Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ζίγκριντ Λάουμπε - Μαρία Μπλαζεγιόφσκι, Ο παππούς πετάει

Μετάφραση: Χαρά Στρώνη, Εκδόσεις Κάστωρ, Αθήνα 2000 (από 5 ετών)


Μερικές φορές τα βιβλία έρχονται και σε βρίσκουν μ' έναν τρόπο απρόσμενα αποκαλυπτικό. Ξυπνούν μέσα σου σκέψεις κι αισθήματα που δεν υπολόγιζες ότι έμεναν εκεί, τόσο καλά φυλαγμένα, ανέγγιχτα από τη διάβρωση του χρόνου και την -αναπόφευκτη- μετάλλαξη που επιφέρει η προσγείωση στην ενηλικίωση. Το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε και με βρήκε ένα ήσυχο κυριακάτικο πρωινό, δώδεκα χρόνια μετά την έκδοσή του. Βλέπετε, όταν είχε πρωτοβγεί, εγώ ούτε παιδιά είχα ούτε παιδικά βιβλία διάβαζα. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα πείτε. Εγώ απλώς είπα ευτυχώς που μικροί εκδότες όπως ο Κάστωρ πρόλαβαν να μας χαρίσουν τέτοια αριστουργήματα.

Ένας παππούς κατάκοιτος, με αδύναμη καρδιά, ανήμπορος. Και δίπλα του ένας εγγονός, ο Βάλεντιν, που του κρατά το χέρι και του υπόσχεται πως αν καταφέρει να γίνει ανάλαφρος σαν πουλί θα τον πάρει μαζί του σε μια βόλτα στον κόσμο. Το θαύμα συντελείται κι οι δυο τους ξεκινούν το μαγικό τους ταξίδι πάνω από δέντρα, χωριά, λιβάδια, δάση. Ο παππούς παραδίνεται στη μαγεία των αισθήσεων: στο θρόισμα του ανέμου, στα παιχνιδίσματα του φωτός, στο άγγιγμα του νερού, στο μεθυστικό άρωμα και στη γεύση των φρούτων, στους ήχους του δάσους, στην παρατήρηση των εντόμων και των ζουζουνιών, στα χρώματα των λουλουδιών. Άλλοτε χαρούμενος κι άλλοτε συγκινημένος, άλλοτε ανέμελος κι άλλοτε περήφανος. Και τόσο όμορφος που, όπως λέει ο εγγονός του, έχει στο πρόσωπό του ένα ουράνιο τόξο. Το τέλος της μέρας φέρνει σύννεφα στον ουρανό και βαραίνει τις κινήσεις του παππού, που, αποκαμωμένος, κλείνει τα μάτια, ήρεμος πια και χαμογελαστός και με το χέρι του πάντοτε μες στο χέρι του εγγονού του.

Ένα ποιητικό βιβλίο για τη ζωή και για το θάνατο. Για την αγάπη παππού κι εγγονού, που γίνεται η κινητήρια δύναμη για το ταξίδι στο όνειρο, κάνοντας εφικτό το αδύνατο. Ο παππούς θέλει μα δεν μπορεί. Ο εγγονός, πάλι, και θέλει και μπορεί. Είναι η ορμητικότητα, η σφοδρότητα της επιθυμίας της παιδικής ηλικίας που κατορθώνει να κάνει τον παππού να πετάξει για να γευτεί με όλη τη δύναμη των αισθήσεών του, έστω για τελευταία φορά, τη χαρά της ζωής. Και είναι η πηγαία αισιοδοξία και η αστείρευτη χαρά του παιδιού αυτή που θα μετατρέψει το θαυμαστό τους ταξίδι σε ένα απέραντο πανηγύρι χρωμάτων, ήχων, αγγιγμάτων, αρωμάτων και γεύσεων, όπου ο χρόνος, εξόριστος, επιβραδύνεται για να αφήσει απερίσπαστες τις αισθήσεις να μεταγγίσουν στον παππού λίγη από την παιδική ανεμελιά, τη δίψα για ζωή του εγγονού Βάλεντιν.

Η αφήγηση στο τέλος του βιβλίου προτιμάει να υπονοήσει παρά να πει. Το πουλί που πετάει παίρνει μαζί του τη μέρα και συνειρμικά μάς οδηγεί να σκεφτούμε το φτερούγισμα της ψυχής του παππού προς το θάνατο. Μόνο που, κλείνοντας τα μάτια παντοτινά, ο παππούς παίρνει μαζί του την όμορφη εκδρομή και το τραγούδι του κότσυφα που πετάει κι αυτό ψηλά μαζί του.

Η ονειρική εικονογράφηση της Μαρία Μπλαζεγιόφσκι κινείται με μια έμπνευση που την οδηγεί πέρα από το κείμενο, όχι σχολιαστικά, αλλά επιτείνοντας την ποιητική, υπερβατική διάθεσή του. Έτσι, όταν παππούς κι εγγονός ξεκινούν το ταξίδι τους στους αιθέρες, τους βλέπουμε γαντζωμένους σε μια πολύχρωμη ομπρέλα. Οι εξημμένες αισθήσεις τους απ' όλα τα θαυμαστά που θ' ανταμώσουν στο δρόμο τους αποτυπώνονται οπτικά με τη μεγέθυνση των πλασμάτων της φύσης, των λουλουδιών και των φρούτων ή με την εικαστική μεταμόρφωση του Βάλεντιν και του παππού άλλοτε σε πουλιά, άλλοτε σε ιπτάμενους καβαλάρηδες γιγαντιαίων ακρίδων, άλλοτε σε ταξιδευτές μέσα σε θάλασσες λουλουδιών. Μόνο που η επανερχόμενη φιγούρα του παππού αμίλητου, με κλειστά μάτια και ένα μελαγχολικό μειδίαμα στα χείλη σε κάποιες σελίδες λειτουργεί ως υπενθύμιση της αναπότρεπτης πραγματικότητας. Στο προτελευταίο σαλόνι, ντυμένοι στα μελαγχολικά χρώματα του σούρουπου και της επερχόμενης καταιγίδας, παππούς κι εγγονός είναι ξαπλωμένοι στα σύννεφα. Ο μικρος μπρούμυτα, με το χαμογελαστό, γεμάτο περιέργεια και προσμονή πρόσωπό του στραμμένο σε όλα τα επερχόμενα θαύματα της μελλοντικής ζωής του. Ο παππούς ανάσκελα, λίγο πιο ψηλά, με τα μάτια κλειστά. Ήδη φευγάτος.

