Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Oliver Jeffers, Αυτό το ελάφι είναι δικό μου

Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 4 ετών)

 
 
 
Πριν από δέκα περίπου μήνες, σε μια από τις πρώτες μου αναρτήσεις σ’ αυτό εδώ το μπλογκ, εξέφραζα τον ενθουσιασμό μου για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του Oliver Jeffers στα ελληνικά και διατύπωνα την ευχή ο Ίκαρος, ο εκδοτικός οίκος που τον έκανε γνωστό στην Ελλάδα τη δύσκολη εκδοτικά χρονιά του 2012, να μας χαρίσει στο μέλλον σε εξίσου φροντισμένες εκδόσεις τα άπαντα του σπουδαίου αυτού παραμυθά (εδώ). Και πριν καλά καλά καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός από την κυκλοφορία του Ουπς, ο Ίκαρος βάλθηκε να κάνει την ευχή τη δική μου και πολλών άλλων φανατικών αναγνωστών του Jeffers πραγματικότητα εκδίδοντας το νέο βιβλίο του, με τον τίτλο Αυτό το ελάφι είναι δικό μου.

Ήρωας του βιβλίου ο Γουίλι, ο οποίος αποφασίζει να μετατρέψει σε κατοικίδιο ένα ελάφι, δίνοντάς του ένα όνομα της αρεσκείας του και διδάσκοντάς το μια σειρά από κανόνες συμπεριφοράς. Ώσπου μια μέρα κάνει την εμφάνισή της από το πουθενά μια γηραιά κυρία που περιπλέκει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ελαφιού! Ο Γουίλι παθαίνει σοκ, παρατάει σύξυλους ελάφι και προγενέστερη ιδιοκτήτρια και, πάνω στη φούρια του, βρίσκεται μόνος στη μέση του πουθενά, τυλιγμένος μ' ένα χιλιομπερδεμένο σκοινί, ανήμπορος να αντιδράσει. Ποιος θα τον βγάλει από τη δύσκολη θέση; Μα φυσικά το ελάφι, το οποίο, καταπώς φαίνεται, έχει εμπεδώσει τους κανόνες που του δίδαξε ο αφέντης του. Είναι όμως έτσι; Είναι η σχέση ιδιοκτησίας και υποτέλειας αυτή που καθορίζει τη συμπεριφορά του ελαφιού ή μήπως η συνειδητή επιλογή του να κάνει αυτό που του υπαγορεύει η ελεύθερη βούλησή του – η οποία τυχαίνει να εφάπτεται με κάποιους απ’ τους κανόνες του Γουίλι; Μάλλον το δεύτερο. Κάπως έτσι ο Γουίλι αποδέχεται το αυτονόητο: το δικαίωμα του άλλου να ορίζει τον εαυτό του και τις επιλογές του καταπώς του κάνει κέφι, κι ας παραμονεύουν στο δρόμο του πολλοί ακόμα πρώην «ιδιοκτήτες»...

Ένα εύστοχο σχόλιο του Oliver Jeffers πάνω στο τι μας ανήκει και τι όχι, πάνω στο δικαίωμα του άλλου να ορίζει ελεύθερα τον εαυτό του – και ταυτόχρονα μια αλληγορία γύρω από την αυθαιρεσία με την οποία ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τη φύση και την άγρια ζωή. Μια άγρια ζωή η οποία, αν κρίνουμε από τη στάση του ελαφιού απέναντι στον ανήμπορο Γουίλι, δεν είναι απειλητική ή εχθρική, ούτε στερείται αισθημάτων αλληλεγγύης και αγάπης. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που παρερμηνεύει, παραβλέπει, παρανοεί. Εκείνος που θέτει κανόνες ερήμην, που προσπαθεί να ορίσει και να ερμηνεύσει συμπεριφορές με βάση τα δικά του δεδομένα.

