Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Αντώνης Παπαθεοδούλου - Μυρτώ Δεληβοριά, Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και...

Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014

 
 

Πριν από δυο καλοκαίρια ένα μεγαλωμένο πια ξαδερφάκι μάς είχε χαρίσει το εξαντλημένο Φτιάξε τη δική σου παραμυθοσαλάτα της Hilary Robinson σε εικονογράφηση του Nick Sharratt από τις Εκδόσεις Άμμος. Κάθε σελίδα του βιβλίου ήταν χωρισμένη σε τέσσερις φέτες και καθεμιά από τις φέτες περιείχε ένα συστατικό από ένα κλασικό παραμύθι (όνομα ήρωα/ηρωίδας, ρηματική φράση, κι άλλη ρηματική φράση, δευτερεύων χαρακτήρας). Φυλλομετρώντας, ανακατεύαμε κατά το κέφι μας τις φέτες με τα συστατικά, με τις ιστορίες που προέκυπταν να προξενούν ξεκαρδιστικά αποτελέσματα. Μοναδικό μειονέκτημα: Ο αριθμός των ιστοριών που φτιάχναμε ήταν πεπερασμένος, και τα συστατικά γνωστά, άρα το πλαίσιο λίγο πολύ σαφές. Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή το παιχνίδι έχασε το ενδιαφέρον του.

Όταν λοιπόν πριν από λίγους μήνες έπεσε στα χέρια μας το Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και…, ήμασταν αρκετά εκπαιδευμένοι στη χρήση τέτοιου είδους βιβλίων, αν και, ομολογουμένως, ελαφρώς αγχωμένοι: Τι θα γινόταν έτσι και το βαριόμασταν κι αυτό μετά τα δέκα πρώτα φυλλομετρήματα, όπως μας συνέβη με το βιβλίο της Robinson; Η αλήθεια είναι πως τελικά δε βαρεθήκαμε καθόλου, αλλά, πριν εξηγήσω το γιατί, να σας περιγράψω εν τάχει αυτό το ενδιαφέρον βιβλιοπαιχνίδι: Με κάθε σελίδα του κομμένη σε τρεις αυτή τη φορά φέτες, το βιβλίο των Παπαθεοδούλου-Δεληβοριά σπεύδει να απαντήσει με τρόπο λιτό, ευρηματικό και αρκετά υπονομευτικό στο αγωνιώδες ερώτημα επαγγελματικού προσανατολισμού που διατυπώνουν εκατομμύρια παιδιά αλλά και γονείς ανά τον κόσμο: Στην πρώτη φέτα μάς δίνεται ένα επάγγελμα (δάσκαλος, γιατρός, ψαράς κτλ.), στη δεύτερη συγκεκριμενοποιείται το αντικείμενο εργασίας (πυραύλων, παγωτών κτλ.) και στην τρίτη δηλώνεται ο τόπος του «εγκλήματος» (ένα μουσείο, ο βυθός της θάλασσας, ένα σχολείο κτλ.). Απλοί συνδυασμοί απλών λέξεων, που οδηγούν άλλοτε σε κλασικές κι άλλοτε σε πιο… μεταμοντέρνες επαγγελματικές προτάσεις, με αποτελέσματα άκρως διασκεδαστικά αλλά και εξαιρετικά γόνιμα για τη φαντασία, αφού μπορεί το επάγγελμα, π.χ., του εξερευνητή ναυαγίων στον Ατλαντικό να φαίνεται σχετικά κανονικό, δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν έχεις μπροστά σου έναν προπονητή πυραύλων σε μουσείο ή έναν μαέστρο παραθύρων σε εστιατόρια. Εκεί αναπόφευκτα μπαίνεις στον πειρασμό να αναζητήσεις όλους –ή έστω κάποιους– απ’ τους λόγους που οδήγησαν τον περί ου ο λόγος επαγγελματία σε μια τόσο αντισυμβατική επιλογή, να προσπαθήσεις να κατανοήσεις λεπτομέρειες του λειτουργήματός του, αλλά και να διερευνήσεις τις όποιες προοπτικές του σε βάθος χρόνου αλλά και χώρου. Χοντρικά, μπορείς με αφετηρία πέντ’ έξι λέξεις να χτίσεις έναν ολοκαίνουριο κόσμο. Ή μάλλον όχι μόνο έναν: 15.625 εν δυνάμει κόσμοι απλώνονται μπροστά σου, και το ενδεχόμενο να πλήξεις μετά από καμιά κατοστή και βάλε φυλλομετρήματα αποσοβείται οριστικά.