Κλείνοντας το βιβλίο, ξανάριξα μια ματιά στην εικόνα του εξώφυλλου: ένας παππούς με αγγελικά φτερά αναπαύεται τρισευτυχισμένος μέσα σ' ένα γιγαντιαίο κατακόκκινο λουλούδι κι ο χαμογελαστός εγγονός κρατάει το μίσχο με τα δικά του φτερά παραμάσχαλα. Και δεν μπόρεσα παρά να μακαρίσω κάθε τυχερό παππού που φεύγει για το μεγάλο ταξίδι προλαβαίνοντας να κλείσει μέσα στο είναι του τόση απέραντη ομορφιά, τόση αστείρευτη ζωή, τόσες μεθυστικές αισθήσεις όσες χωράνε σε μια μικρή παιδική παλάμη.  

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Μελίνα Καρακώστα, Η πριγκίπισσα των λέξεων

Εικονογράφηση Γιώργος Σγουρός, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008 (από 7 ετών)

 
 
Η Άννα λατρεύει τις ιστορίες. Και μάλιστα τις αληθινές, αυτές που ακούει από τους ανθρώπους στο σπίτι της, στους δρόμους, στη στάση του λεωφορείου, στα καταστήματα. Με τα βιβλία, αντιθέτως, δεν τα πάει σπουδαία. Οι λέξεις εκεί μέσα φαντάζουν αργόσυρτες και δίχως φωνή, τρομακτικές. Της αρέσει να της τα διαβάζουν άλλοι, αλλά δύσκολα πια βρίσκει πρόθυμους αναγνώστες. Ένα απόγευμα που οι γονείς και η γιαγιά της λείπουν απ' το σπίτι, πέφτει στα χέρια της ένα βιβλίο που της έχει αγοράσει η μαμά της κι έχει τον τίτλο Η πριγκίπισσα των λέξεων. Τη λαχτάρα της να βρεθεί κάποιος να της το διαβάσει διαδέχεται η έκπληξη όταν βλέπει το κοριτσάκι που απεικονίζεται στο εξώφυλλο να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια της. Η φιγούρα από το βιβλίο αυτοσυστήνεται ως πριγκίπισσα των λέξεων, οδηγεί την Άννα σε ένα γοητευτικό παιχνίδι με τα γράμματα και τις ανεξάντλητες δυνατότητές τους, ενώ παράλληλα της αφηγείται μια ιστορία για το πώς τα βιβλία δεν είναι φυλακές των λέξεων αλλά το μέσο που βρήκαν οι μαγικές ιστορίες να διασώζουν τη μοναδικότητά τους μέσα στο χρόνο.
 
Το πέρασμα από την ακρόαση στην ανάγνωση ιστοριών είναι μια συναρπαστική υπόθεση. Μόνο που, για αρκετά παιδιά, ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη χάσκει ένα πελώριο κενό, που μετατρέπει την απόλαυση σε βασανιστήριο. Ίσως γιατί κανείς δεν έχει μπει στη διαδικασία να τους μιλήσει για το αέναο παιχνίδι των γραμμάτων, ούτε για το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος τους ως θεματοφυλάκων της γνώσης και της φαντασίας. Ίσως γιατί την εκπαίδευσή τους έχει αναλάβει ένα σύστημα που αρνιέται να συνδέσει εαυτό με τη χαρά της ανακάλυψης, μην πω με τη χαρά εν γένει. Η Άννα, για παράδειγμα, δεν είναι ένα αδιάφορο παιδί. Αγαπάει τις ιστορίες, γαντζώνεται ακόμα κι από κουβέντες που ακούει στο δρόμο, αναζητώντας σε αυτές νέες εμπειρίες και ακούσματα.Η στρέβλωση στο κεφάλι της αφορά αποκλειστικά και μόνο το γραπτό κείμενο. Και μάλιστα το γραπτό κείμενο ως κάτι άψυχο, απρόσωπο και αβάσταχτα μοναχικό. Γιατί η Άννα μέσα από το άκουσμα ιστοριών αναζητά και μια παρέα, μια ανθρώπινη επαφή. Είναι το μοναχοπαίδι της πόλης, εγκλωβισμένο σ' ένα σπίτι γεμάτο πολυάσχολους ενήλικες, που οι δουλειές κι οι υποχρεώσεις τους δεν τους αφήνουν πολύ χρόνο να αφιερώσουν στη μικρή. Έτσι, η μοναχική ανάγνωση βιβλίων στο δωμάτιό της γίνεται στο μυαλουδάκι της η εύκολη λύση, το πάρκιν στο οποίο την παρατάνε οι δικοί της για να την ξεφορτωθούν. 
 
