Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Αλέξης Κυριτσόπουλος, Οι περιπέτειες της Ρόζας

Εκδόσεις Ίκαρος και Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2013 (για όλες τις ηλικίες)






Μέσα στο 2012 ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μας χάρισε δύο εξαιρετικά βιβλία τα οποία, εκκινώντας από την επιθυμία του να φέρει τα παιδιά σε επαφή με το έργο σημαντικών Ελλήνων ποιητών, μας ταξίδεψαν, με μοναδικό το καθένα τρόπο, στην ποίηση πρώτα του Γιώργου Σεφέρη και κατόπιν του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο Λίγο ακόμα, βιβλίο εμπνευσμένο από την ποίηση του Σεφέρη, βάλθηκε να περιηγηθεί, μέσα από μια εικαστική και ταυτόχρονα παιδική οπτική, τους βασικούς τόπους της σεφερικής μυθολογίας. Εξαιρετικά δύσκολη απόπειρα κατά τη γνώμη μου, μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη βαθιά ιστορική και υπαρξιακή οδύνη του έργου του Σεφέρη και στην άδολη παιδικότητα του πρωταγωνιστή του παραμυθιού. Κι όμως, ο Κυριτσόπουλος, χωρίς να πέσει στην παγίδα της ανθολόγησης, κατόρθωσε να αναδείξει μέσα από χαραμάδες φωτός τη λανθάνουσα αισιοδοξία του σεφερικού κειμένου, με τον μικρό ήρωά του ν’ ανταμώνει στο τέλος της περιπλάνησής του την πολυπόθητη γαλήνη. Στα Βεγγαλικά, πάλι, η αφήγηση απέκτησε πιο ενεργό ρόλο, σε μια απόπειρα παρουσίασης αυτή τη φορά της ποιητικής, της αντίληψης δηλαδή περί καλλιτεχνικής δημιουργίας, του Εγγονόπουλου: Ο ποιητής είναι ο συλλέκτης εικόνων, εμπειριών και υλικών, και ταυτόχρονα ο τεχνίτης, ο κατασκευαστής, ο μεταποιητής του απτού σε ομορφιά, του υλικού σε άυλο. Συνοδεύοντας τον κεντρικό ήρωά του στο ταξίδι αναζήτησης των υλικών του μέσα στον κόσμο, ο Κυριτσόπουλος επισκέπτεται ποιήματα και σταχυολογεί στιγμές από το έργο του Εγγονόπουλου που υπηρετούν την κεντρική του ιδέα. Η γραμμικότητα του Λίγο ακόμα εδώ δίνει τη θέση της σε μια πιο συνεκτική αφήγηση, λόγω και του κομβικού ρόλου των βεγγαλικών στην ιστορία – κι αυτό γίνεται ορατό ακόμα και στο επίπεδο της εικονογράφησης, όπου αναδύεται ένας συμπαγής κόσμος λαμπερής ομορφιάς.


 





















Πριν από λίγο καιρό, τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς συμπληρώθηκαν από ένα τρίτο, τις Περιπέτειες της Ρόζας, με αφορμή αυτή τη φορά την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Εδώ παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός μικρού κοριτσιού που βλέπει τους παιδικούς της χιονάνθρωπους να μεταμορφώνονται σε άγριους πολεμιστές, τη βαρυχειμωνιά να διαδέχεται την αναιμική καλοκαιρία, κι εκεί, μες στην καταιγίδα, την ελπίδα να ανατέλλει μέσα απ’ το πέταγμα μιας πεταλούδας. Είναι το πρώτο ίχνος της άνοιξης, κι αυτό θα κυνηγήσει επίμονα η μικρή Ρόζα -όνομα δηλωτικό ενδεχομένως και αυτής της αγωνιστικής της διάθεσης-, βρίσκοντας εντέλει καταφύγιο σ’ ένα παλιό αρχοντικό, το σπίτι μιας γηραιάς κυρίας – σε μια τέταρτη διάσταση όπου η μοναξιά και η εγκατάλειψη του γήρατος, πολιορκούμενη από τους οδυνηρούς εφιάλτες και τις αναμνήσεις μιας πρότερης, βασανισμένης ζωής, βρίσκει επιτέλους διέξοδο στο ανοιξιάτικο φως.

