Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Geoffroy de Pennart, Η πριγκίπισσα, ο δράκος κι ο ατρόμητος ιππότης

Μετάφραση: Κατερίνα Τριανταφύλλου, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2012

 
 


 
 
Είναι ένας από τους αγαπημένους μου. Και ο πρώτος για τον οποίο έγραψα στο μπλογκ. Ήθελα, βλέπετε, να μιλήσω για τα βιβλία του, για την αλησμόνητη εκείνη στιγμή που το μάτι μου έπεσε, μες στο παιδικό τμήμα της Πολιτείας, στον Καλόκαρδο λύκο. Θυμάμαι το ακριβές ράφι, την ακριβή ώρα της ημέρας, πάνω απ’ όλα το κύμα ενθουσιασμού που με κατέλαβε όταν ξεφύλλισα το βιβλίο. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Κάπως έτσι ένιωσα και με το The Great Paper Caper ενάμιση χρόνο αργότερα, αλλά, τι να τα λέμε, η πρώτη αγάπη είναι αυτή που τελικά σε καθορίζει.

Περί έρωτος ο λόγος και στο βιβλίο του Geoffroy de Pennart που θα παρουσιάσω σήμερα, ένα βιβλίο που εκδόθηκε στην Ελλάδα το 2012 και που μας ταξιδεύει στα χρόνια των πριγκιπισσών, των δράκων και των ιπποτών μιλώντας μας για έναν έρωτα αγνό και ποιητικό που κατανικάει κάθε εμπόδιο. Φυσικά, όπως πάντα, ο συγγραφέας αφορμάται από το γόνιμο έδαφος της παράδοσης, την οποία βεβαίως μας σερβίρει αρκούντως πειραγμένη! Έχουμε λοιπόν και λέμε: Μια πριγκίπισσα που εργάζεται ως δασκάλα και διαθέτει κάμποση ευφυΐα, καπατσοσύνη και δυναμισμό. Ένας δράκος ελαφρώς μπουνταλάς, προστάτης και υπηρέτης της πριγκίπισσας. Κι ένας ιππότης παράτολμος μεν και γενναίος, αλλά και αφελής, επιπόλαιος και κοκορόμυαλος.

Το στόρι: Ο παράτολμος ιππότης μας, ονόματι Ιούλιος, βλέπει από μακριά το γερο-δράκο Αργύρη σκυμμένο στο παράθυρο του σχολείου όπου διδάσκει η πριγκίπισσα και παρεξηγεί τις προθέσεις του. Του ορμάει, τον χτυπάει –μάλλον ελαφρά–, κι όταν αντιλαμβάνεται το λάθος του, σπεύδει να βρει ένα θεραπευτικό βότανο για να γιατρέψει τις πληγές του τραυματία, με τις ευλογίες του γερο-δράκου, που στην πραγματικότητα διαθέτει τεράστια αποθέματα του περί ου ο λόγος φαρμάκου αλλά θέλει να ξεφορτωθεί με συνοπτικές διαδικασίες το παλικάρι. Ο τρελούτσικος ιππότης αγνοεί όλες τις συμβουλές και προειδοποιήσεις που του δίνει η πριγκίπισσα για τους κινδύνους που θα συναντήσει στο δρόμο του, κάνει του κεφαλιού του, μπλέκει σε μύριες περιπέτειες, αλλά στο τέλος επιστρέφει όχι μονάχα σώος –αν και κομματάκι τσαλακωμένος–, αλλά και αποφασισμένος να εξομολογηθεί τον έρωτά του στη νεαρά!

Τις περιπέτειες και τις κουτουράδες του Ιούλιου εμείς τις παρακολουθούμε εξ αποστάσεως, παρέα με την πριγκίπισσα και τον Αργύρη. Ταυτόχρονα ακούμε τα σχόλιά τους, που μας δίνουν την ευκαιρία να διαπιστώσουμε τη σταδιακή μεταστροφή τους. Έτσι, η πριγκίπισσα, ενώ στην αρχή αντιμετωπίζει περιφρονητικά τον αφελή ιππότη εκτοξεύοντας δηλητηριώδη σχόλια για την ευφυΐα του, σταδιακά γοητεύεται από τον παράτολμο χαρακτήρα του και από τα κατορθώματά του, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα την απάτη του πονηρού Αργύρη. Ο δράκος, από την άλλη, ενώ αρχικά παριστάνει το θύμα, στην πορεία αποδεικνύεται ότι είναι ο εν δυνάμει θύτης, αφού έχει άνευ λόγου στείλει τον ιππότη να αντιμετωπίσει θανάσιμους κινδύνους με στόχο να τον ξεφορτωθεί – κι εδώ έχω την αίσθηση ότι ο Pennart υπονομεύει ως ένα βαθμό τη δική του συγγραφική πρακτική στο χτίσιμο των χαρακτήρων σε παλιότερα βιβλία του, αφού το αρχικό ξάφνιασμα από το γεγονός ότι ο δράκος είναι άκακος διαδέχεται ένα δεύτερο, με την αποκάλυψη του υποχθόνιου, εκδικητικού χαρακτήρα του.