Η πριγκίπισσα των λέξεων, με τον αβίαστο, παιχνιδιάρικο τρόπο της, έρχεται να καλύψει το χάσμα ακρόασης-ανάγνωσης, μετατρέποντας τη δεύτερη σε πανηγύρι. Ταυτόχρονα, βοηθάει την Άννα να ανακαλύψει στα βιβλία παρέες και ζωντανούς χαρακτήρες που θα την κάνουν να ξεχάσει τη μοναξιά της. Στο τέλος της ιστορίας, όταν η μαμά πηγαίνει στο δωμάτιο της Άννας το βράδυ να της διαβάσει το βιβλίο, η μικρή της απαντάει ότι το έχει ήδη διαβάσει. Κι αυτή η κουβέντα είναι απολύτως διφορούμενη: άραγε η Άννα διάβασε και μόνη της την ιστορία αφού αποχωρίστηκε από την πριγκίπισσα ή μήπως κι η ίδια η συνάντηση με την πριγκίπισσα δεν ήταν άλλο από το ζωντάνεμα μιας συναρπαστικής ιστορίας, προϊόν της αναγνωστικής απόλαυσης μιας εξημμένης παιδικής φαντασίας; Ανεξάρτητα απο αυτό, η φίλη μας στο φινάλε αντιλαμβάνεται ότι ακόμα και ως αναγνώστρια μπορεί να βρει παρέα σε πρόθυμους ακροατές, όπως η μαμά της. Γι' αυτό και της διαβάζει την ιστορία η ίδια, σε μια αντιστροφή των ρόλων αναγνώστη-ακροατή. 
 
Η πανέξυπνη εικονογράφηση ακολουθεί κατά βήμα τα γλωσσικά παιχνίδια της πριγκίπισσας, σκορπώντας εδώ κι εκεί γράμματα και λέξεις, "χτίζοντας" από λέξεις μορφές, λουλούδια, αστέρια, καρδιές, αερόστατα κι ό,τι άλλο βάλει ο νους, ζωντανεύοντας με χειμαρρώδη τρόπο την ποιητική ιστορία της πριγκίπισσας και παρασύροντας την Άννα, μαζί κι εμάς, σε μια βουτιά στο μαγικό κόσμο της γλώσσας.

Η Πριγκίπισσα των λέξεων είναι ένα βιβλίο όχι μονάχα για τη φιλαναγνωσία, αλλά και για τις παιδικές ανασφάλειες, τη μοναξιά, την ανάγκη ενός παιδιού για συντροφιά, διέξοδο, νέες, συναρπαστικές εμπειρίες. Μια έξυπνη, τρυφερή ιστορία από μια συγγραφέα που δε βρίσκεται πια κοντά μας. Η Μελίνα Καρακώστα, μουσικός, μεταφράστρια -μεταξύ άλλων και του Μικρού Νικόλα-, συγγραφέας, ένας άνθρωπος που δεν είχε σκοτώσει το παιδί μέσα του, χάθηκε πρόωρα κι αιφνίδια πριν από πέντε ακριβώς χρόνια (30 Οκτωβρίου 2007). Την Πριγκίπισσα των λέξεων, βιβλίο που εκδόθηκε μετά το θάνατό της, την αφιερώνει -αυτονόητα- στη βασίλισσα των λέξεων, τη μητέρα της, Ζωρζ Σαρή.   
 

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Όταν η διαφορετικότητα παύει να είναι μοναχική υπόθεση

  • Brigitte Weninger - Eve Tharlet, Ένας για όλους και όλοι για έναν, απόδοση Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008 (2) (από 3 ετών)

  • Geoffroy de Pennart, Sophie la vache musicienne, kaléidoscope, Paris 2006 / Σοφία η αγελαδίτσα τραγουδίστρια, μετάφραση Β. Τσιώρου, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2000 (από 4 ετών)

 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσει κανείς για ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο όσο κι αυτονόητα επίκαιρο όπως η διαφορετικότητα. Προσωπικά, δε γοητεύομαι ιδιαίτερα από πατερναλιστικές προσεγγίσεις που παραπέμπουν σε λογικές ελεημοσύνης και εμπορίου καλοσύνης. Τα δυο βιβλία που θα παρουσιάσω σήμερα ακολουθούν, το καθένα με τον τρόπο του, έναν αρκετά διαφορετικό δρόμο.  

 

Brigitte Weninger - Eve Tharlet, Ένας για όλους και όλοι για έναν

Ένα κουτσό ποντικάκι, ο Μαξ, εγκαταλείπει την οικογένειά του για να γνωρίσει τον κόσμο. Η αναπηρία του δεν το πτοεί, καθώς η λαχτάρα του για καινούριες εμπειρίες και η αγάπη και η στήριξη που του έχει χαρίσει η οικογένειά του τον κάνουν να ξεπερνάει κάθε εμπόδιο και κακοτοπιά. Στο δρόμο του θα συναντήσει μια τυφλή τυφλοποντικίνα, ένα κουφό βατράχι, μια καλόβολη κοτσυφίνα κι ένα φοβητσιάρη σκαντζόχοιρο. Κι αν ο Μαξ, η τυφλοποντικίνα κι ο βάτραχος είναι συμφιλιωμένοι με τις αδυναμίες τους γνωρίζοντας ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρίσματα και οι ικανότητές τους, ο σκαντζόχοιρος, ηττοπαθής και απογοητευμένος, μοιάζει να μην πιστεύει στον εαυτό του. Μια καταιγίδα γίνεται αφορμή για τα πέντε ζωάκια να ανακαλύψουν ότι η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια μπορούν να κάνουν θαύματα, αλλά και να βρουν για το φοβητσιάρη σκαντζόχοιρο ένα ρόλο στην ομάδα κάπως αναπάντεχο αλλά απολύτως ταιριαστό.
 