Στη Ρόζα ο Κυριτσόπουλος κάνει ένα βήμα παραπέρα σε σχέση με τα προηγούμενα δύο βιβλία του: Εδώ οι λέξεις μοιάζουν να δίνουν τη σκυτάλη της κατεξοχήν αφήγησης στις εικόνες. Ψιχία στίχων γίνονται η αφορμή, το έναυσμα, για ένα πολύχρωμο ταξίδι σ’ όλους τους τόπους και τις εποχές, τα αισθήματα και τις διαθέσεις της ποίησης του Ρίτσου, ποιητή πληθωρικού αλλά και άνισου, στρατευμένου αλλά και βαθιά λυρικού, εξωστρεφή αλλά και υπαρξιακά ανήσυχου. Είναι αυτή ακριβώς η πολυμορφία και αντιφατικότητα του έργου του που επιχειρεί να αποτυπώσει ο Κυριτσόπουλος. Κι αν κανείς θα πίστευε ότι η εξαντλητική ανθολόγηση θα μπορούσε να συνδράμει σε μια ολοκληρωμένη αποτύπωση της ποίησης του Ρίτσου, οι Περιπέτειες της Ρόζας τον διαψεύδουν. Οι λέξεις, χαρακτηριστικές, συμβολικές κι ωστόσο οι απολύτως απαραίτητες, στήνουν τον καμβά. Κι επάνω εκεί έρχεται να ξεδιπλωθεί ένας ολόκληρος ποιητικός κόσμος φιλοτεχνημένος από εικόνες. Γιατί εδώ η εικόνα, εύπλαστη, εύγλωττη, ενίοτε πολύσημη, δε δείχνει απλώς: είναι αυτή που αφηγείται, πλέκει ιστορίες, στήνει ανατροπές, γεννά περιπέτεια. Με αφηγηματική συνέπεια και χειμαρρώδη λυρισμό. Με καταιγιστική δράση και αμείωτη συναισθηματική ένταση. Όχι ερήμην της ποίησης, αλλά απόλυτα συντονισμένη με το πλουσιότατο ποιητικό υλικό του Μονεμβασιώτη ποιητή. Μεγεθύνοντας, πλαταίνοντας, βαθαίνοντας, προεκτείνοντάς το. Προβάλλοντάς το μέσα στο χώρο και στο χρόνο: αγώνες και ήττες, προσδοκίες και ματαιώσεις, ελπίδες και διαψεύσεις, φως και σκοτάδι, άνοιξη και χειμώνας, η μαχητικότητα της νιότης και η παραίτηση του γήρατος. Όλα εδώ, σε μια παράλληλη πορεία με την προσωπική, περιπετειώδη ζωή του ποιητή.

Αίσθησή μου διαβάζοντας τη Ρόζα ήταν ότι, βιβλίο με το βιβλίο, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, στη βόλτα του μες στα ποιήματα, φαίνεται να βρίσκει έναν ολοένα και πιο σταθερό, γεμάτο αυτοπεποίθηση βηματισμό. Προσεκτικός πάντα ακροατής κι ευαίσθητος παρατηρητής, αλλά δημιουργός κι ο ίδιος που, μακριά από εμμονές και αναστολές, χαράζει τα δικά του μονοπάτια, φέρνοντας μέσα από θραύσματα στίχων στην επιφάνεια χρώματα κι εικόνες που λανθάνουν μέσα τους και πλάθοντας με αυτά τις δικές του ιστορίες.

