει με την ιστορία της Αϊσέ ένα ενδιαφέρον πολιτικό σχόλιο, πετυχαίνοντας χωρίς ίχνος συναισθηματικού εκβιασμού να αποκαλύψει στα μάτια μας γυμνή τη σκληρή πραγματικότητα των παιδιών προσφύγων. Ένα συγκλονιστικό βιβλίο.
 


 
Ο Αναστάσης έχει βάλει από μικρός μεγάλους στόχους στη ζωή του. Θέλει να γίνει αστροναύτης. Έχει μάθει τα πάντα περί το διάστημα και τους πλανήτες και, για να ’χει και το κεφάλι του ήσυχο σε περίπτωση που πετύχει κάναν εξωγήινο, έχει εφεύρει μια φοβερή διαγαλαξιακή εσπεράντο, τα πλουτωνικά. Τα πλουτωνικά, η γλώσσα που, όσο ακαταλαβίστικη κι αν φαντάζει, είναι πανεύκολη αρκεί να κοιτάζεις τον συνομιλητή σου στα μάτια, δίνουν άλλο χρώμα στα διαστημικά παιχνίδια που σκαρώνει ο Αναστάσης με τους φίλους του, λύνουν παρεξηγήσεις, του επιτρέπουν να χαρτογραφήσει τον κόσμο του στα μάτια μας και τελικά τού χαρίζουν κι έναν νέο φίλο.
Σε μας, πάλι, το πανέξυπνο εύρημα της Κατερίνας Ζωντανού χαρίζει ένα φρέσκο και ταυτόχρονα τρυφερό βιβλίο για τη διαφορετικότητα, ιδωμένη από ένα πρωτότυπο πρίσμα. Τα υλικά της απλά: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που χειρίζεται αβίαστα την παιδική γλώσσα και αφουγκράζεται προσεκτικά την ικανότητα των παιδιών να εκφράζονται με αυθορμητισμό και αυθεντικότητα, πετυχημένο πάντρεμα χιούμορ και παιδικής φαντασίας – και, πάνω απ’ όλα, το αυτοσχέδιο παιχνίδι και η θαυμαστή του ικανότητα να κάνει τα δύσκολα εύκολα, να μοιράζει ρόλους, να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα της στιγμής. Εικόνες και σκίτσα με μπόλικο κέφι κι άλλη τόση φαντασία από τη Ναταλία Καπατσούλια, που συνομιλεί εξαιρετικά με το κείμενο.
Κλείνοντας για σήμερα, σκέφτομαι πως ο Αναστάσης μπορεί να μη γίνει ποτέ αστροναύτης. Κι ίσως τα πλουτωνικά του να μην του χαρίσουν ποτέ κανέναν διαστημικό φίλο. Θα ’χουν όμως κατορθώσει να καταγράψουν και να ερμηνεύσουν την ανάγκη ενός άλλου παιδιού να παίξει και να γελάσει, ν’ αποκτήσει φίλους. Όχι μικρό κατόρθωμα για μια τόσο φρέσκια γλώσσα, που είθε μια μέρα να τη δούμε να γίνεται και επισήμως παγκόσμια.

 
 

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες απώλειας

  • Αργυρώ Πιπίνη, Το δικό τους ταξίδι, εικονογράφηση: Μαριλένα Μελισσηνού, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

  • Benji Davies, Το νησί του παππού, μτφρ. Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2015 (από 4 ετών)


Δυο εξαιρετικά βιβλία γύρω από το ζήτημα της απώλειας. Το ένα ελληνικό, το άλλο αγγλικό. Πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, κι ωστόσο και τα δυο με κεντρικό θεματικό τους άξονα το τελευταίο μεγάλο ταξίδι.
 



 
Μια τυπική ελληνική οικογένεια. Μπαμπάς, μαμά, παιδιά. Και παππούς, γιαγιά. Τα δυο παιδιά, ο Κοσμάς κι η Λουκία, παρατηρούν, περιγράφουν, σχολιάζουν, ρωτάνε –γυρεύουν απαντήσεις για την αλλόκοτη συμπεριφορά του παππού, την εξαφάνισή του, τη φυγή του για το μεγάλο ταξίδι. Παιδικές ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται επίμονα, και γονεϊκές απαντήσεις επαναλαμβανόμενες κι αυτές, άλλοτε αμήχανες κι άλλοτε υπαινικτικές. Βλέπετε, δεν είναι πάντα απολύτως σαφής ή κατανοητή η όποια αλήθεια. Κι ούτε μπορούν όλοι να τη διαχειριστούν με τον ίδιο τρόπο.