Είναι και η εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά που επιτείνει, από τη δική της πλευρά, την παιγνιώδη διάθεση που σου καλλιεργεί το κείμενο, όντας και η ίδια παιγνιώδης: Στην πρώτη καρτέλα η ίδια πάντα φατσούλα μεταμφιεσμένη ώστε να προσαρμόζεται κάθε φορά στις διαφορετικές ανάγκες του εκάστοτε επαγγέλματος, κι από κει και μετά εικόνες που παραπέμπουν περισσότερο σε παιδικά παιχνίδια παρά στον πραγματικό κόσμο. Η εικονογράφος, με πνευματώδες, διακριτικό χιούμορ κι απλότητα, πρακτικά προσφέρει στο παιδί τα ίδια ακριβώς εφόδια με τα οποία αυτό οικοδομεί καθημερινά φανταστικούς κόσμους στο παιχνίδι του, οδηγώντας το μέσα από οικεία και εύχρηστα υλικά να διερευνήσει τις δυνατότητες νέων νοημάτων χωρίς εντυπωσιοθηρικούς εκβιασμούς.


Έπειτα από εκατοντάδες πηγαινέλα απ’ άκρη σ’ άκρη του βιβλίου παρέα με τα παιδιά μου, μπορώ να πω με σχετική βεβαιότητα ότι σε επίπεδο επαγγελματικού προσανατολισμού δε μας έδωσε πολλά – κάτι που σε καιρούς κρίσης μπορείς να το χαρακτηρίσεις μειονέκτημα, αν και δεν είναι τελικά το ζητούμενο. Κι αυτό όχι μόνο γιατί φοβάμαι –ή κι ελπίζω– ότι τα βλαστάρια μου θα επιλέξουν πολύ πιο τρελά επαγγέλματα απ’ αυτά που περιγράφονται στο Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και… Αλλά κι επειδή πιστεύω ακράδαντα ότι πιο συναρπαστική από τη διδακτική χρησιμοθηρία είναι η χαρά του ανέφικτου, η συνάντηση με το παντελώς, γι’ αυτό και πανέμορφα, άχρηστο όπως αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσα από τα μάτια των παιδιών. Όσο για τις ουτοπίες, τις ήττες και λοιπά ηρωικά, αυτά λέω για την ώρα να τα χαρίσω σε όσους από μας έχουν από καιρό αυτομολήσει άνευ όρων στο στρατόπεδο της οριστικής ενηλικίωσης.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Αλάστρα - Το βιβλίο των δύο κόσμων

Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015


 
Δυο αδέρφια μεγαλωμένα σε εύπορο αστικό περιβάλλον από γονείς καριερίστες και προσηλωμένους στον υλικό πλούτο, εξαρτημένα από την τεχνολογία και χωρίς καμία επαφή με τη φύση, θα υποχρεωθούν, εξαιτίας κυρίως της απληστίας των γονιών τους, να περάσουν μια βδομάδα στο σπίτι της ιδιόρρυθμης προγιαγιάς τους σε ένα μακρινό και δυσπρόσιτο μέρος ονόματι Βροχερό Βουνό. Η ανάγνωση ενός μυστηριώδους «απαγορευμένου» βιβλίου που η γιαγιά γράφει τις νύχτες θα τα φέρει σε επαφή με έναν άγνωστο, αλλόκοτο κόσμο, τον κόσμο της Αλάστρας, στον οποίο δυο άλλα παιδιά, που τους μοιάζουν εκπληκτικά, παλεύουν για την επιβίωση αλλά και για να μάθουν αν βρίσκονται στη ζωή οι από καιρό χαμένοι γονείς τους. Κι όταν ο Χρήστος και η Βικτώρια βρεθούν ξαφνικά μέσα στον μυστηριώδη κόσμο του βιβλίου και κληθούν να σηκώσουν το βάρος της σωτηρίας της Αλάστρας, θα κατορθώσουν μέσα από μύριους κινδύνους, συναντήσεις με πλάσματα αδιευκρίνιστων προθέσεων και ταξίδια ως εκεί που δε χωράει ο νους, να ξεσκεπάσουν μια φοβερή συνωμοσία και να επαναφέρουν την αρμονία, τη χαρά και τη συναδέλφωση στους κατοίκους του παράξενου αυτού τόπου, οδηγούμενοι παράλληλα μέσα από μια επώδυνη όσο και ασυνήθιστη διαδικασία προσωπικής ωρίμανσης, στον επαναπροσδιορισμό της δικής τους ζωής και των δικών τους αξιών.