 
Ένα βιβλίο για την ανάγκη κάθε παιδιού να σταθεί στα δικά του πόδια και να ανοίξει το βήμα του στον κόσμο ξεπερνώντας αδυναμίες, φόβους και έμπόδια, με όπλο την αυτογνωσία, την αισιοδοξία και την αυτοπεποίθηση που χαρίζει μια υποστηρικτική οικογένεια. Για τη διαφορετικότητα, που στην περίπτωσή μας δεν είναι αιτία απομόνωσης και περιθωριοποίησης, αλλά αφετηρία δημιουργικής συνύπαρξης. Τα ζωάκια του βιβλίου διαφέρουν πολύ το ένα από το άλλο. Όχι μονάχα επειδή ανήκουν σε διαφορετικά είδη του ζωικού βασιλείου αλλά κι επειδή έχουν εντελώς αλλιώτικες αδυναμίες και αρετές. Στην κρίσιμη στιγμή αυτό αποδεικνύεται ευεργετικό -αν όχι σωτήριο- για όλα τους, αφού το ομαδικό πνεύμα τούς επιτρέπει να διαχειριστούν αρετές κι αδυναμίες με εξαιρετικό τρόπο. Διδάσκοντας παραδειγματικά ότι η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια είναι έννοιες κενές περιεχομένου όταν δεν έχουν ως βάση την αυτογνωσία αλλά και τον απεριόριστο σεβασμό στις δυνατότητες, στα ταλέντα αλλά και στις αδυναμίες του διπλανού.
 
Έχοντας ως παιδί υποστεί το βραχνά ενός εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και μιας γενικότερης κοινωνικής αντίληψης που ευνούσε με τρόπο αφοριστικό και κοντόφθαλμο μονάχα την υψηλή σχολική επίδοση, παραβλέποντας ή και περιφρονώντας ταλέντα, δεξιότητες και κλίσεις μη μετρήσιμες σε διαγωνίσματα και γραπτές εξετάσεις, απ' αυτά που δε χαρίζουν αριστεία και σημαιοφοριλίκια -τι πήγα και θυμήθηκα, μέρες που είναι...-, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πόσο κουράγιο διαθέτουμε εμείς, οι γονείς της δικής μου γενιάς, οι μεγαλωμένοι μες στην παράνοια της συσσώρευσης βαθμών, πτυχίων, τίτλων και λοιπών ευσήμων από ένα άκρως ανταγωνιστικό σύστημα, να συμφιλιώσουμε τα παιδιά μας με τις αδυναμίες τους, να τα μάθουμε να στηρίζονται στις δικές τους δυνατότητες -όποιες κι όσες κι αν είναι αυτές-, να αναγνωρίζουν το καλύτερο και να λειτουργούν υποστηρικτικά για το πιο αδύναμο απ' αυτά. Δίνοντάς τους όλα εκείνα τα ψυχικά εφόδια για να φτάσουν -όπως κι ο φίλος μας Μαξ- εκεί που ανθίζουν τα όνειρα.  
 
 
Geoffroy de Pennart, Sophie la vache musicienne / Σοφία η αγελαδίτσα τραγουδίστρια
 
                           
Ακριβώς εκεί που ανθίζουν τα όνειρα θέλει να φτάσει και η Σοφία, η αγελαδίτσα τραγουδίστρια. Η οποία είναι εξαιρετικά ταλαντούχα και μια ωραία πρωία, όπως κι ο Μαξ το ποντικάκι, αποφασίζει να εγκαταλείψει οικογένεια, φίλους και την επαρχία όπου ζει για τη μεγάλη πόλη. Αφορμή είναι ένας μουσικός διαγωνισμός, κι η φίλη μας, οπλισμένη με το ταλέντο της και τη στήριξη των δικών της ανθρώπων, ξεκινάει το ταξίδι της. Μόνο που ο διαγωνισμός αφορά συγκροτήματα κι η Σοφία, με το που φτάνει στο κλεινόν άστυ, αρχίζει να απαντάει σε αγγελίες συγκροτημάτων που ζητούν τραγουδιστή. Τα πράγματα όμως δε θα είναι τόσο εύκολα όσο θα φανταζόταν. Η μικρή αγελαδίτσα τρώει πόρτα από παντού, για κάθε είδους λόγο εκτός από τη μουσική της επάρκεια: άλλοτε γιατί δεν είναι σαρκοβόρο, άλλοτε επειδή δεν είναι extra large, μια άλλη φορά επειδή έχει μικρό λαιμό και μια άλλη γιατί διαθέτει μικρά κέρατα, σε άλλες περιπτώσεις λόγω χρώματος, λόγω στιλ, ακόμα κι επειδή έχει σώας τας φρένας... Ώσπου μια τυχαία συζήτηση με έναν ομοιοπαθή την πείθει ότι πρέπει να φτιάξει το δικό της συγκρότημα με ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ το μουσικό ταλέντο των μελών του. Εσείς τι λέτε; Θα τον κερδίσει το διαγωνισμό;
 
Ένα εκπληκτικό βιβλίο για μικρούς αλλά και για μεγάλους, που, αξιοποιώντας με ιδιαίτερα ευρηματικό τρόπο παραδείγματα από τον κόσμο των ζώων, σατιρίζει την κρατούσα κατάσταση στη μουσική βιομηχανία, η οποία προτιμάει να κατασκευάζει μαζικά πρότυπα με χαρακτηριστικά άσχετα προς το αυθεντικό ταλέντο, προκρίνοντας την ομοιομορφία έναντι της μοναδικότητας του ατόμου. Παράλληλα, ο συγγραφέας θίγει την τάση τυποποίησης που χαρακτηρίζει πολλές σύγχρονες κοινωνίες, όπου ομάδες ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά, συμπεριφερόμενες ως κάστες, λειτουργούν πατερναλιστικά, αποκλείοντας, γκετοποιώντας και καταδικάζοντας στην αφάνεια οτιδήποτε διαφορετικό. 
 