Ο Jeffers για μιαν ακόμα φορά ενορχηστρώνει λόγια, εικόνες, ακόμα και γραμματοσειρές, χωρίς να αφήνει τίποτα στην τύχη, πλάθοντας μια ιστορία που, παρά την προφανή της λιτότητα και την απουσία κάθε μορφής εκζήτησης, κατορθώνει, κινούμενη σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, να ξαφνιάσει, να υπονομεύσει, να ανατρέψει, να σαρκάσει. Έτσι, στο επίπεδο της πλοκής, η αλλόκοτη επιθυμία του ήρωα να μετατρέψει το ελάφι σε υπάκουο, πιστό κατοικίδιο ακυρώνεται στην πορεία όχι από τη βίαιη αντίδραση του ίδιου του ζώου αλλά από την εμφάνιση περισσότερων του ενός «ιδιοκτητών». Μάλιστα, όπως αφήνει να εννοηθεί και η τελευταία σκηνή του βιβλίου, όσο αυξάνεται ο αριθμός των επίδοξων ιδιοκτητών, τόσο αποδυναμώνεται στη συνείδηση του αναγνώστη η ιδέα περί ιδιοκτησίας του ελαφιού και άλλο τόσο αυτονομείται το ίδιο. Εξάλλου, γι' άλλη μια φορά σε βιβλίο του Jeffers κείμενο και εικονογράφηση δε συμπίπτουν, αν όχι ως προς τα γεγονότα, πάντως σίγουρα ως προς τις αποχρώσεις τους. Έτσι, στο λεκτικό κομμάτι τα γεγονότα παρουσιάζονται από την οπτική του Γουίλι, με τον τρόπο που τα βλέπει και τα ερμηνεύει αυτός και μόνο. Η εικονογράφηση, από την άλλη, προβάλλει μια ελαφρώς διαφοροποιημένη και ουδέτερη πραγματικότητα, που τουλάχιστον σε επίπεδο ερμηνείας των συμβάντων ακυρώνει τον αβάσταχτο υποκειμενισμό του ήρωά μας. Μια εικονογράφηση που κι αυτή κινείται σε δυο τελείως διαφορετικά, αλληλοϋπονομευόμενα επίπεδα: στο φόντο άγρια τοπία, δανεισμένα από τους πίνακες του Alexander Dzigurski, και πάνω τους, παράταιρες, σχεδόν απρόσκλητες, οι γνωστές αφαιρετικές φιγούρες του Jeffers με τα λεπτά σαν ξυλαράκια πόδια, σε μια κραυγαλέα αντίστιξη της άγριας φύσης και των προθέσεων του μικροσκοπικού, καθωσπρέπει Γουίλι να την εξημερώσει. (Για μια ματιά στην εικονογράφηση πηγαίνετε εδώ.) Ταυτόχρονα, η χρήση, πέραν της κανονικής, και μιας «χειρόγραφης» γραμματοσειράς, η οποία χρησιμοποιείται, εκτός από τα συννεφάκια των διαλόγων, και για τη γραπτή αποτύπωση των κανόνων που βάζει ο Γουίλι στο ελάφι, καταδεικνύει την παιδιάστικη αυθαιρεσία αυτών των δεύτερων. Τέλος, δε λείπουν οι αναφορές σε παλιότερα βιβλία του συγγραφέα, αποτυπωμένες στη σειρά των εικόνων οι οποίες ξεπηδούν μες στο μυαλό του Γουίλι όταν αναζητά λύση σωτηρίας από τη δυσχερή θέση στην οποία έχει περιέλθει παγιδευμένος στο σκοινί του.

Και ετούτη τη φορά η βόλτα μας στον κόσμο του Jeffers αποδεικνύεται πολύπλευρη, απολαυστική, συναρπαστική, άκρως γοητευτική. Κι αυτό γιατί ο Ιρλανδός παραμυθάς, χωρίς να εγκαταλείπει το χαρακτηριστικό λιτό, έως ελλειπτικό, ύφος του και το ιδιαίτερο εικαστικό του στίγμα, κατορθώνει και πάλι να ξεφύγει απ’ τη μανιέρα, την επανάληψη, το αναμάσημα, το ναρκισσισμό, χαρίζοντάς μας ένα βιβλίο που θα διαβάσουμε και θα ξαναδιαβάσουμε άπειρες φορές μες στους επόμενους μήνες – και πάντως τουλάχιστον μέχρι την έκδοση του επόμενου!

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Έχω για συμμαθητή έναν πειρατή

Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)





Μια οικογένεια καλών πειρατών –γιατί ναι, υπάρχουν και τέτοιοι, κι αν δε με πιστεύετε, σας παραπέμπω σε παλιότερο βιβλίο του συγγραφέα– ρίχνουν άγκυρα σ’ ένα λιμάνι κι αποφασίζουν να στείλουν το γιόκα τους τον Μπελαμή σχολείο. Ο μικρός, με πειρατική περιβολή κι όλες τις συναφείς συνήθειες, δε γίνεται δεκτός με τρελό ενθουσιασμό από τ’ άλλα παιδιά. Μονάχα ένας συμμαθητής του, ο αφηγητής της ιστορίας μας, κάνει την υπέρβαση και βεβαίως αποζημιώνεται. Γιατί ο Μπελαμής είναι παιδί απ’ τα λίγα: ξύπνιος, ταλαντούχος, πολύξερος, πάνω απ’ όλα καλός φίλος. Ο αφηγητής μας κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να βοηθήσει το πειρατόπουλο να γίνει αποδεκτό από την υπόλοιπη τάξη. Και τελικά τα καταφέρνει. Όχι μεταμορφώνοντάς το σε κάτι άλλο από αυτό που είναι, αλλά δίνοντας την ευκαιρία στους φίλους του να ανακαλύψουν πόσο συναρπαστικό μπορεί να είναι το να έχεις φίλο έναν πειρατή!