Ο Γιώργος Παναγιωτάκης με την Αλάστρα φτιάχνει ένα μυθιστόρημα φαντασίας στο οποίο, παρά τις αναπόφευκτες –και συνειδητές– αναφορές στην παράδοση του είδους, πετυχαίνει να χτίσει έναν κόσμο ολόδικό του συνταιριάζοντας πολλά κι ετερόκλητα υλικά μέσα από έναν γόνιμο και ευφάνταστο συνδυασμό παραδόσεων: Έτσι, δίπλα στα ζωντανά δέντρα ή στο τελώνιο που τόσο έντονα θυμίζει Τόλκιν, έρχονται να προστεθούν στοιχεία από ένα σωρό μυθολογικές και ιστορικές παραδόσεις (αρχαίες όσο και μεσαιωνικές), και μάλιστα μεταπλασμένα με τρόπο συχνά ανατρεπτικό. Εντυπωσιακή, για παράδειγμα, είναι η ποικιλία πηγών από τις οποίες αντλούνται τα ονόματα των χαρακτήρων: αρχαιοελληνικά, βυζαντινά, περσικά, σουμεριακά, αλλά και ονόματα εμπνευσμένα από τον κόσμο των φυτών. Το ευχάριστο και εξωτικό αυτό μείγμα παίζει καθοριστικό ρόλο στην πειστική κατασκευή ενός πρωτότυπου όσο και φανταστικού κόσμου, τη στιγμή που η ελευθερία με την οποία διαχειρίζεται τα συστατικά του ο συγγραφέας τον αποδεσμεύει από παγιωμένα στερεότυπα, οδηγώντας τον στην υπονόμευση αναπόφευκτων αναγνωστικών προσδοκιών, κάτι που βλέπουμε να συμβαίνει τόσο με το τελώνιο που καλείται να οδηγήσει τα δυο παιδιά στο Νησί της Μοίρας όσο και με τις απροσδόκητα ανυστερόβουλες Άρπυιες ή τον ανέλπιστα καλόβολο γκαφατζή Χάροντα.

Πέρα πάντως από την αναμφισβήτητη σημασία του πραγματολογικού και φαντασιακού υποστρώματος στο οποίο πατάει ο συγγραφέας, το μεγάλο στοίχημα ενός βιβλίου σαν την Αλάστρα είναι η ικανότητα διαχείρισης αυτού του σύνθετου υλικού με αφηγηματική αρτιότητα και ισορροπία. Κι αυτό επιτυγχάνεται, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος, χάρη στον ισορροπημένο διάλογο της κεντρικής αφήγησης με τα εμβόλιμα αποσπάσματα του μυστηριώδους βιβλίου που γράφει η γιαγιά, συνεπικουρούμενο από τη σωστή δοσολογία περιγραφής και διαλόγου, δράσης και χιούμορ. Παράλληλα, ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο οι ιδιαίτερες ποιότητες των χαρακτήρων των δυο πρωταγωνιστών επηρεάζουν την εξέλιξη της πλοκής. Ενδεικτικά αναφέρω τα συχνά αγωνιώδη αυτοαναφορικά σχόλια των δυο –περιπλανώμενων πλέον εντός του βιβλίου– παιδιών γύρω από το κατά πόσον οι συμπεριφορές τους είναι συμβατές με το φέρεσθαι των χαρακτήρων ενός μυθιστορήματος. Πέρα από τη χιουμοριστική πινελιά που χαρίζουν στο κείμενο αυτοί οι προβληματισμοί, επιτρέπουν στον συγγραφέα και να θέσει εν αμφιβόλω παγιωμένες μυθοπλασιακές αξίες και πρακτικές, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για την αναπάντεχη και αρκετά αντισυμβατική οδό που επιλέγει για τη λύση της πλοκής του.

Πολύ πριν φτάσει πάντως σε αυτή τη λύση, στα μισά ακριβώς της άψογα αρχιτεκτονημένης ιστορίας του, ο Παναγιωτάκης μάς χαρίζει την, κατά τη γνώμη μου, κορυφαία αφηγηματικά στιγμή του βιβλίου του, μέσα από την ευφυώς δοσμένη, ιδιαίτερα ευρηματική σκηνή συνάντησης των δυο κόσμων που ως εκείνη τη στιγμή κινούνται παράλληλα μες στο κείμενό του. Μια σκηνή στην οποία ραφές, στεγανά, σύνορα και φυσικοί νόμοι γίνονται χίλια κομμάτια με τρόπο αισθητηριακά καταιγιστικό, υπηρετώντας εκείνο ακριβώς το στοιχείο, την ενότητα της αφήγησης, που θα επιτρέψει σε ήρωες και αναγνώστες να βουτήξουν ανενδοίαστα στη μεγάλη περιπέτεια.

