Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Το δικό μου αγαπημένο χριστουγεννιάτικο βιβλίο

Έριχ Κέστνερ, Η τάξη που πετάει, εικονογράφηση: Βάλτερ Τρίερ, μετάφραση: Κίρα Σίνου, απόδοση στίχων: Ρένα Καρθαίου, Μετόπη, Αθήνα 1981, 2η έκδοση Ψυχογιός, Αθήνα 1989 [εξαντλημένη] (από 9 ετών)



Παραμονές των περσινών Χριστουγέννων έγραφα εδώ για τα δικά μου χριστουγεννιάτικα διαβάσματα, κι ανάμεσά τους για το αγαπημένο μου χριστουγεννιάτικο βιβλίο. Ένα βιβλίο που δεν απέκτησα ποτέ: Το είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του σχολείου μου στα δέκα μου και έκτοτε δεν το ξανάπιασα στα χέρια μου. Η ανάμνηση όμως της συγκίνησης που μου είχε προξενήσει έμενε στη σκέψη μου παραπάνω από ζωντανή. Φέτος, τριάντα χρόνια αργότερα, αποφάσισα να επιχειρήσω το crash test: Πώς προσλαμβάνει, αλήθεια, μια ενήλικη το βιβλίο που είχε αγαπήσει παιδάκι;

Το εγχείρημα δεν υπήρξε εύκολο. Όχι για τους λόγους –αμιγώς αναγνωστικούς– που φαντάζεστε. Αλλά επειδή η Τάξη που πετάει του Έριχ Κέστνερ είναι εξαντλημένη στα ελληνικά. Και κανείς από τους γνωστούς και φίλους μου δε διέθετε κάποιο αντίτυπο. Όπως και κανένα βιβλιοπωλείο. Σε βιβλιοθήκες δεν πρόλαβα να ψάξω. Βλέπετε, μια καλή νεράιδα βρήκε πρώτη το βιβλίο και έσπευσε να μου το στείλει (ήταν η έκδοση του Ψυχογιού). Οι δυσκολίες έλαβαν τέλος κάπου εκεί. Γιατί, διαβάζοντας την Τάξη που πετάει, ίσως να μην μπόρεσα να ξαναβρώ ανάμεσα στις σελίδες της τη δεκάχρονη αναγνώστρια που το πρωτοαγάπησε, ένιωσα πάντως την ίδια, μπορεί και μεγαλύτερη, συγκίνηση με τότε.

Να σας πω συνοπτικά την ιστορία: Η Τάξη που πετάει είναι ο τίτλος ενός θεατρικού έργου που ανεβάζει παραμονές Χριστουγέννων μια ομάδα αγοριών στο οικοτροφείο τους, προτείνοντας μια ολωσδιόλου πρωτότυπη μέθοδο διδασκαλίας του μαθήματος της γεωγραφίας! Γύρω από αυτό το κομβικό γεγονός ο συγγραφέας στήνει μια πλοκή που περιλαμβάνει την κόντρα της παρέας των παιδιών με τους μαθητές ενός άλλου σχολείου, την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσουν με έναν από τους καθηγητές τους, αλλά και την αναβίωση μιας παλιάς φιλίας χάρη στη συνδρομή τους, την ώρα που οι προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες δύο παιδιών έρχονται να ανατρέψουν σχέδια διακοπών, αλλά και να φωτίσουν τις άσχημες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της μεσοπολεμικής Γερμανίας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο φτώχειας, απελπισίας και κοινωνικής αδικίας.

