Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Τα "Μυθολογικά παραμύθια" της Μαρίας Αγγελίδου και του Κώστα Πούλου

 
  • Μαρία Αγγελίδου, Τα βόδια του Γηρυόνη, εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Μαρία Αγγελίδου, Τα μήλα των Εσπερίδων, εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Κώστας Πούλος, Το αίνιγμα της Σφίγγας, εικόνες Σοφία Παπαδοπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Κώστας Πούλος, Το τραγούδι των Σειρήνων, εικόνες Σοφία Παπαδοπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015



Η σειρά «Μυθολογικά παραμύθια», τα τέσσερα πρώτα βιβλία της οποίας κυκλοφόρησαν το καλοκαίρι από το Μεταίχμιο, πετυχαίνει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: Από τη μια, να πιάσει και να ακολουθήσει το κουβάρι παγιωμένων από τη μυθολογική παράδοση ιστοριών χωρίς να τις αλλοιώσει. Και, από την άλλη, προτιμώντας πολύ διαφορετικές διαδρομές, ίσως πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες, από την πεπατημένη, να ανιχνεύσει βαθύτερες αιτίες, κίνητρα και επιθυμίες, φτάνοντας ως τα απώτατα βάθη και τις αφορμές του μύθου.

Η Μαρία Αγγελίδου, ας πούμε, στα δυο πρώτα βιβλία της σειράς, Τα βόδια του Γηρυόνη και Τα μήλα των Εσπερίδων, επιλέγει, κατά την προσφιλή της συνήθεια, να αναδιηγηθεί τους δυο αυτούς άθλους του Ηρακλή χωρίς να  εγκλωβιστεί σε μια ξερή καταγραφή των γνωστών γεγονότων: Από τη μια, τα ντύνει με το πλαίσιό τους, διαπλέκοντας με τρόπο γοητευτικό μύθο και αφήγηση, τα ίδια τα συμβάντα και τις προεκτάσεις τους. Από την άλλη, σκάβει μέσα τους, αναζητώντας προθέσεις, αιτίες, ρίζες, κίνητρα. Χωρίς πάντως να βαραίνει το κείμενό της με δυσκολοχώνευτες πληροφορίες, ίσα ίσα, επιλέγοντας ένα υπονομευτικό όσο και αποφορτιστικό χιούμορ για να αναδείξει χαρακτήρες, να απαλύνει με ανθρώπινα στοιχεία τα αδρά ηρωικά μεγέθη και να τονίσει την υπόγεια σχέση μύθου και πραγματικότητας. Εξάλλου, και οι δυο ιστορίες που μας χαρίζει συνδέονται μεταξύ τους, αφού εκκινούν από τα ίδια κίνητρα: Για όλα τα βάσανα και τους κόπους του Ηρακλή, μας λέει η συγγραφέας, κατά βάθος ευθύνεται της γης το χρυσάφι. Αυτό που βασιλεύει σε Δύση και Βοριά. Αυτό που ποθούν ανθρώποι και θεοί. Γιατί κι αυτοί οι δεύτεροι πλασμένοι στα μέτρα των ανθρώπων είναι. Κι οι μύθοι, με τη σειρά τους, δεν αποτελούν παρά ένα κάτοπτρο που, έστω και παραμορφωτικό, σου επιτρέπει να διακρίνεις μέσα του όλα τα σκοτεινά πάθη και τις μύχιες επιθυμίες που αντανακλά. Όσο για την εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή, περιορίζομαι να πω ότι ο τρόπος που συνομιλεί με τη γραφή της Μαρίας Αγγελίδου είναι για μιαν ακόμα φορά μαγικός.
 


 
Κι αν η Μαρία Αγγελίδου διεισδύει στον μύθο κι αναζητά τις απαρχές του, ο Κώστας Πούλος επιλέγει να αντιστρέψει την οπτική του. Έχοντας αναλάβει να μας συστήσει τα τέρατα της μυθολογίας, μας χαρίζει δυο εξαιρετικά ενδιαφέροντα βιβλία όπου μια Σφίγγα και μια Σειρήνα μάς μιλούν σε πρώτο πρόσωπο για τον εαυτό τους και τον ρόλο τους στους αρχαιοελληνικούς μύθους. Η Σφίγγα μάλιστα μας μιλάει με μεγάλη απόσταση από τα γεγονότα. Είναι ένα έκθεμα σε μουσείο. Όσο για τη Σειρήνα του, μπορεί η φωνή της να έρχεται από το μακρινό παρελθόν του μύθου, ωστόσο είναι πολύ αλλιώτικη από εκείνη του τέρατος που είχαμε ως τώρα κατά νου, αφού διαθέτει συναισθήματα, οικογένεια, αναμνήσεις, ευαισθησίες. Αυτή άλλωστε είναι και η πρόθεση του συγγραφέα: αφήνοντας τις αφηγήτριές του να περιγράψουν την καθημερινότητά τους, τη ρουτίνα τους, να καταδυθούν στο παρελθόν τους, να αναθυμηθούν καλές και άσχημες στιγμές, να γυμνωθούν συναισθηματικά μπροστά μας, πετυχαίνει να δώσει υπαρξιακό βάθος στις παραδοσιακές «κακές», υποσκάπτοντας με αυτό τον τρόπο τη μονοσήμαντη ανάγνωση του μύθου. Τα τέρατα αποκτούν διαστάσεις και φωνές ανθρώπινες, καταθέτουν για τα συμβάντα των οποίων γνωρίζουμε ότι υπήρξαν αρνητικοί πρωταγωνιστές τη δική τους, αλλιώτικη εκδοχή, και προειδοποιούν: Η ρίζα των γεγονότων δε βρίσκεται πάντοτε στην τερατώδη όψη όντων και πραγμάτων, αλλά στον τρόπο που εμείς τα διαχειριζόμαστε, τα ερμηνεύουμε και τα αντιμετωπίζουμε. Κάπως έτσι, και στα μυθολογικά παραμύθια του Κώστα Πούλου, ο μύθος μάς αποκαλύπτει την ολωσδιόλου φθαρτή, ανθρώπινή του υπόσταση. Από τη δική της πλευρά, η εικονογράφηση της Σοφίας Παπαδοπούλου, ενσωματώνοντας φωτογραφίες μνημείων και αρχαιοελληνικά μοτίβα, δένει αρμονικά με το κείμενο.