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Βασίλης Κουτσιαρής, Μη φοβάσαι Κοκκινοσκουφίτσα

Εικονογράφηση: Θέντα Μιμηλάκη, Κόκκινη κλωστή δεμένη, Πάτρα 2014


 
Θα ξεκινήσω ανάποδα σήμερα, και συγκεκριμένα από την εικονογράφηση του βιβλίου που παρουσιάζω. Κι αυτό όχι μόνο επειδή, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η Θ. Μιμηλάκη κατορθώνει με τρόπο εξαιρετικό να διαχύσει σε ολόκληρο το τοπίο που αποτυπώνει στις εικόνες της το αίσθημα φόβου της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας, αλλά και για έναν άλλο λόγο: Η εικονογράφος, χάρη κυρίως στην ευρηματική χρήση της κόκκινης κάπας της ηρωίδας του βιβλίου, που τη βλέπουμε να προεκτείνεται σε ολόκληρο το σκηνικό, πετυχαίνει, σε πλήρη συντονισμό με το πνεύμα και τις προθέσεις του κειμένου που εικονογραφεί, να συμφύρει πραγματικότητα και φαντασία, εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη σε μια ψευδαίσθηση που θα διασφαλίσει στο ακέραιο την έκπληξή του όταν έρθει αντιμέτωπος με την απρόσμενη ανατροπή της ιστορίας του Βασίλη Κουτσιαρή.
Μιας ιστορίας η οποία, χάρη στο λιτό, κάποιες φορές ελλειπτικό και υπαινικτικό ύφος που επιλέγει ο συγγραφέας της για να την αφηγηθεί διά στόματος Κοκκινοσκουφίτσας, αποτυπώνει μεν το κλιμακούμενο αίσθημα φόβου του μικρού κοριτσιού, δεν αποκαλύπτει όμως τις πραγματικές της προθέσεις παρά μόνο αρκετά μετά τη μέση του βιβλίου: Εκεί αντιλαμβανόμαστε ότι, αν το κλασικό παραμύθι είναι η αφετηρία, το ζητούμενο του συγγραφέα δεν είναι άλλο από το να μιλήσει στα παιδιά για τη διαχείριση του φόβου όχι ως μιας πραγματικότητας παγιωμένης και τελεσίδικης αλλά ως μιας κατάστασης που μπορεί να μεταστραφεί και να αντιμετωπιστεί με επιτυχία μέσα από σωστή, σταθερή κι εντέλει λυτρωτική καθοδήγηση.
Δε θα ήθελα να αποκαλύψω περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση, αφού το μόνο που θα κατάφερνα αν επιχειρούσα κάτι τέτοιο θα ήταν να αδικήσω κατάφωρα την αγαστή συνεργασία συγγραφέα-εικονογράφου, η οποία τόσο έξυπνα πετυχαίνει να διαφυλάξει το μυστικό αυτής της πρωτότυπης και παιδαγωγικά ενδιαφέρουσας εκδοχής ενός αγαπημένου κλασικού παραμυθιού. Για τα περαιτέρω αναζητήστε το βιβλίο!
 
 
 

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

Κόλιν Μελόυ, Κάτω από το Αγριόδασος - Τα Χρονικά του Αγριόδασους, Βιβλίο 2

Εικονογράφηση: Κάρσον Έλλις, μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

 
Όταν επιχειρείς να γράψεις τη συνέχεια ενός βιβλίου όπως το Αγριόδασος, στο οποίο έχεις χτίσει έναν πολυεπίπεδο φανταστικό κόσμο με πυκνές εναλλαγές σκηνικού και δράσης, η απλή συνέχιση ή επέκταση της ιστορίας που έχεις ήδη αφηγηθεί σε ένα πανομοιότυπο σκηνικό, μέσα από την κατάδυση των ίδιων ηρώων σε νέες περιπέτειες, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από εγγύηση αφόρητης αναγνωστικής πλήξης. Ο Κόλιν Μελόυ πάντως δεν πέφτει σε αυτή την παγίδα, προεκτείνοντας στις εξακόσιες τόσες σελίδες του δεύτερου τόμου των Χρονικών του Αγριόδασους τα όρια της ιστορίας του σε δυο κατευθύνσεις: αφενός απλώνει το σκηνικό του, εστιάζοντας τη δράση τόσο μέσα όσο και, κυρίως, κάτω και πέρα από το Αγριόδασος, αφετέρου φέρνει στο προσκήνιο νέους χαρακτήρες, που αποδεικνύονται άξιοι συμπαραστάτες του Κέρτις και της Πρου στην προώθηση της δράσης.