Στο πρόσωπο του πειρατή ο συγγραφέας πετυχαίνει να συμπυκνώσει ιδανικά μια σειρά από χαρακτηριστικά τα οποία στην ουσία καλύπτουν όλο το φάσμα των συναισθημάτων που γεννά το διαφορετικό: έτσι, ο Μπελαμής διαθέτει ανοίκεια εμφάνιση, που επισύρει χλεύη και κοροϊδία· κουβαλάει μια καραβιά προκαταλήψεις και φήμες περί το άτομο και την ιδιότητά του, που σκορπούν το φόβο και τον πανικό· έχει διαφορετικές συνήθειες, που γίνονται αντικείμενο αρνητικού σχολιασμού – και οι οποίες, εδώ που τα λέμε, συχνά είναι προσχηματικές δικαιολογίες για να εξακολουθήσουμε να απορρίπτουμε άκριτα και μετά βδελυγμίας ό,τι δε θυμίζει ακριβώς την εικόνα μας στον καθρέφτη. Ταυτόχρονα βέβαια το διαφορετικό, το άγνωστο, κρύβει και μια μοναδική γοητεία. Είναι ένας άλλος κόσμος, συχνά εφαπτόμενος με τα όνειρά μας, που περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψουμε. Κι όταν οι προκαταλήψεις, οι αβάσιμοι φόβοι και τα αρνητικά σχόλια μπαίνουν στην άκρη, η μαγεία του καινούριου μάς συνεπαίρνει. Έτσι κι εδώ, η καθημερινότητα του μικρού πειρατή μετατρέπεται σε κανονικό πανηγύρι για τους φίλους του όταν αποφασίζουν να τη γνωρίσουν. (Αλήθεια, εσείς μπορείτε να μου βρείτε έστω κι ένα παιδί που να μην έχει ονειρευτεί τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να βρεθεί κουρσάρος σε πειρατικό καράβι;)


Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση επιτρέπει στο συγγραφέα να υιοθετήσει την παιδική οπτική του ήρωά του, κάνοντας εξαρχής ξεκάθαρο πως στον παιδικό κόσμο, όσο κι αν έχει αλλοιωθεί από το δηλητήριο των ενήλικων φόβων και προκαταλήψεων, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά και άμεσα κι οι ιστορίες καταδικασμένες να έχουν καλό τέλος. Όσο για τ’ όνομα του πειρατή, το οποίο εμένα τουλάχιστον το πρώτο πράγμα που μου έφερε στο νου ήταν το γνωστό άσμα του Μπιθικώτση, αυτό ας πούμε ότι αποτελεί ένα κλείσιμο του ματιού σ’ εμάς τους μεγάλους, με την αναφορά τόσο στο γαλλικό «Bel Ami» όσο και στον –υπαρκτό ιστορικά– γενναιόδωρο πειρατή Samuel Bellamy. Η γνωστή πειρατοεικονογράφος Ναταλία Καπατσούλια, η οποία μας έχει χαρίσει στο παρελθόν και την εξαιρετική εικονογράφηση των βιβλίων του πειρατή Περπερούα, ξαναχτυπά εδώ με εικόνες που ταιριάζουν γάντι στο ύφος του συγγραφέα, συνδυάζοντας χαριτωμένα παιδικότητα και χιουμοριστική διάθεση.