Η γραφή του Κέστνερ αποτυπώνει με ειλικρίνεια και κοινωνική ευαισθησία την πραγματικότητα των παιδιών, χωρίς να λείπουν η φαντασία, το χιούμορ κι η αισιοδοξία, που έρχονται να παραμερίσουν το λεπτό κι ωστόσο εμφανές πέπλο μελαγχολίας που καλύπτει την ιστορία. Η πίστη στη δύναμη της ανθρωπιάς και της φιλίας είναι διάχυτη - και μάλιστα οι δυο χαμένοι φίλοι που ξαναβρίσκονται σε ώριμη πια ηλικία μοιάζουν να παραδίδουν τη σκυτάλη στους δυο ξεχωριστούς πιτσιρικάδες που τους βοήθησαν να ξανασυναντηθούν. Οι χαρακτήρες (ο έξυπνος πλην φτωχός Μάρτιν, ο πλούσιος πλην δειλός Ούλι, ο καλόβολος μποξέρ Ματίας, ο κλειστός, μυστικοπαθής «πραγματιστής» Σεμπάστιαν, ο εγκαταλειμμένος απ’ τους γονείς του Τζόνι, με το άφθονο συγγραφικό ταλέντο, ο μποέμ μουσικός που κουβαλάει μια βαθιά πληγή, ο δάσκαλος-σύμβολο ανθρωπιάς) δεν είναι ούτε σχηματικοί ούτε στατικοί: έχουν γωνίες και φωτοσκιάσεις, εξελίσσονται, δοκιμάζουν τα όριά τους, μας εκπλήσσουν. Κι όσο για το συγγραφέα-αφηγητή, αυτός μπαίνει αβίαστα στην ιστορία και συνδιαλέγεται με τους ήρωές του όχι από παιγνιώδη διάθεση, αλλά επειδή τυχαίνει να ξέρει καλά πως η παιδική ηλικία δεν είναι ένα παραδείσιο νησί χαμένο στο πουθενά, αλλά ένα κομμάτι της ζωής μας με τις δικές του πίκρες κι αγωνίες, ανεξίτηλα χαραγμένες μέσα μας.

Εκδομένη το 1933, παραμονές της ανόδου του ναζισμού, η Τάξη που πετάει δεν μπόρεσε παρά να κάνει το σημερινό, ενήλικο εαυτό μου να δαγκωθεί διακρίνοντας πίσω απ’ τις γραμμές της τη φτώχεια και την ανεργία στη Γερμανία, αλλά και διαβάζοντας για τα όνειρα οικογενειακής ευτυχίας που πλάθει ο Τζόνι ή το πώς οραματίζεται ο Μάρτιν τη ζωή τη δική του και των γονιών του σε δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια, λέει ο πατέρας του. Πολλά μπορούν να έχουν συμβεί μέχρι τότε. Δε θα χρειαστεί να περάσει μια δεκαετία: Την ίδια εκείνη χρονιά, το 1933, ο Κέστνερ θα δει τα βιβλία του να καίγονται στις ναζιστικές πυρές. Λίγα χρόνια αργότερα η χώρα του θα σύρει την ανθρωπότητα σ’ έναν καταστροφικό παγκόσμιο πόλεμο. Αναπόφευκτα αναρωτήθηκα: Άραγε πόσα από εκείνα τα τίμια, καθαρά αγόρια της ιπτάμενης τάξης του μπόρεσαν να επιβιώσουν απ’ το μακελειό, κρατώντας μέσα τους ζωντανό κάτι από τον αγνό εαυτό των παιδικών τους χρόνων; Η λογοτεχνία ίσως να μην μπορεί να δώσει απάντηση σ’ αυτό. Μπορεί ωστόσο να κάνει το φως εκείνης της όμορφης, γεμάτης ελπίδα νιότης να ταξιδέψει ως το 2013 κι ακόμα παραπέρα, έστω κι αν η νιότη αυτή έχει από καιρό σβήσει, σαν τα μακρινά αστέρια που χαζεύει στο χριστουγεννιάτικο ουρανό ο μικρός Μάρτιν, ο χαρισματικός ήρωας της Τάξης που πετάει.


Αυτά για φέτος. Ραντεβού του χρόνου.

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Éric Puybaret, Τα κόκκινα ξυλοπόδαρα

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Αίσωπος, Αθήνα 2013 (από 4 ετών)

 



Προπαραμονές Χριστουγέννων, σε μια απογευματινή οικογενειακή εξόρμηση στην «Πολιτεία», μας περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη: τα Κόκκινα ξυλοπόδαρα του Éric Puybaret, δημιουργού του υπέροχου Φεγγαροσκεπαστή, άρτι εκδοθέντα από τον Αίσωπο. Η απόφαση ελήφθη πάραυτα: Αυτή θα ήταν η φετινή χριστουγεννιάτικη ανάρτηση!