Έτσι, στον δεύτερο αυτό τόμο ο αναγνώστης θα ανακαλύψει τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην Περιφέρεια, την περιοχή δηλαδή που χωρίζει το Αγριόδασος από τον έξω κόσμο, αλλά και τα σκοτεινά σχέδια που εξυφαίνονται στην περιοχή της Βιομηχανικής Ερημιάς, ενώ παράλληλα θα του δοθεί η ευκαιρία να ανακαλύψει νέες διόδους επικοινωνίας του Αγριόδασους με την πόλη του Πόρτλαντ μέσα από ένα υπόγειο δίκτυο τούνελ που εκτείνεται κάτω από αυτό. Εξάλλου, η δυναμική είσοδος νέων χαρακτήρων, όπως οι αδερφές του Κέρτις, ο άπληστος βιομήχανος ανταλλακτικών, η αδίστακτη μαύρη αλεπού, οι δυο χαμένοι εφευρέτες κτλ., επιτρέπουν στον συγγραφέα να αναζητήσει νέα στοιχεία πλοκής στο παρελθόν, αλλά και να πολλαπλασιάσει τις γραμμές δράσης και τις οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες περιγράφει τα γεγονότα, με αποτέλεσμα κινηματογραφικές εναλλαγές, που καθιστούν την αφήγησή του πιο ελκυστική και σφιχτή.  

Φυσικά, στο κέντρο της πλοκής, με φόντο και πάλι την ανάγκη σωτηρίας του Αγριόδασους από επίβουλες, σκοτεινές δυνάμεις, βρίσκεται γι’ άλλη μια φορά η εκ νέου συνάντηση των δυο κεντρικών χαρακτήρων της τριλογίας, του Κέρτις και της Πρου, με τη δεύτερη να αποδεικνύεται και πάλι ο καταλύτης στην εξέλιξη των γεγονότων και τον πρώτο να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ο άξιος συμπαραστάτης, η ήρεμη, αν και κάποιες φορές αμήχανη, δύναμη στο πλευρό της. Γι’ άλλη μια φορά, κομβική θέση στην προβληματική του συγγραφέα κατέχει η απληστία του σύγχρονου κόσμου απέναντι στη φύση, όπως αυτή διαφαίνεται στην απέλπιδα προσπάθεια του βιομηχάνου ανταλλακτικών να κυριαρχήσει στο Αγριόδασος, αλλά κι ο μελαγχολικός στοχασμός πάνω στο μάταιο του πολέμου όπως αυτό αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια της Πρου και του Κέρτις μέσα από την κωμικοτραγική μάχη των τυφλοποντίκων, η συνάντηση με τους οποίους θα θυμίσει στον αναγνώστη κάτι από περιπέτειες του Γκιούλιβερ.

Αποτιμώντας το Κάτω από το Αγριόδασος, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια χορταστική συνέχεια του πρώτου βιβλίου της σειράς, η οποία, αν και πολυσέλιδη, εμφανίζει καλύτερη διαχείριση του υλικού, μεγαλύτερη αφηγηματική ισορροπία και άψογο ρυθμό, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος, εκεί που, αν και ένα σωρό μέτωπα παραμένουν ανοιχτά, όλα μοιάζουν να έχουν δρομολογηθεί προς μια κατεύθυνση όχι απολύτως σαφή, πάντως πολλά υποσχόμενη. Μικρή αναγνωστική ανασύνταξη και ανάπαυση, όσο να κατακαθίσουν οι εντυπώσεις αλλά κι οι προσδοκίες, και κατόπιν βουρ για τον τρίτο τόμο.
 
[Εξαιρετική και πάλι η μετάφραση, η οποία εξαφανίζει γλωσσικές αποστάσεις και χάσματα και εξασφαλίζει την αβίαστη καταβύθιση του αναγνώστη στον κόσμο του Μελόυ.]

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

Ελένη Σβορώνου, Ζητείται δικηγόρος με μουστάκια και ουρά!