Και, για να προσγειώσουμε την ιστορία του Αντώνη Παπαθεοδούλου στην τρέχουσα πραγματικότητα, ομολογώ ότι μου φαίνεται κομματάκι δύσκολο να βρούμε εύκαιρο κάποιον πειρατή για συμμαθητή των παιδιών μας, το σίγουρο πάντως είναι ότι στα ελληνικά σχολεία θα ανακαλύψουμε πολλούς μικρούς μαθητές που, όσο κι αν δεν κουβαλάνε στα μπαγκάζια τους την αχλή κάποιου συναρπαστικού κουρσάρικου μύθου, έχουν τον τρόπο να χαρίσουν στα βλαστάρια μας τη χαρά της γνωριμίας με νέους, γοητευτικούς κόσμους.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Κι οι ιστορίες μεταναστεύουν

Εικονογράφηση: Διατσέντα Παρίση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (από 6 ετών)





Η Φαουζέγια είναι ένα μικρό κορίτσι που αναγκάζεται να μεταναστεύσει μαζί με τους γονείς του από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα. Ερχόμενη στην Ελλάδα, χάνει όχι μονάχα τους φίλους της και τις συνήθειές της αλλά και το αγαπημένο της χελιδόνι που έχει χτίσει τη φωλιά του στην αυλή του σπιτιού της στην Αίγυπτο και με το οποίο μοιράζεται τις δικές της ιστορίες. Στην Ελλάδα όλα φαντάζουν δύσκολα για τη μικρή: οι συνθήκες διαβίωσης, οι συνήθειες, τα φαγητά, οι ανθρώπινες σχέσεις, η γλώσσα και κυρίως η γραφή. Ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στη νέα της γειτονιά στην Αθήνα ο φίλος της το χελιδόνι. Η γλώσσα της λύνεται, οι ιστορίες της αποκτούν ζωή στο χαρτί, οι Έλληνες συμμαθητές της γίνονται κι αυτοί φίλοι με τον φτερωτό μετανάστη. Το ταξίδι του χελιδονιού πάνω απ’ τη Μεσόγειο επιτρέπει και στις ιστορίες να ταξιδέψουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη, φέρνοντας ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής πιο κοντά.

Μια ανθρώπινη ιστορία, ειπωμένη με πηγαία διάθεση, χωρίς αφοριστικό πνεύμα και διδακτισμούς, από το Βαγγέλη Ηλιόπουλο. Όλα είναι εδώ: ο ξεριζωμός, η ανέχεια, οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών, η νοσταλγία, η μοναξιά, η δυσκολία του παιδιού να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, αλλά και το πείσμα για επιβίωση, οι ενθαρρυντικές, φιλικές συμπεριφορές του περιβάλλοντος -αντίβαρο στις όποιες αρνητικές στάσεις-, οι ιδιαίτεροι κώδικες επικοινωνίας των παιδιών, η λαχτάρα της μικρής να μοιραστεί καταβολές, μνήμες, συναισθήματα με τους νέους, αλλιώτικους και κάποτε καχύποπτους κι επιθετικούς φίλους. Το χελιδόνι είναι ο συνδετικός κρίκος της Φαουζέγια με την πατρίδα της, με τις αναμνήσεις της, με τον κόσμο που άφησε πίσω της. Ταυτόχρονα, όντας αποδημητικό πτηνό, έχοντας δυο τόπους κατοικίας, δυο πατρίδες, γίνεται και ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη Φαουζέγια και στους συμμαθητές της, γκρεμίζοντας γλωσσικούς φραγμούς και πολιτιστικές διαφορές. Έχει μάθει άλλωστε να ζει και εδώ και εκεί, να δένεται με τους ανθρώπους, όπου κι αν ζουν αυτοί. Το ταξίδι του πάνω από τη Μεσόγειο δημιουργεί έτσι ένα νοερό δίκτυο όπου ιστορίες, αισθήματα και σκέψεις πάνε κι έρχονται, συναντιούνται, διασταυρώνονται, φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά.

Η εικονογράφηση της Διατσέντας Παρίση αποτυπώνει αρκετά πειστικά και ατμοσφαιρικά σκηνές από την πατρίδα της Φαουζέγια, όπως και τα αισθήματα νοσταλγίας που κυριεύουν τη μικρή και το πολιτισμικό σοκ του ερχομού της στην Ελλάδα. Και προς το τέλος της ιστορίας, εκεί που η ποιητική διάθεση του συγγραφέα δίνει τη σκυτάλη εξολοκλήρου στην εικόνα, η φαντασία της εικονογράφου γεμίζει τον ουρανό της Μεσογείου με ένα ιπτάμενο δίκτυο από γράμματα, ιστορίες και παιδιά που ταξιδεύουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη ευτυχισμένα κι ελεύθερα. Ακριβώς σαν το χελιδόνι-μετανάστη της μικρής Φαουζέγια!


Οι δικοί μας φτερωτοί μετανάστες, τα χελιδόνια που έφτιαξαν πριν από λίγα χρόνια
 τη φωλιά τους στο γκαράζ του σπιτιού μας αλλά μας ξέχασαν την τελευταία τριετία.