Η Αργυρώ Πιπίνη στήνει ένα θεατρικό παιχνίδι, ένα πηγαινέλα σε δυο παράλληλες οπτικές και αφηγήσεις που, άλλοτε αλληλοκατοπτριζόμενες κι άλλοτε αλληλοσυμπληρούμενες μέσα από περιγραφές και διαλόγους, της επιτρέπουν να ξεφύγει από το ατομικό, να αποδώσει τις κοινές αγωνίες κι απορίες εκατομμυρίων παιδιών που βρίσκονται αντιμέτωπα με το μεγάλο μυστήριο της φθοράς και του θανάτου – πετυχαίνοντας μάλιστα, μέσα από αυτό το μοίρασμα στα δυο, την παρηγορητική διάχυση του πόνου της απώλειας. Η υποτυπώδης της πλοκή εξελίσσεται με μια υποβλητικά κλιμακούμενη ένταση: αρχικά με το παρόν να διαπλέκεται νοσταλγικά με το παρελθόν –απόηχοι προσφυγιάς στη σεφερική αναφορά του παππού και παλιών ερώτων στο ανάλαφρο τραγουδάκι της γιαγιάς–, κατόπιν με το πέρασμα από τη σταδιακή κατάπτωση του παππού στην απόδραση, έστω κι εφιαλτική, του ονείρου, τέλος στην οδυνηρή προσγείωση στην πραγματικότητα και στην απόπειρα διαχείρισης κι ερμηνείας της.

Χάρη στην αφηγηματική του λιτότητα, στον αυθορμητισμό των διαλόγων και στις ποιητικές του εικόνες –ειδικά στο τέλος, εκεί που η αισιόδοξη ανάμνηση του προσώπου υποκαθιστά την οδύνη της απουσίας–, και με τη συνδρομή των μαγικών στιγμών που επιφυλάσσει η εικονογράφηση –το χιονισμένο παγωτατζίδικο ή η υδρόγειος με την ανεμόσκαλα–, το Δικό τους ταξίδι καταλήγει να είναι ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό και απέριττα όμορφο. Ένα βιβλίο που δύσκολα ξεχνάς.
 

 

Ο μικρός Σιντ ζει κοντά στο σπίτι του παππού του, όπου περνάει πολύ χρόνο. Ο παππούς, πολυταξιδεμένος και πολύπειρος, αποφασίζει μια μέρα να ξεναγήσει τον μικρό στο άβατο της σοφίτας του, που είναι γεμάτη αναμνήσεις. Από κείνη τη σοφίτα θα κινήσουν οι δυο τους για ένα μαγικό ταξίδι σ’ ένα μακρινό παραδεισένιο νησί, όπου θα ζήσουν ένα σωρό περιπέτειες και θα δουν θαυμαστά πράγματα. Σαν έρθει όμως η ώρα της επιστροφής, ο παππούς ανακοινώνει στον εγγονό πως σκοπεύει να μείνει για πάντα στο νησί. Η δύσκολη, μοναχική επιστροφή του παιδιού στον κόσμο χωρίς πια την παρουσία του παππού θα κρύβει το οδυνηρό βάρος της απώλειας, αλλά και μια σοφίτα που, όσο κι αν δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον τον μικρό στο νησί του παππού, είναι πάντως γεμάτη από αναμνήσεις.

Το βιβλίο του Benji Davies μπορεί να πραγματεύεται την απώλεια αλλά είναι ένας ύμνος στη ζωή. Ένας παππούς κοτσονάτος και χαμογελαστός κι ένας γλυκός πιτσιρικάς ξεχύνονται στη θάλασσα διψασμένοι απ’ τη λαχτάρα της ανακάλυψης, με φόντο ένα νησί γεμάτο χρώματα, νερά, μαγευτικές γωνιές. Η εικόνα σε παρασύρει σε μια βουτιά σ’ αυτή την ομορφιά, την ώρα που οι λέξεις λένε τα απολύτως αναγκαία. Ακόμα και τη στιγμή του αποχωρισμού η οργιαστική φύση και τα πλάσματά της βρίσκονται στην πιο καλή τους ώρα. Σταδιακά βέβαια τα χρώματα λιγοστεύουν, αποτυπώνοντας εύγλωττα τη θλίψη και τη μοναξιά του παιδιού, το μη επιστρέψιμο αυτού που έζησε αλλά και την ήπια συμφιλίωσή του με τη νέα κατάσταση.

Ξεφεύγοντας από μονοσήμαντους συμβολισμούς, το Νησί του παππού δεν ενδιαφέρεται, νομίζω, να προσφέρει στους μικρούς αναγνώστες μια αυτοψία στον παράδεισο ως μεταθανάτιο προορισμό, αλλά να τους ταξιδέψει στο παραδείσιο τοπίο του κοινού βιώματος και της μνήμης. Εκεί που, και μετά θάνατον, διασώζονται όλα τα θαυμαστά και υπέροχα, η καθαρή, αποσταγμένη ομορφιά μιας ζωής που φεύγει πρόθυμη να χαρίσει σε κείνη που έρχεται ορμητική μια έστω κλεφτή ματιά στη δική της μοναδική περιπέτεια.