Εικονογράφηση: Mark Weinstein, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 
Ένας ημίαιμος σκύλος ονόματι Μπαρμπαρόσα, πρώην πεταμένος σε ένα βαρέλι με ασβέστη και νυν κατοικίδιο, βρίσκεται στα καλά του καθουμένου ξανά παρατημένος από τα αφεντικά του στους πέντε δρόμους. Πασχίζοντας να ξεπεράσει το σοκ της εγκατάλειψης κι αγωνιζόμενος να επιβιώσει στη νέα, αφιλόξενη πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος, σεργιανώντας στους δρόμους μιας πόλης γεμάτης ψαράδικα, pet shops, καταστήματα ενδυμάτων, πτηνοτροφεία, ζωολογικούς κήπους και δελφινάρια, θα γνωριστεί με μια σειρά από ζώα –ένα μπαρμπούνι, μια λεοπάρδαλη, ένα καναρίνι, έναν παπαγάλο, μια σιαμέζα γάτα, έναν πελαργό, ένα δελφίνι, έναν κόκορα, έναν γάιδαρο, ένα κουνέλι, ένα λιοντάρι–, που θα συμβάλουν στην αφύπνισή του βοηθώντας τον να ανακαλύψει μέσα από την περιγραφή των προσωπικών τους δεινών τις μορφές εκμετάλλευσης, κακοποίησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των ζώων και θα ενωθούν μαζί του σε μια σουρεαλιστική πυραμίδα με στόχο τη δικαίωσή τους.

Μια ιστορία για τα δικαιώματα των ζώων, στην οποία κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής δεν είναι το πιο βασανισμένο ή, έστω, το πιο συνειδητοποιημένο από αυτά, αλλά, αντιθέτως, το πιο ανυποψίαστο και «προστατευμένο»: ένα κατοικίδιο, και μάλιστα ζώο συντροφιάς, ο σκύλος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, που αγωνίζεται να παλαντζάρει ανάμεσα στα αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης προς τα αφεντικά του και στο αδιανόητο της νέας του ζωής. Οι χιουμοριστικές καταστάσεις, απόρροια της άγνοιας και αφέλειας του Μπαρμπαρόσα, συνεπικουρούμενες από τη διάρρηξη κάθε λογικής όπως αυτή αποτυπώνεται από τη συστράτευση αποδημητικών και κατοικίδιων, ζωντανών και αναπάντεχα ζωντανεμένων ζώων, πλασμάτων της θάλασσας και θηρίων της ζούγκλας κ.ο.κ., λειτουργούν αποφορτιστικά για το παιδί αναγνώστη, που, παρότι βλέπει να περνούν μπροστά από τα μάτια τους τόσες μορφές απάνθρωπης συμπεριφοράς διεκτραγωδημένες από τα ίδια εκείνα πλάσματα που τις υφίστανται, αισθάνεται την ανάγκη να παρέμβει, να αποτελέσει και το ίδιο τμήμα αυτής της αλυσίδας ζώων διεκδικώντας μαζί τους το δίκιο τους.

Κι ίσως αυτός να είναι ένας από τους δυο λόγους που η συγγραφέας επιλέγει να οδηγήσει την απίθανη ζωική της πυραμίδα σε ένα σχολείο, εκεί που οι αδικημένοι ήρωές της θα βρουν την άνευ όρων συμπαράσταση των μικρών μαθητών. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη σαφή της πρόθεση να δηλώσει ότι το έλλειμμα σεβασμού προς τη φύση οφείλεται σε ένα δραματικό έλλειμμα παιδείας, γι’ αυτό και μόνο μέσα απ’ την παιδεία μπορεί να ξεπεραστεί. Άλλωστε, αν η έξω από κάθε λογική και πραγματικότητα, θεότρελη περιπέτεια του Μπαρμπαρόσα αποδεικνύεται ικανή στο φινάλε της ιστορίας να βάλει ψύλλους στ’ αυτιά του αθώου, απονήρευτου σκυλάκου αναφορικά με την προσωπική του κατάσταση, φανταστείτε πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποδειχτεί η σωστή και έγκαιρη ενημέρωση νοημόνων όντων όπως εμείς οι άνθρωποι. Το ιδιαίτερα κατατοπιστικό παράρτημα «Κι αν δεν ήταν… όνειρο;» μπορεί να αποτελέσει μια πολύ καλή αρχή προς αυτή την κατεύθυνση για μικρούς αλλά και για μεγάλους!