Βέβαια, η καλή μας η Σοφία βρίσκει έναν εναλλακτικό δρόμο: δεν ενδίδει, δεν εγκαταλείπει ούτε τα όνειρά της ούτε τα πιστεύω της, κι επειδή πέρα και πάνω απ' όλα αγαπάει τη μουσική, επιλέγει να βασιστεί σε αυτό ακριβώς το συγκριτικό της πλεονέκτημα για να επιλέξει τα μέλη του συγκροτήματός της. Όλα τελικά σ' αυτή τη ζωή είναι ζήτημα κριτηρίων. Κι αν ο συγγραφέας "επιλέγει" ως μουσικούς συντρόφους της Σοφίας ζωάκια εξίσου αποκλεισμένα κι αυτά λόγω αναπηρίας, εμφάνισης ή αντιλήψεων, το κάνει γιατί θέλει να μας πει πως, όσο διαφορετικός, περιθωριοποιημένος, μόνος και αποκλεισμένος κι αν αισθάνεσαι, κάπου υπάρχουν κι άλλοι σαν και σένα, ή περίπου σαν και σένα, ικανοί όχι μόνο να καταλάβουν τι περνάς, αλλά και να εκτιμήσουν και να αναδείξουν τα αληθινά σου ταλέντα.
 
Θεωρώ τη Σοφία ένα από τα καλύτερα βιβλία του Pennart. Εκτός από το ότι διεκτραγωδεί με απόλυτα πειστικό τρόπο τα βάσανα και τις αντιξοότητες που συναντάει στο δρόμο του ένας ταλαντούχος, ασυμβίβαστος γεννημένος καλλιτέχνης, στις σελίδες του παρελαύνουν και πρόσωπα που έχουμε γνωρίσει κι αγαπήσει σε άλλα βιβλία του, όπως ο Λουκάς, ο καλόκαρδος λύκος. Γιατί παραπέμπω στη γαλλική έκδοση; Γιατί απλούστατα στα ελληνικά το βιβλίο είναι εξαντλημένο. Αφού το αναζήτησα μάταια για κανένα χρόνο, έπεσα στην ανάγκη του Amazon και δεν το μετάνιωσα. Ελπίζω οι Εκδόσεις Παπαδόπουλος κάποια στιγμή να το επανεκδώσουν. Και θα ήμουν διατεθειμένη ακόμα και να διαδηλώσω μ' αυτό το αίτημα.
 

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Εναλλακτικά γουρουνάκια

  • Τζόναθαν Έμμετ, Πετάει πετάει το γουρουνάκι, εικονογράφηση Στιβ Κοξ, μετάφραση Φίλιππος Μανδηλαράς, Πατάκης, Αθήνα 2005 (από 3 ετών)

  • Ευγένιος Τριβιζάς, Τα τρία μικρά λυκάκια, εικονογράφηση Έ. Οξένμπερυ, Μίνωας, Αθήνα 1993 (από 3 ετών)

  • Daniel Napp, Το Σούπερ-Ντούπερ Γουρουνάκι! μετάφραση Ε. Γεωργούλα, Αερόστατο, Αθήνα 2009 (από 3 ετών)

Μια φίλη μου μου έστειλε προ ημερών ένα email γεμάτο παράπονα. Τον τελευταίο καιρό, λέει, παραμελώ τα τρίχρονα και τα τετράχρονα και το 'χω ρίξει αποκλειστικά στα βιβλία για μεγαλύτερα παιδιά. Το δίκιο της βουνό. Αυτή λοιπόν εδώ η ανάρτηση είναι κάτι σαν παραγγελιά, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τα δικά της και του πιτσιρικά της: γεμάτη ανατροπή, δράση, εναλλακτικό πνεύμα.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι μέρες τώρα γυρόφερνα τη βιβλιοθήκη της κόρης μου με σκοπό να αλιεύσω οτιδήποτε διαθέτουμε σε γουρουνάκι. Κι αυτό γιατί όλη την τελευταία τριετία με έχει εντυπωσιάσει ο βαθμός στον οποίο η σύγχρονη παιδική λογοτεχνία έχει παρέμβει δημιουργικά στη μάλλον μονοσήμαντη παρουσία των συμπαθέστατων αυτών ζώων στα παραδοσιακά παραμύθια.

Στο παρελθόν είχα αναφερθεί στο Μελέτη και στα τρία γουρουνάκια του Ζοφρουά ντε Πεννάρ. Σας παραπέμπω σε εκείνη την πρώτη μου ανάρτηση χωρίς να προτίθεμαι να επαναληφθώ εδώ. Θα πω μόνο ότι τόσο ο πρώτος όσο και τα δεύτερα αίρουν τα παραδοσιακά στερεότυπα και βγαίνουν νικητές στην αναμέτρηση με το λύκο μέσα από εναλλακτικούς δρόμους: Ο Μελέτης από το Γεύμα των λύκων είναι ένας πολυτάλαντος, ατρόμητος και ευρηματικός τύπος, οι γνώσεις και ο γοητευτικός χαρακτήρας του οποίου σκλαβώνουν μια ολόκληρη λυκοοικογένεια. Τα δε τρία γουρουνάκια από το Ο λύκος... και τα τρία γουρουνάκια χαράζουν μια πετυχημένη πορεία στο χώρο της τέχνης, κι εντέλει είναι η υψηλή δημοφιλία τους που θα λειτουργήσει ως διαβατήριο για την επιβίωσή τους.