Δεν ανήκω σε κείνους που θα πουν ότι τα βιβλία του «θα μάθουν την ποίηση στα παιδιά». Η ποίηση κατά τη γνώμη μου δε μαθαίνεται, δε διδάσκεται, είναι μια απόλυτα προσωπική συνάντηση του αναγνώστη με το κείμενο. Αυτό ωστόσο που θα προσφέρουν σίγουρα τα ποιητικά παραμύθια του Κυριτσόπουλου στους μικρούς αναγνώστες τους είναι η συνειδητοποίηση των απρόσμενων συγκινήσεων που χαρίζει η περιπλάνηση μέσα στους στίχους και μια αίσθηση, μια αύρα αυτού που αντιπροσωπεύει ο κάθε ποιητής. Κι ακόμα, θα τους δώσουν την ευκαιρία να αντιληφθούν τη γόνιμη, δημιουργική σχέση που μπορούν να αναπτύξουν διαφορετικές τέχνες εμπνεόμενες και αντλώντας η μία από την άλλη. Αν και, εδώ που τα λέμε, ο Κυριτσόπουλος, όπως και ο Sendak, και ο Jeffers, και ο Tan, και όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στο παιδικό κοινό αλλά και σε μας τους ενήλικες, ξυπνώντας μέσα μας εκείνο τον λησμονημένο παιδικό εαυτό που ανακαλύπτει τρελαμένος από χαρά ένα μυστικό πέρασμα πίσω απ’ τα λουλούδια στο παρτέρι της αυλής, μια αναπάντεχη κρυψώνα κάτω απ’ τα δέντρα του κήπου, μια μικρή εσοχή που παρατείνει τη διαδρομή στη σκάλα του σπιτιού. Τι κι αν η κατάληξη είναι γνώριμη, τι κι αν η τοπιογραφία παραμένει απαράλλαχτη – αυτό που εντέλει μετράει είναι το απρόσμενο της διαδρομής κι η ολωσδιόλου νέα οπτική που αυτή σου χαρίζει.

Κατά τα λοιπά, τόσο ο παιδικός όσο κι ο ενήλικος εαυτός μου περιμένουν εναγωνίως το επόμενο βιβλίο της σειράς, με την ελπίδα ότι, όπως μέχρι τώρα, όλες μου οι αναγνωστικές προσδοκίες θα διαψευστούν από κάτι που για μιαν ακόμα φορά θα τις υπερβεί χαράζοντας μέσα σ’ ένα γνώριμο ποιητικό τοπίο ένα απρόσμενο και πιθανότατα μέχρι τη στιγμή της ανάγνωσης εντελώς αόρατο μονοπάτι.

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Λιάνα Δενεζάκη, Μία κόκκινη κλωστή κι ένα παρδαλό νησί!

Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2011 (από 4 ετών)

 
 



Δυο νησιά – το ένα υποταγμένο στην αρμονία της μουσικής, το άλλο παραδομένο στο παιχνίδι των χρωμάτων. Και δυο παιδιά – ο ένας ονειροπαρμένος ζωγράφος, η άλλη ρομαντική μουσικός. Μόνο που, για κακή τους τύχη, κι οι δυο γεννήθηκαν στο λάθος τόπο: στο νησί του αγοριού η πολυχρωμία είναι αιτία διωγμού και χλεύης, το ίδιο και η μουσική στο νησί του κοριτσιού. Μια μέρα τα δυο παιδιά παίρνουν των ομματιών τους και εγκαταλείπουν τον τόπο τους με πυξίδα την κόκκινη κλωστή των παραμυθιών. Θα συναντηθούν μεσοπέλαγα κι η συνάντησή τους αυτή θα γίνει η αιτία οι δυο τους κόσμοι να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο και να μάθουν να συνυπάρχουν αρμονικά.