Τα Κόκκινα ξυλοπόδαρα διαδραματίζονται σε μια παραμυθένια πόλη, τη Νεραλία, χτισμένη πάνω στο νερό. Οι κάτοικοί της μετακινούνται με ξυλοπόδαρα, κι ένας απ’ αυτούς, ο υπερβατικός, ιδιαίτερος Λεοπόλδος, φοράει τα ψηλότερα και πιο γερά ξυλοπόδαρα απ’ όλους, που τον οδηγούν σε ονειρικά όσο και μοναχικά ταξίδια πέρα και πάνω απ’ τον κόσμο των ανθρώπων. Κάπου εκεί χαμένος τη μέρα της μεγάλης γιορτής της Νεραλίας, δε θα αντιληφθεί ότι τα νερά έχουν καταστρέψει τα ξύλα που προορίζονταν για τη μεγάλη φωτιά των συμπολιτών του. Στην επιστροφή του στην πατρίδα του, όταν η μοναξιά του θα γίνει αβάσταχτη, ο Λεοπόλδος θα επιλέξει να κάνει μια μεγάλη θυσία για να κρατήσει ζωντανό το όνειρο των υπόλοιπων κατοίκων της Νεραλίας. Με τον τρόπο που μόνο οι ιδιαίτεροι, οι χαρισματικοί και οι απόκοσμοι μπορούν να θυσιάσουν ό,τι περισσότερο αγαπούν. Ίσως γιατί και, περισσότερο από κάθε άλλον, έχουν τη δύναμη να αντιληφθούν ότι συχνά, θυσιάζοντας ό,τι ακριβότερο έχεις, αντισταθμίζεις την απώλεια με κάτι ακόμα μεγαλύτερο κι ομορφότερο.

Αν τα κόκκινα ξυλοπόδαρα της ιστορίας χαρίζουν στον ήρωα μαγικά ταξίδια μακριά από τον πολύβουο κόσμο των ανθρώπων, στον αναγνώστη προσφέρουν εξίσου υπέροχες πτήσεις οπτικής πανδαισίας μέσα σε μια εικονογράφηση που, στο γνώριμο ύφος του Puybaret, θα μπορούσε να σταθεί ακόμα και ερήμην του όποιου κειμένου. Στο παρελθόν έχω πολλές φορές χαζέψει με τις ώρες κάποιες απ’ τις υπέροχες εικόνες του βιβλίου ανεβασμένες από τις εκδόσεις Edelvives στη σελίδα τους στο Facebook, κι όσο κι αν κάποτε αναζήτησα τη γραμμή μιας ιστορίας ανάμεσά τους, η αλήθεια είναι ότι δεν επέμεινα. Κι αυτό γιατί τα βιβλία του Puybaret σε πείθουν ότι η κινητήρια δύναμη, η αφετηρία τους, είναι πρωτίστως η εικόνα: αυτές οι μορφές που σαν μαριονέτες –όπως άλλωστε υποδηλώνουν και τα λεπτά σαν κλωστές ξυλοπόδαρά τους– περιπλανιούνται ανάμεσα σε πανύψηλα κτίρια και στους αιθέρες, στο φως της ημέρας και στο θάμπος της νύχτας, παραβιάζοντας κάποτε τα όρια της σελίδας. Η οπτικοποίηση ενός κόσμου ονειρικού που αρκεί να τον δεις για να πιστέψεις στην ύπαρξή του.

Στο Φεγγαροσκεπαστή άνθρωποι καρφωμένοι στη γη γύρευαν τρόπο να φτάσουν στον ουρανό για να πετύχουν ένα μεγάλο σκοπό. Εδώ η πορεία είναι η αντίστροφη. Ωστόσο τα βασικά παραμένουν πάντοτε ίδια: δηλαδή η τιμιότητα των προθέσεων των ηρώων, όπως και το μοναδικό ταλέντο αυτού του πολύ σπουδαίου δημιουργού.
 
[Πέρσι τέτοιες ημέρες ανακάλυψα ρετάλια της δικής μου ανάρτησης για το Φεγγαροσκεπαστή σε άλλο μπλογκ. Κολλημένα άτσαλα με άλλα ρετάλια, άλλων διαμελισμένων αναρτήσεων σαν και τη δική μου. Συμβαίνουν αυτά στο ίντερνετ, κι όταν αποφασίζεις να μοιραστείς τις σκέψεις σου μ' αυτό τον τρόπο, στην πράξη ξέρεις πως ελλοχεύει αυτός ο κίνδυνος. Ελπίζω να μη γίνει το ίδιο με τούτη την ανάρτηση. Κι όχι μόνο λόγω των ημερών.]

 

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης!