Εκεί που πραγματικά ο Pennart δίνει ρέστα είναι στην αποτύπωση των περιβόητων κινδύνων που ανταμώνει στο δρόμο του ο ήρωάς του: φαγανόσαυροι, αγριόσκυλα, βατραχαγριάνθρωποι, αραχνοδοντιασμένες, μυρμηγκανθρωποφάγοι, ό,τι παράδοξο πλάσμα βάζει ο νους είναι εκεί έτοιμο να τον κατασπαράξει. Πώς τα βγάζει πέρα ο Ιούλιος; Θα σας γελάσω. Μάλλον από κεκτημένη ιπποτική ταχύτητα, αν και ο συγγραφέας δεν μπαίνει στον κόπο να μας το αναλύσει ιδιαίτερα. Ίσως επειδή τα παραμύθια μάς έχουν τόσες και τόσες φορές εξιστορήσει αναλυτικά τα πολεμικά κατορθώματα των γενναίων ιπποτών ώστε να μην αξίζει να μας προσφέρει κι εδώ ο Pennart μια απ’ τα ίδια.

Όπως και να έχει, το Η πριγκίπισσα, ο δράκος κι ο ατρόμητος ιππότης είναι ένα βιβλίο που θέτει εν αμφιβόλω πολλές, υποτίθεται, ακλόνητες αξίες, τουλάχιστον όπως μας έχουν σερβιριστεί διαχρονικά: Το ιπποτικό ιδεώδες, για παράδειγμα, τσαλακώνεται αρκούντως, καθώς ο συγγραφέας θέτει κάποια στιγμή το δίλημμα «ήρωας ή τρελός;». Η άνευ όρων αφοσίωση του γερο-δράκου ως απόρροια γνήσιων συναισθημάτων αποδεικνύεται εντέλει ότι μάλλον εκκινεί από τη διάθεσή του για βόλεμα σε μια κατάσταση την οποία θέλει να διατηρήσει αδιατάρακτη πάση θυσία. Όσο για τον έρωτα, αυτός ναι, μπορεί τελικά να κερδίζει τη μάχη, και μάλιστα διαβαίνοντας το γνώριμο μονοπάτι του ηρωισμού και της αυταπάρνησης, ωστόσο μην ξεχνάμε ότι τουλάχιστον από τη μεριά της πριγκίπισσας δεν είναι έρωτας με την πρώτη ματιά. Άλλωστε στις μορφές των δυο ερωτευμένων έρχονται να προσωποποιηθούν απ' τη μια η παράδοση, με την εμμονή σε συγκεκριμένες αξίες και ιδεώδη, και απ' την άλλη το μοντέρνο, με την έξοδο της γυναίκας από το σπίτι, την έμφαση στις πνευματικές της ικανότητες και την ανάληψη πρωτοβουλιών από μέρους της.

Βέβαια, η αγάπη όλα τα μπορεί – ακόμα και να φέρει κοντά δυο τόσο αλλιώτικους ανθρώπους. Κι έτσι, η δικαιοσύνη, ο έρωτας και το καλό στο τέλος θριαμβεύουν όπως πάντα, αν και αυτό που δίνει τη χαρά στον αναγνώστη –μικρό ή μεγάλο– είναι το ωραίο όσο και παράδοξο ταξίδι που μας χαρίζει μια γραφή χαριτωμένα υπονομευτική και μια εκφραστική, γεμάτη κωμικά στοιχεία εικονογράφηση. Άλλωστε, μην ξεχνιόμαστε, με βιβλίο του Geoffroy de Pennart έχουμε να κάνουμε…

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Παναγιώτης Τσιρίδης, Ο Ευτύχιος Καλλέργης και η συλλογή με τους εφιάλτες

Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 10 ετών)


 
 
Ένα γνώριμο αφηγηματικό τέχνασμα εφαρμόζει στο βιβλίο του ο Παναγιώτης Τσιρίδης για να μας μιλήσει για τους εφιάλτες και για τον τρόπο με τον οποίο αυτοί μπορούν να επηρεάσουν ή και να αλλάξουν εξολοκλήρου τη ζωή μας: εμφανίζει τον αφηγητή του βιβλίου του ως αποδέκτη μιας συλλογής εφιαλτών την οποία του εμπιστεύεται ο καταγραφέας τους, ένας γηραιός κύριος, κάτοικος της γειτονιάς του, ο Ευτύχιος Καλλέργης, τον οποίο μας παρουσιάζει στο εισαγωγικό του κεφάλαιο.

Ο κύριος Ευτύχιος είναι παλαιοπώλης, συλλέκτης παλιών αντικειμένων. Επειδή ο ίδιος δε βλέπει όνειρα, γίνεται και συλλέκτης των ονείρων των άλλων, και κυρίως των εφιαλτών των παιδιών της γειτονιάς. Μέσα από τη συλλογή και την ανάγνωση των ξένων εφιαλτών, ο κύριος Ευτύχιος αρχίζει κι ο ίδιος να βλέπει όνειρα. Αλλά και τα παιδιά στα οποία κάποια μέρα θα διαβάσει το αλλόκοτο αυτό κείμενο ο αφηγητής του βιβλίου θα μπορέσουν χάρη στη συλλογή του γέρου παλαιοπώλη να διηγηθούν και τα ίδια τους εφιάλτες που βασανίζουν τον ύπνο τους και να ανακουφιστούν από αυτούς.

Τι είναι όμως αυτή η Συλλογή με τους εφιάλτες; Πρόκειται για τις παιδικές αφηγήσεις δώδεκα εφιαλτών και μιας αληθινής ιστορίας η οποία μοιάζει απελπιστικά με εφιάλτη κι αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα κλείσιμο του ματιού, μια ευφυή υπόμνηση από το συγγραφέα του τρόπου με τον οποίο μια δυσάρεστη πραγματικότητα μετασχηματίζεται στο κεφάλι του παιδιού σε εφιάλτη στην προσπάθειά του να την απωθήσει.

Και οι δεκατρείς αφηγήσεις, γραμμικές, απλές στη μορφή, χτισμένες από σύντομες φράσεις, όπως ταιριάζει στον παιδικό λόγο, περιγράφουν εφιάλτες που στην πλειονότητά τους έχουν ταλαιπωρήσει τα περισσότερα παιδικά μυαλά: εγκλωβισμός σε κάποια αδιέξοδη κατάσταση, μια μορφή καταδίωξης, αγωνία για τις εξετάσεις –το αγαπημένο μου!–, κάποιος κίνδυνος τον οποίο φαίνεται να αντιλαμβάνεται μόνο ο πρωταγωνιστής του ονείρου, σε αντίθεση με το περιβάλλον του, το οποίο αντιμετωπίζει το γεγονός με απάθεια κ.ο.κ.

Φυσικά, από τις αφηγήσεις έχουν απαλειφθεί στοιχεία προφορικότητας τα οποία ενδεχομένως θα κούραζαν ή θα αποδιοργάνωναν τον αναγνώστη. Επιπλέον, ο συγγραφέας συνειδητά εστιάζει στην υφολογική ομοιομορφία των παιδικών αφηγήσεων ως εργαλείο για την πειστική αποτύπωση τόσο των εφιαλτών όσο και της ατμόσφαιρας που τους περιβάλλει. 

Ο συγγραφέας επιλέγει τον ενεστώτα για το τμήμα των ιστοριών στο οποίο περιγράφεται ο εφιάλτης. Με την επιλογή αυτή, και σε συνδυασμό με τις κοφτές φράσεις του κειμένου, επιτείνεται ο αγωνιώδης ρυθμός της αφήγησης και αποτυπώνεται πειστικά η αναβίωση από την πλευρά του παιδιού τόσο του εφιάλτη όσο και των συναισθημάτων που ξαναφέρνει στην επιφάνεια η λεκτική του ανάπλαση. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης παρασύρεται από την αμεσότητα της -πρωτοπρόσωπης- αφήγησης, εύκολα ταυτίζεται με τον ήρωα της εκάστοτε ιστορίας, συμπάσχει μαζί του κι ανακαλεί δικές του παρόμοιες εμπειρίες από εφιάλτες.