 

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Ιωάννα Μπαμπέτα, Η νταντά μου

Εικονογράφηση: Φωτεινή Τίκκου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 2 ετών)

 
 
 
 
Νταντά μου μέσα από μια απλή ιστοριούλα μιλάει στα πολύ μικρά παιδιά για ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους, εξοικειώνοντάς τα με τις ιδιαιτερότητές του.

Στην ιστοριούλα μας, ειπωμένη σε πρώτο πρόσωπο, μαθαίνουμε για τις πολλές ώρες απουσίας των εργασιομανών γονιών της μικρής πρωταγωνίστριας, ώρες που περνάει στο σπίτι παρέα με την αλλοδαπή νταντά της. Η μικρή γνωρίζει πως νταντά είναι μια δουλειά και πως η κοπέλα που την προσέχει ζει μεν μαζί με αυτή και τους γονείς της αλλά δεν είναι μέλος της οικογένειας και κάποια στιγμή θα φύγει από κοντά τους. Ωστόσο, παρότι φαίνεται να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα των πραγμάτων και παρά το γεγονός ότι οι γονείς της της δείχνουν με κάθε τρόπο την αγάπη τους και φροντίζουν να περνάνε ποιοτικά τον κοινό τους χρόνο, η μικρούλα μας καταρρέει όταν ένα ωραίο πρωί η αγαπημένη της νταντά φεύγει από κοντά της. Κλαίει, χάνει το κέφι της, αδιαφορεί για τη νέα κοπέλα που αναλαμβάνει τη φροντίδα της. Ως την ημέρα που ένα γράμμα την πληροφορεί ότι η νταντά της επέστρεψε στην πατρίδα της γιατί ήρθε η ώρα να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια.

Η Νταντά μου είναι ένα βιβλίο που μιλάει για πράγματα για τα οποία συχνά οι γονείς δυσκολεύονται ή διστάζουν να μιλήσουν στα παιδιά, για πράγματα που ενδεχομένως θεωρούν αυτονόητα ή και περιττά. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η υιοθέτηση ενός παιδικού τόνου στο ύφος δίνουν στο κείμενο αμεσότητα και επιτρέπουν την εύκολη ταύτιση των μικρών αναγνωστών με την πρωταγωνίστρια, συνεπικουρούμενες από τη ζωηρή, ευχάριστη εικονογράφηση. Είναι σίγουρο ότι πολλά παιδάκια θα αναγνωρίσουν στα εξαντλητικά ωράρια των γονιών της αφηγήτριας τα ωράρια και των δικών τους γονιών. (Ελπίζω πολλά από αυτά να βρουν κάτι από τη δική τους καθημερινότητα και στο γεγονός ότι ο μπαμπάς κι η μαμά της ηρωίδας αφιερώνουν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους στο παιδί τους – παρόλο που δεν είμαι σίγουρη ότι η πραγματικότητα είναι πάντοτε τόσο ρόδινη…) Όσο για τη συναισθηματική έκρηξη που προξενεί η φυγή της νταντάς, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια συνειδητή συγγραφική επιλογή, που οδηγεί στην κλιμάκωση των συναισθημάτων της μικρής αλλά και επιτρέπει την αποφόρτισή της μέσα από τη γνώση που της παρέχει μόνο η λυτρωτική πληροφορία της επιστολής: η πράξη της νταντάς μπορεί να είναι αναμενόμενη, ωστόσο στο κεφάλι του μικρού κοριτσιού δικαιολογείται μόνο από την ανάγκη ενός άλλου παιδιού, του δικού της, να την έχει κοντά του και να εισπράξει την αγάπη και τη φροντίδα της. 

Και μη σας ξαφνιάζει το γεγονός ότι αμέσως μετά το παιδάκι παίρνει απ’ το χέρι τη νέα νταντά του και φεύγουν για την παιδική χαρά. Έτσι είναι τα παιδιά. Μια ειλικρινής εξήγηση είναι συχνά το μόνο που έχουν ανάγκη για να πάνε παρακάτω. Η ζωή ανοίγεται μπροστά τους κι είναι τόσο δύσκολο να αντισταθούν στο ορμητικό κάλεσμά της. Όσο για την παρακαταθήκη αγάπης που έχουν εισπράξει, αυτή ποτέ δε χάνεται, ακόμα κι αν λείψουν από κοντά τους οι άνθρωποι που απλόχερα τους τη χάρισαν.