Οι γουρουνοχαρακτήρες και οι γουρουνοϊστορίες που ακολουθούν εδώ διαχειρίζονται με ενδιαφέροντα όσο και διαφορετικό κατά περίπτωση τρόπο παραδοσιακές εκδοχές και στερεότυπα, κι αν έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους, αυτό είναι το γέλιο που χαρίζουν στο αναγνωστικό τους κοινό. Για πάμε...

Προεκτείνοντας το μύθο: Τζόναθαν Έμμετ - Στιβ Κοξ, Πετάει πετάει το γουρουνάκι


Στο βιβλίο των Έμμετ-Κοξ η βάση στην οποία χτίζεται η ιστορία είναι η παραδοσιακή κόντρα λύκου και γουρουνιών. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με κάτι σαν σίκουελ. Ο λύκος, μες στη λύσσα και την τσαντίλα του για την καταφανή ήττα και ταπείνωσή του από τα γουρούνια στο γνωστό κλασικό παραμύθι, αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του συμμετέχοντας σε αεροπορικούς αγώνες κόντρα στα τρία γουρουνάκια, τα οποία στην ιστορία των Έμμετ-Κοξ έχουν ονόματα απολύτως προσδιοριστικά των πνευματικών τους ικανοτήτων: Μπουμπουνίτσος, Ξεχασάκης και Διαβαστερούλης... Όπως γίνεται αντιληπτό, μπορεί τα συμπαθή γουρουνάκια να έχουν περάσει από την οικοδομική τέχνη στην επιστήμη της αεροναυπηγικής, δεν αποφεύγουν πάντως -τουλάχιστον τα δύο στα τρία- τα λάθη και τις αβλεψίες του παρελθόντος, με αποτέλεσμα εύκολα να φάνε τη σκόνη του πανούργου λύκου Ονούφριου. Ο Διαβαστερούλης είναι αυτός που θα βγάλει και πάλι το φίδι από την τρύπα σε μια ιστορία που δε φείδεται αερομαχιών, άφθονου σασπένς και τεχνολογικών εφέ. 

 

Ανατρέποντας το μύθο: Ευγένιος Τριβιζάς, Τα τρία μικρά λυκάκια

Δεν έχω να προσθέσω πολλά σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί όλα αυτά τα χρόνια για ένα από τα πιο διάσημα βιβλία του Τριβιζά, το οποίο αποτελεί και ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα ανατροπής στερεοτύπων και δημιουργικής παρέμβασης στην παραμυθική παράδοση. Εδώ ο κακός είναι ο Ρούνι-Ρούνι, το ύπουλο, κακό γουρούνι, που καταδιώκει αλύπητα τρία μικρά λυκάκια γκρεμίζοντάς τους άπειρες φορές το σπιτάκι που αυτά προσπαθούν να χτίσουν επιστρατεύοντας σφυριά, κομπρεσέρ, δυναμίτες, ό,τι τέλος πάντων βρεθεί στο δρόμο του. Όπως σε όλα τα βιβλία του Τριβιζά, έτσι κι εδώ το ανατρεπτικό εμφανίζεται ως κάτι το αυτονόητο και δεδομένο, χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις και φλυαρίες. Το δε αίσιο τέλος, με την καταλυτική μεταστροφή του χαρακτήρα του Ρούνι-Ρούνι, δεν είναι απόρροια κάποιας εσωτερικής διεργασίας, αλλά της μαγικής επενέργειας της ευωδιάς των λουλουδιών πάνω του, που θα τον μεταλλάξει διαμιάς σε καλό γουρούνι.

 

Πέρα από το μύθο: Daniel Napp, Το Σούπερ-Ντούπερ Γουρουνάκι!

 
Εδώ δεν υπάρχει μύθος να ανατραπεί ή να αποτελέσει το γόνιμο υπέδαφος της ιστορίας. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένα γουρουνάκι που παραπέμπει ως ένα βαθμό στο θρυλικό Οβελίξ: Όπως εκείνος έπεσε στο καζάνι με το μαγικό ζωμό, έτσι και το γουρουνάκι της ιστορίας μας, ο Τροφαντούλης, έπεσε μέσα σ' ένα βαρέλι με υγρό λίπασμα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει δυνάμεις που τον μετέτρεψαν σε ένα είδος σούπερ ήρωα. Έτσι, όταν οι πελαργοί κλέβουν το πουλόβερ της γιαγιάς Πλεχτοβελόνας, ο ήρωάς μας, παρέα με το ποντικάκι Ανακατωσούρα, σπεύδει να αποκαταστήσει την αδικία. Το τι ακολουθεί δεν περιγράφεται, καθώς το διασωθέν πουλόβερ καταλήγει στην καμινάδα του αγροτόσπιτου κι από κει και μετά κάθε απόπειρα του Τροφαντούλη να το επαναφέρει στην αρχική του κατάσταση αποδεικνύεται ιδιαιτέρως τραυματική τόσο για το πουλόβερ όσο και για το γόητρο του ήρωά μας. To φινάλε κρύβει δυο μεγάλες συγκινήσεις: τη μνημειώδη Σούπερ-Πλεχτομηχανή, έργο Ανακατωσούρα-Τροφαντούλη, εικονογραφημένη με κάθε της λεπτομέρεια από τον Daniel Napp, και τη μεγαλειώδη όσο και αυτονόητη λύση που θα δώσει στο δράμα η γιαγιά Πλεχτοβελόνα αυτοπροσώπως! Δράση, αγωνία, γέλιο κι ευρηματικό πνεύμα, το οποίο πάντως τελευταία στιγμή όλο και σε κάποια λεπτομέρεια σκοντάφτει, με απρόβλεπτες όσο και κωμικές συνέπειες.
 