Το ξύπνημα, πάλι, από τον εφιάλτη σηματοδοτεί και το πέρασμα από τον ενεστώτα στον αόριστο. Η χρήση παρελθοντικού χρόνου εδώ υποδηλώνει τη συναισθηματική αποστασιοποίηση του παιδιού με το πέρας της περιγραφής του εφιάλτη και την επιστροφή του στην πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση δίνεται μια σύντομη περιγραφή των συνθηκών με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπος ξυπνώντας ο εκάστοτε μικρός αφηγητής: των προσώπων που είναι κοντά του, των αντιδράσεών τους, αλλά και των φυσικών συνθηκών που επικρατούν στο χώρο στον οποίο κοιμήθηκε. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αιτία του εφιάλτη εδράζεται στις φυσικές συνθήκες – υπερβολική ζέστη, παρουσία εντόμων κτλ. Σε άλλες υπονοείται μέσα από στοιχεία της συμπεριφοράς των γονιών του παιδιού τόσο απέναντι στο ίδιο όσο και του ενός προς τον άλλο. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η αφήγηση μας αφήνει συχνά με ένα ερωτηματικό, αφού αρνείται να απαντήσει με σαφήνεια αν ο παιδικός φόβος είναι πραγματικός ή συνέπεια κάποιου συγκυριακού γεγονότος.
 
Δε νομίζω άλλωστε ότι το αποκλειστικό ζητούμενο είναι να αποδοθούν ευθύνες ή να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα αίτια. Ο συγγραφέας θέλει κυρίως να μας δώσει να καταλάβουμε ότι οι εφιάλτες είναι ο μηχανισμός αποφόρτισής μας από εσωτερικές εντάσεις,  ενδόμυχους φόβους και ανασφάλειες, ο τρόπος που έχει ο ανθρώπινος νους να αποδιώχνει ό,τι τον βαραίνει, έστω και μεταμφιεσμένο. Γι' αυτό και η λεκτική αναβίωση των εφιαλτών μας λειτουργεί ως ένα είδος κάθαρσης, σαν ξόρκι, που μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε, ενδεχομένως και να θεραπευτούμε από όσα μας βασανίζουν. 

Δεν ήταν λίγες οι φορές πάντως που διαβάζοντας τη συλλογή του κύριου Ευτύχιου διέκρινα στους εφιάλτες των παιδιών στοιχεία που λόγω αδιαφορίας, επιπολαιότητας ή ελλιπούς πληροφόρησης έχουμε αφήσει να νοθεύσουν τα παιδικά μυαλά, για παράδειγμα σκηνές από ταινίες βίας, σχηματικές, συναισθηματικά φορτισμένες εκδοχές ιστορικών γεγονότων, απουσία κοινής αντίληψης στον τρόπο διαχείρισης της παιδικής συμπεριφοράς κ.ο.κ., τα οποία γιγαντώνουν τα ερωτηματικά, οξύνουν τις εντάσεις και ενισχύουν τους παιδικούς φόβους. Και, χωρίς να διαφωνώ στο ελάχιστο με τα όσα λέει ο κύριος Ευτύχιος Καλλέργης στην επιστολή του προς τον αφηγητή στο τέλος του βιβλίου για την ιαματική, εξισορροπητική αξία των εφιαλτών στη ζωή μας, συνειδητοποιώ ότι μας βαραίνει κι εμάς τους γονείς ικανή δόση ευθύνης για παιδικά άγχη, αγωνίες κι ανασφάλειες που θα μπορούσαν να λείπουν αν στις πιο ανύποπτες στιγμές της καθημερινότητάς μας είχαμε σταθεί λίγο πιο προσεκτικοί.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Ιωάννα Μπαμπέτα, Ο βασιλιάς λύκος

Εικόνες: Μυρτώ Δεληβοριά, σειρά "Μικρές καληνύχτες", Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)

 
 