 

 


 

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Ντέιβιντ Ουάλιαμς, Η γιαγιά μου η κλέφτρα

Εικονογράφηση: Τόνι Ρος, μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2015



O μικρός Μπεν απεχθάνεται τα βράδια της Παρασκευής που είναι αναγκασμένος να τα περνάει παρέα με τη βαρετή γιαγιά του, η οποία λατρεύει το σκραμπλ και τη λαχανόσουπα. Εξίσου απεχθάνεται και τη μονομανία των γονιών του με τον χορό και τα τηλεοπτικά σόου. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να γίνει μία των ημερών υδραυλικός, όνειρο που δε φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα τον μπαμπά και τη μαμά του. Η βαρετή κι ανιαρή ζωή του ωστόσο θ’ αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, όταν ανακαλύψει πως η γιαγιά του υπήρξε στο παρελθόν διαβόητη κλέφτρα πανάκριβων κοσμημάτων. Κι όταν εκείνη του αποκαλύψει πως όνειρό της είναι να κλέψει τα Κοσμήματα του Στέμματος, όχι μονάχα την πείθει να θέσουν σε εφαρμογή ένα θεότρελο σχέδιο ληστείας, αλλά γίνεται και ο ιθύνων νους του, επιστρατεύοντας όλες τις πολύτιμες υδραυλικές γνώσεις του για να το φέρει εις πέρας.

Αυτή είναι χοντρικά η αρχή και η μέση μιας ευρηματικής ιστορίας για τη σχέση των παιδιών με την τρίτη ηλικία, η οποία διαδραματίζεται στους κόλπους μιας τυπικής λαϊκής αγγλικής οικογένειας, με δυο γονείς προσκολλημένους στους δέκτες της τηλεόρασης και εν πολλοίς στα πρότυπα που αυτή τους σερβίρει κι έναν αρκετά διαφορετικό από αυτούς γιο που αναζητά απελπισμένα την αποδοχή τους και κάπου να στεγάσει το όνειρό του. Αυτό θα ψυχανεμιστεί η κουρασμένη, ταλαιπωρημένη γιαγιά, ακουμπώντας κι αυτή την ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη στον μοναδικό άνθρωπο που, όπως αποδεικνύεται, έχει τη διάθεση αλλά και τη φαντασία να τη δει και να την αγαπήσει όχι κατ’ ανάγκη γι’ αυτό που είναι, αλλά και για κείνο που θα ’θελε ή θα μπορούσε να είναι. Για το δικό της ανεκπλήρωτο όνειρο. Κι ίσως εντέλει γι’ αυτό να τα βρίσκουν τόσο καλά οι δυο τους, μια και στο παλαβό τους εγχείρημα καταθέτουν το ίδιο πάθος για ζωή – ο μικρός αδημονώντας να βουτήξει μέσα της με ορμή, η γιαγιά πασχίζοντας απελπισμένα να κρατηθεί απ’ αυτή.

Όσο πάντως κι αν η ανάγκη αυτής της τελευταίας υποκρύπτει μια δραματική επίγνωση του αναπόδραστου, ο Ουάλιαμς σε κανένα σημείο του βιβλίου του δεν καταφεύγει σε συναισθηματικές υπερβολές κι εξάρσεις. Τουναντίον, χτίζοντας την ιστορία του πάνω σε συνεχείς ανατροπές, άλλοτε ξεκαρδιστικές, άλλοτε συγκινητικές, άλλοτε κομματάκι εξωπραγματικές, προσφέρει στον μικρό αναγνώστη μια ισορροπημένη γκάμα συναισθημάτων. Χάρη σ’ αυτές, στην ευχάριστη γραφή του και στο –ενίοτε τραβηγμένο– χιούμορ του, και συνεπικουρούμενος από τα αστεία σκίτσα του Τόνι Ρος, μας οδηγεί σε ένα αισιόδοξο στην ουσία του τέλος – εκεί που η περιπέτεια του Μπεν όχι μόνο σφυρηλατεί μια μοναδική σχέση τρυφερής αγάπης με την απίθανη γιαγιά του, όχι μόνο του χαρίζει επιτέλους την πολυπόθητη γονική αποδοχή, αλλά πετυχαίνει και το ακατόρθωτο: να κάνει περίπου συμπαθή στα μάτια μας –για φαντάσου…– τη βασίλισσα της Αγγλίας! Ίσως, εδώ που τα λέμε, επειδή είναι κι αυτή γιαγιά…