Μια ιστορία για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και στη συνύπαρξη, αλλά και για την ανεξάντλητη ομορφιά των ήχων και των εικόνων, γραμμένη και εικονογραφημένη από τη Λιάνα Δενεζάκη, η οποία δεν καταφεύγει σε σχηματικά δίπολα του τύπου «καλό-κακό», αλλά επιλέγει δυο απ’ τα πιο όμορφα συστατικά της ζωής μας, τη μουσική και το χρώμα, για να οικοδομήσει δυο συμπαγείς, απόλυτους στα πιστεύω τους και εχθρικά διακείμενους μεταξύ τους κόσμους. Δείχνοντας έτσι ότι ακόμα και τα όμορφα πράγματα, όταν ακολουθούν την οδό του απόλυτου, καταλήγουν να μεταλλαχτούν από πηγές χαράς σε κολαστήριο για οποιονδήποτε δεν μπορεί να ευθυγραμμιστεί με τη λογική τους. Οι ήρωες της ιστορίας μας ωστόσο, αν και μαύρα πρόβατα στον τόπο τους, όταν συναντηθούν κι ανακαλύψουν ο καθένας ότι το νησί του άλλου είναι ακριβώς το μέρος που αντιπροσωπεύει τις δικές του κλίσεις και τα δικά του ενδιαφέροντα, δεν καταφεύγουν στην απλοϊκή λύση της… ανταλλαγής πατρίδων. Ίσα ίσα, αυτό που ξυπνάει μέσα τους είναι η αγάπη κι η νοσταλγία για τον δικό τους τόπο, καθώς ό,τι άφησαν πίσω, όσο κι αν τους πλήγωσε και τους απόδιωξε, γίνεται πηγή έμπνευσης και δημιουργικής έκφρασης.

Η λύση στην ιστορία μας τελικά έρχεται από την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού, η οποία φέρνει πιο κοντά τα δυο νησιά και τους κατοίκους τους. Μια κόκκινη κλωστή πάντως που δεν είναι ένας από μηχανής Θεός ο οποίος ως διά μαγείας δίνει διέξοδο στα προβλήματα των ηρώων. Είναι, ας μην ξεχνάμε, εκτός από παράγοντας της λύσης, και βασικό συστατικό της δέσης της ιστορίας, αφού πιασμένοι από αυτή φεύγουν οι δυο μικροί ήρωες από τα νησιά τους σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Έτσι, πέρα από το προφανές αυτοαναφορικό της στίγμα, αποκαλύπτει και μια μάλλον τραυματική και οδυνηρή πραγματικότητα: ότι, στον κόσμο των «απόλυτων» και «μοναδικών» αληθειών που έχουμε την ατυχία να ζούμε, συχνά μόνο η συνειδητή «απόδραση» στο παραμύθι, ή έστω η υιοθέτηση μιας εναλλακτικής, ονειρικής, παραμυθένιας οπτικής, μπορεί να μας απαλλάξει από τη σκλαβιά της μονοτονίας που αυθαίρετα επιβάλλεται στις ζωές μας. Στο παραμύθι, βλέπετε, όλα είναι εφικτά: τα εμπόδια κατανικούνται ή παραμερίζονται βολικά· η ομορφιά πάντα κερδίζει τη μάχη· και τα αντίθετα ζουν αρμονικά.

Η Λιάνα Δενεζάκη έχει την τύχη να γράφει και να ζωγραφίζει η ίδια τις ιστορίες της. Κατά κάποιον τρόπο έχει υπερβεί το διχασμό ανάμεσα στην αρμονία των λέξεων και στην πολυχρωμία των εικόνων. Έτσι, στο βιβλίο της βλέπουμε να μπλέκονται χρώματα απαλά και χρώματα έντονα, λέξεις χρωματιστές και μελωδικές ρίμες, ετερόκλητες γραμματοσειρές και κυματιστές νότες, με την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού, πανταχού παρούσα, να τα τυλίγει όλα τρυφερά και μαγικά, φτιάχνοντας έναν όμορφο κόσμο όπου εντέλει βασιλεύουν παρέα η αρμονία των χρωμάτων κι η πολυχρωμία των ήχων.