 
 
Τρεις εντελώς διαφορετικές ιστορίες, από δημιουργούς με διαφορετικές εθνικότητες, καταβολές, προθέσεις και αισθητικές αντιλήψεις, που πάντως νομίζω ότι, η καθεμιά με τον τρόπο της, θα αποδειχτούν αρκούντως ψυχαγωγικές για μικρούς αλλά και μεγάλους. 

 

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Τα αδέσποτα της Σοφίας Ζαραμπούκα - Η Μίνα

Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2010 (από 7 ετών)

 
 
 
Τα αδέσποτα της Αθήνας έχουν τα τελευταία χρόνια κατακτήσει μια ξεχωριστή θέση στα ελληνικά παιδικά βιβλία και μαζί με αυτά και στις καρδιές των μικρών αναγνωστών αλλά και σε αυτό εδώ το ιστολόγιο. Έτσι, μετά τον Τραμ του Κώστα Μάγου, με τον οποίο ασχολήθηκα πριν από λίγες εβδομάδες, ήρθε η ώρα της Μίνας, του πρώτου από τα αδέσποτα της Σοφίας Ζαραμπούκα, να μας ξεναγήσει στην καρδιά της Αθήνας.
 
Πέρα από την ευαίσθητη πλευρά του ζητήματος, που έχει να κάνει με το σοβαρό και απολύτως υπαρκτό πρόβλημα των αδέσποτων ζώων στην Αθήνα, η επιλογή της Ζαραμπούκα να αναθέσει σε μια ομάδα σκύλων την ξενάγησή μας στην Ακαδημία, στα Εξάρχεια, στο Μουσείο, στο Πολυτεχνείο, στη Βουλή και στον Εθνικό Κήπο αποτελεί ένα εξαιρετικό εύρημα: Τα αδέσποτα έχουν το χρόνο και την ευχέρεια να περιφέρονται όπου τους κάνει κέφι, να τρυπώνουν σε διαδηλώσεις και πορείες, να μην πτοούνται από αποστάσεις και από καιρικές συνθήκες, να συνυπάρχουν πρακτικά με τα γεγονότα της πόλης, μια και αυτή -ολόκληρη- είναι το σπίτι τους.
 
Έτσι λοιπόν, παρακολουθούμε τη Μίνα και τους φίλους της να ξεκινάνε το ταξίδι τους απ' την Ακαδημία, να ανεβαίνουν στα Εξάρχεια, να κάνουν μια στάση στο Μουσείο, να μπερδεύονται στην πορεία του Πολυτεχνείου κι από κει γραμμή στη Βουλή, στο Μαξίμου, στο Προεδρικό Μέγαρο, στον Εθνικό Κήπο και τελικά πίσω στην Ακαδημία για ύπνο. Η ξενάγηση περιλαμβάνει τα πάντα: ένα ταχύρρυθμο μάθημα πρόσφατης ελληνικής ιστορίας -αναφορά στη Χούντα και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου-, διευκρινίσεις για τον τύπο και τη λειτουργία του πολιτεύματός μας, αρχιτεκτονικού χαρακτήρα πληροφορίες, μια περαντζάδα στα ταβερνάκια των Εξαρχείων και στο Βοξ. Δε λείπουν τα σχόλια για το χάλι της πόλης -τα στενάχωρα πεζοδρόμιά της-, μαθήματα κυκλοφοριακής αγωγής, αντιρατσιστικές αναφορές -με αφορμή τη συνάντηση με το μετανάστη σκύλο Τζαμάλ-, πικρές διαπιστώσεις για την τάση ορισμένων φιλόζωων να παρατάνε στα καλά του καθουμένου τα σκυλιά τους στο δρόμο όταν τα βαρεθούν, αιχμηρές παρατηρήσεις περί του ρόλου της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά και συζητήσεις αναφορικά με ζητήματα επιβίωσης και αποκατάστασης των αδέσποτων.
 
Η Μίνα, για παράδειγμα, έχει ονειρευτεί ότι κάποια μέρα θα βρει τον άνθρωπό της. Κι εντέλει τον βρίσκει. Ή μάλλον τη βρίσκει: μια αφεντικίνα που ζει σ' ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, παρέα με τα βιβλία και για τα βιβλία. Τη συγγραφέα Άλκη Ζέη! Είναι κι αυτό ένα από τα θαύματα που μπορεί να πετύχεις στο δρόμο σου βολτάροντας ως αδέσποτο στο κέντρο της πόλης μας.
 
Η μορφή κόμικ που δίνει η Σοφία Ζαραμπούκα στο βιβλίο ταιριάζει απόλυτα με το χαρακτήρα του, αφού μια βόλτα στην πόλη συνεπάγεται διαρκή εναλλαγή εικόνων και παραστάσεων. Ταυτόχρονα, μέσα από τους γρήγορους διαλόγους, οι πληροφορίες πραγματολογικού χαρακτήρα περνάνε αβίαστα και ευχάριστα στο παιδί. 
 
Αν αναλογιστούμε ότι για τα περισσότερα παιδιά των προαστίων της πρωτεύουσας το κέντρο τείνει να γίνει ένας δυσπρόσιτος και επισφαλής προορισμός αμιγώς τουριστικού ενδιαφέροντος, ο αναγνωστικός περίπατος παρέα με τη Μίνα και τους φίλους της μπορεί να γίνει η αφορμή για την εξερεύνηση της καρδιάς της Αθήνας από τις μικρότερες ηλικίες. Αλλά και για την εκ νέου ανακάλυψή της από αρκετούς εξ ημών των μεγαλυτέρων, που, από τακτικοί θαμώνες της στα νιάτα μας, καταντήσαμε με τον καιρό ακριβοθώρητοι περαστικοί επισκέπτες της.   
 