Οι λύκοι μαζεύονται να εκλέξουν βασιλιά. Στόχος να βρεθεί ο πιο κακός απ’ όλους, ο οποίος θα είναι και ο καταλληλότερος για τη θέση. Διάφοροι θρασείς τύποι ανεβαίνουν στο βήμα διεκδικώντας την αρχηγία: ο λύκος που έφαγε την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά της, ένας άλλος, που καταβρόχθισε διαμιάς έξι κατσικάκια, κι ένας τρίτος, αυτός που γκρέμισε τα σπίτια των δύο από τα τρία γουρουνάκια. Καθένας προβάλλει την υπέρμετρη κακία του, την αδυσώπητη λαιμαργία του, το θυμό του ή την τεχνογνωσία που διαθέτει. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, το εκλογικό σώμα, ανακαλώντας τα φινάλε των παραμυθιών στα οποία πρωταγωνίστησαν οι επίδοξοι αρχηγοί, όλα άκρως εξευτελιστικά για τους ίδιους, τους βγάζει εκτός κούρσας ηγεσίας. Ώσπου ένα λυκάκι προτείνει να εκλέξουν βασιλιά όχι τον πιο κακό, αλλά τον πιο καλό. Ποιος λύκος όμως είναι αυτός που διαθέτει τόση καλοσύνη;
Ο καλόκαρδος λύκος, θα μου πείτε. Όχι, αυτός είναι από άλλο παραμύθι. Όπως και τα τρία μικρά λυκάκια – κι αυτά σε άλλες σελίδες ενδημούν. Η καλοσύνη των λύκων δεν είναι πράγμα ασυνήθιστο στην παιδική λογοτεχνία τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, τα στερεότυπα ανατρέπονται και η ανατροπή αυτή γίνεται το όχημα για τη γνωριμία με μια εναλλακτική εκδοχή της πραγματικότητας. Μόνο που στο Βασιλιά λύκο η ανατροπή δεν επέρχεται μέσα από τη ρήξη με τα παραδοσιακά παραμύθια. Ίσα ίσα, εδώ τα ίδια τα παραμύθια στην κλασική τους μορφή γίνονται ο δούρειος ίππος  με τον οποίο η συγγραφέας αποδεικνύει εκ των ένδον ότι οι αυτοπροβαλλόμενοι ως φοβεροί και τρομεροί λύκοι δεν είναι άλλο από ξεδοντιασμένα, ηττημένα ζωάκια. Υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η κακία, ο θυμός κι η μισαλλοδοξία είναι η Κερκόπορτα των λεγόμενων ισχυρών, φέρνοντας πίκρα, αντιπάθεια κι άγρια, αβάσταχτη μοναξιά. Ότι οι διηγήσεις για ηρωικά κατορθώματα του παρελθόντος συχνά δεν είναι άλλο από σκέτα παραμύθια, κι η επίδειξη ισχύος ένα εφεύρημα πανούργων πολιτικάντηδων, σκέτο προπέτασμα καπνού για να αποκοιμηθούν τα πλήθη.
Ανάλαφρο, ευχάριστο κείμενο, που δεν αποφεύγει πάντως να πει δυσάρεστες αλήθειες. Έντονη η παρουσία ομοιοκατάληκτων λέξεων, που πετυχαίνουν να δώσουν έμφαση σε ενδιαφέρουσες νοηματικές συζεύξεις (π.χ., ότι ξέρεις την αλήθεια αν διαβάζεις παραμύθια), χωρίς από την άλλη η συγγραφέας να εγκλωβίζεται στο ανηλεές κυνήγι της μορφικής ή μετρικής πειθαρχίας με το χωρισμό του κειμένου σε στίχους.
Λύκοι σε όλα τα σχέδια, μεγέθη και χρώματα από τη Μυρτώ Δεληβοριά, που μετατρέπει μια μάλλον γκρίζα προεκλογική λυκομάζωξη σε ένα πολύχρωμο σόου γεμάτο μικρόφωνα, επιτραπέζια παιχνίδια, κουκλοθέατρα και λοιπά οπτικά εφέ, όπως η εικαστική –και διόλου ρεαλιστική– ενσωμάτωση των περασμένων «κατορθωμάτων» των λύκων στον τρέχοντα χρόνο της αφήγησης.
 
Όσο για το φινάλε, μπορεί να μη μας κάνει γνωστό το όνομα του νέου βασιλιά, πάντως μας διαβεβαιώνει ότι αν γυρεύεις καλοσύνη θα τη βρεις μονάχα στην ανόθευτη παιδική ψυχή. Το αν βέβαια η συγκεκριμένη λυκοπαρέα, εκτός από καλοσύνη, βρήκε στα λυκόπουλά της και ηγετικά χαρίσματα δεν ξέρω να σας το πω. Αυτό, όπως θα ’λεγε κι η συγγραφέας, είναι άλλο παραμύθι…