Εικονογράφηση: Λίλα Καλογερή, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 
 


Πριν από 116 χρόνια, τα Χριστούγεννα του 1897, χρονιάς που η χώρα μας ζούσε μια από τις μεγαλύτερες εθνικές της τραγωδίες, στη μακρινή Αμερική η μικρή Βιρτζίνια Ο’Χάνλον στέλνει ένα γράμμα σε μια ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα ζητώντας να της επιβεβαιώσουν την ύπαρξη ή μη του Αϊ-Βασίλη. Ο συντάκτης που αναλαμβάνει να της απαντήσει, έπειτα από πολλή σκέψη, και αφορμώμενος από μια προσωπική ανάμνηση, γράφει και δημοσιεύει στην εφημερίδα μια τεκμηριωμένη απάντηση που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του αγίου των παιδιών, αλλάζοντας για πάντα τη ζωή της μικρής Βιρτζίνια.

Κάπως έτσι ξεκινάει το βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου, το οποίο, εκκινώντας από την αληθινή και πολυαφηγημένη ιστορία της Βιρτζίνια, εστιάζει στη συνέχεια σε στιγμές από τη ζωή της ενήλικης πια ηρωίδας του, και μάλιστα στιγμές χριστουγεννιάτικες: η Βιρτζίνια δασκάλα, να προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την πίστη της για την ύπαρξη του Αϊ-Βασίλη στους μικρούς μαθητές της, η Βιρτζίνια μητέρα μιας μονογονεϊκής οικογένειας να μεγαλώνει με αγάπη και στοργή την κόρη της, η Βιρτζίνια να προσφέρει στήριξη, φιλοξενία και χείρα βοηθείας και αλληλεγγύης σε φτωχούς, κυνηγημένους και απόκληρους της κοινωνίας.

Η γραμμική –με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως στην περίπτωση της ανάμνησης του δημοσιογράφου– αφήγηση, σε συνδυασμό με την εστίαση σε στιγμιότυπα από τη ζωή της ηρωίδας, που προϋποθέτει σημαντικά χρονικά άλματα, δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα όχι μόνο να παρακολουθήσει την εξέλιξη του χαρακτήρα της αλλά και να αναδείξει τη συνέπεια με την οποία πορεύτηκε η Βιρτζίνια στη ζωή της, προβάλλοντας ταυτόχρονα, σαν σε τοιχογραφία, μια συνοπτική καταγραφή της ιστορίας του εικοστού αιώνα: δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, το κραχ του ’29, οι φυλετικές διακρίσεις σε βάρος των μαύρων στην Αμερική, η βία των πόλεων. Εικόνες από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, εφιαλτικά επίκαιρες. Το σκληρό πρόσωπο της ανθρωπότητας αντιστικτικά βαλμένο απέναντι στη χαρά των Χριστουγέννων. Και κάπου εκεί ανάμεσα η ελπίδα να ανατέλλει χάρη στο θετικό πνεύμα και την πίστη της Βιρτζίνια.

Η Βιρτζίνια Ο'Χάνλον κατέχει τον κεντρικό ρόλο στο βιβλίο, πλαισιωμένη από πρόσωπα που, όσο κι αν απασχολούν με την ιστορία τους ένα, το πολύ δύο κεφάλαια, δεν παύουν να επανέρχονται στη συνέχεια, έστω ως απλοί θεατές ή κομπάρσοι, με συνδετικό πάντα κρίκο την ίδια την πρωταγωνίστρια, η οποία τελικά κατορθώνει να αποδείξει έμπρακτα ότι ο Αϊ-Βασίλης όντως υπάρχει: ενσαρκωμένος στο δικό της πρόσωπο, πηγή παρηγοριάς, ελπίδας, γενναιοδωρίας και ανθρωπιάς. Για τον ίδιο άλλωστε λόγο είχε επιβεβαιώσει την ύπαρξη του αγίου στη μικρή Βιρτζίνια κι ο Φράνσις Τσερτς, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Σαν, το μακρινό 1897, ενθυμούμενος το φτερούγισμα ελπίδας που χάρισε σ’ ένα πλήθος δυστυχισμένων, τσακισμένων από τον πόλεμο παιδιών η δική του απρόσμενη παρουσία ανάμεσά τους.

Κι αν η αληθινή ιστορία του Φράνσις Τσερτς και της Βιρτζίνια Ο’Χάνλον, δυο ανθρώπων που, σημειωτέον, ποτέ δε συναντήθηκαν μεταξύ τους, μπόρεσε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία και όχι μόνο, τότε, με τη δική της σειρά, η λογοτεχνία χρωστάει και στους δυο τους το θαύμα μιας συνάντησης που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της ζωής τους. Μα και το άλλο θαύμα, αυτό στο οποίο με θέρμη πίστεψαν σ’ όλη τους τη διαδρομή. Στο βιβλίο του Παπαθεοδώρου θα τα δούμε να πραγματοποιούνται και τα δύο. Έστω και την ύστατη ώρα.

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Βασίλης Κουτσιαρής - Γιάννης Διακομανώλης, Αϊ-Βασίλης της χρονιάς!

Εικονογράφηση: Θέντα Μιμηλάκη, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2013 (από 6 ετών)

 
 

 
Είναι κάτι γονείς που δεν κρατάνε το στόμα τους κλειστό και, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, έτσι στα καλά καθούμενα, ξεφουρνίζουν στα παιδιά τους τη φρικτή αλήθεια πως Αϊ-Βασίλης δεν υπάρχει. Ο Άρης πάντως, ο ήρωας του βιβλίου που παρουσιάζω σήμερα, κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να κρατήσει ζωντανό το παραμύθι στην καρδιά του μικρού του γιου.

Έτσι, αποφασίζει να συμμετάσχει σ’ έναν πρωτότυπο διαγωνισμό που διοργανώνει ο δήμαρχος της πόλης του προκειμένου να ανακηρυχθεί Αϊ-Βασίλης της χρονιάς και να πραγματοποιήσει την επιθυμία του παιδιού του που θέλει να δει τον Αϊ-Βασίλη. Νικητής θα είναι ο διαγωνιζόμενος εκείνος που, ντυμένος Αϊ-Βασίλης, θα μοιράσει πρώτος τα δώρα του στην περιοχή της πόλης που του έχει ανατεθεί, κι ο ήρωάς μας, στον οποίο παρεμπιπτόντως θα λάχει να μοιράσει δώρα στη δική του γειτονιά, θα αποδυθεί σε ένα ξέφρενο κυνήγι με το χρόνο, στο οποίο θα έχει να αντιμετωπίσει, εκτός από τις παγίδες που του έχουν στήσει οι αντίπαλοί του, κι ένα σωρό άλλα εμπόδια και κακοτοπιές, με μεγαλύτερο αυτό που θα ανταμώσει στη στέγη του δικού του σπιτιού: έναν άλλο Αϊ-Βασίλη!

Μποϊκοτάζ; Παγίδα; Δολιοφθορά των αντιπάλων; Ή μήπως ένα ματαιωμένο παιδικό όνειρο που, χαμένο μέσα στο χρόνο, έρχεται, έστω κι ετεροχρονισμένα, να πραγματοποιηθεί; Μάλλον αυτό το δεύτερο, αφού η συνάντηση των δυο Αϊ-Βασίληδων πάνω στη στέγη όχι μονάχα θα γιατρέψει μια παλιά πληγή του Άρη, λύνοντας μια παρεξήγηση χρόνων, αλλά και θα υλοποιήσει με τον πιο συγκινητικό όσο κι αναπάντεχο τρόπο το όνειρο του μικρού Αλέξανδρου.

Μια τρυφερή ιστορία όπου η πραγματικότητα συναντά το παραμύθι κι ο ενήλικας το αιώνιο παιδί που κρατάει καλά κρυμμένο μέσα του. Κι όλα αυτά χάρη σε ένα έξυπνο συγγραφικό εύρημα που, όσο κι αν αργεί λίγο να εμφανιστεί στο ρου της ιστορίας, αφήνοντας τον ήρωα να ταλαιπωρηθεί αρκούντως από θυμωμένους σκύλους, πλακατζήδες γείτονες και λοιπά βάσανα, όταν αποκαλύπτεται, αλλάζει άρδην ρυθμούς κι ισορροπίες, προτεραιότητες κι επιθυμίες. Έντονη η παρουσία του κόκκινου και χιουμοριστικά στοιχεία στην εικονογράφηση, σ’ ένα βιβλίο που θα συγκινήσει με το απρόβλεπτο φινάλε του μικρούς και μεγάλους.