(Εκτός από τη Μίνα, άλλα δυο αδέσποτα κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία: ο Κύων, που μας πάει βόλτα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, κι ο Ρεξ, ο οποίος μας ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη.)
 
 

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Με τον τρόπο του Αλέξη Κυριτσόπουλου: Λίγο ακόμα... Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη

Εκδόσεις Ίκαρος και Μουσείο Μπενάκη (για παιδιά και για μεγάλους)


Είμαι σεφερική. Με τον τρόπο που άλλοι είναι μακαρονάδες, καπνιστές, δεξιοί, αριστεροί, βάζελοι, γαύροι*. Τόσο απόλυτα, οριστικά και τελεσίδικα. Γι' αυτό κι αποφάσισα να γράψω για το σεφερικό παραμύθι του Αλέξη Κυριτσόπουλου. Παρακινημένη από τις δικές μου εμμονές και μόνο. 






Μου είναι αναπόφευκτο, ξεκινώντας να μιλήσω για το συγκεκριμένο βιβλίο, να κάνω μια σύντομη αναδρομή στη δική μου γνωριμία με τον ποιητή: Συναπαντήθηκα με το Σεφέρη πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, σε μια ηλικία λίγο μετά την παιδική, σε ένα χρόνο που μας ατενίζει πια απ' το ράφι της ιστορικής μνήμης: τα glorious 80s. Θυμάμαι ακόμα εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό στην τάξη, όπου τάξη στην ανάμνησή μου ήταν μονάχα το βιβλίο των Νεοελληνικών Κειμένων ανοιχτό στο θρανίο μου: η «Άρνηση» και κάτι λίγοι στίχοι από το «Γέροντα στην ακροποταμιά». Είχα ξανασυναντήσει παλιότερα ανθολογημένους στίχους του Σεφέρη και τους είχα απλώς προσπεράσει. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι μαγικό συνέβη εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό, κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, όπως και με τους ανθρώπους, έτσι και με τα ποιήματα, το timing της γνωριμίας μπορεί να είναι καθοριστικό. Κι αν όλα αυτά τα χρόνια πολλοί είναι οι άνθρωποι που μου έχουν τελειώσει, ανεξαρτήτως timing, ο Σεφέρης πάντα μένει. Και ο τόμος των Ποιημάτων, αγορασμένος λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το μακρινό πρωινό, με έχει συντροφέψει παντού: σε μετακομίσεις, σπουδές, ταξίδια, διακοπές. Κι ακόμα, σε χαρές, απογοητεύσεις, διλήμματα, αγωνίες, φόβους. Πάντα εκεί.
 
Το βιβλίο του Κυριτσόπουλου, όπως είναι ευνόητο, το αγόρασα από παρόρμηση. Η λέξη Σεφέρης στον τίτλο ήταν αρκετή. Το έφερα στο σπίτι, το ξεφύλλισα, το παρατήρησα, το περιεργάστηκα. Καιρό τώρα μένει σε μιαν άκρη του γραφείου μου. Με απασχολεί, με βάζει σε σκέψεις, θέλω να γράψω γι' αυτό κι όλο το αναβάλλω. Θέμα timing; Μπα, όχι μόνο.

Ας ξεκινήσω περιγράφοντάς το: Πρόκειται για μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση, στην οποία, με αφετηρία σκόρπιους στίχους του Σεφέρη, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος φτιάχνει και εικονογραφεί ένα απολύτως σεφερικής έμπνευσης παραμύθι για τις μικρές περιπέτειες ενός παιδιού. Όλα, ή έστω σχεδόν όλα, είναι εκεί: ο Ερωτόκριτος, ο Οδυσσέας, ο πόλεμος, η Τροία, το πέλαγος, οι θαλασσινές σπηλιές, το ναυάγιο της Κίχλης, οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη, η γαλήνη. Ένα μεγάλο κομμάτι της σεφερικής μυθολογίας δοσμένο σε αδρές γραμμές. Ακολουθεί παράρτημα με τους στίχους από τα ποιήματα που ενέπνευσαν τον Α.Κ. Αντιπροσωπευτικά δείγματα από το σύνολο σχεδόν των συλλογών του Σεφέρη. Προσωπικά, μου έλειψαν τα αγαπημένα μου Τρία κρυφά ποιήματα, όπως και το δεύτερο Ημερολόγιο καταστρώματος. (Εμμονές, θα πείτε. Τι να κάνουμε, καθένας με τα θέματά του.)

Το πρόβλημα βέβαια με ένα παραμύθι αντλημένο από τη θεματική και τη μυθολογία ενός ποιητή, πολλώ δε μάλλον βασισμένο στους στίχους του, είναι ότι με μεγάλη δυσκολία μπορεί να αναπτύξει μια δυναμική τέτοια ώστε η φαντασία και η ανατρεπτική πλοκή να συνεπάρουν τον αναγνώστη. Πρακτικά, η απουσία προφανούς αιτιακής σύνδεσης είναι αναπόφευκτη. Οι εμπειρίες διαδέχονται η μία την άλλη, όχι πάντως στη λογική ενός περιπετειώδους ή πικαρικού μυθιστορήματος. Το ταξίδι είναι κυκλικό, απ' την προστατευτική αγκαλιά του παππού στον κόσμο και πάλι πίσω στον κήπο του παππού.  

Βέβαια, εδώ το παραμύθι είναι μάλλον η αφορμή, αφού η βαρύτητα πέφτει κυρίως στην εικαστική αποτύπωση του σεφερικού τοπίου. Με εντελώς υποκειμενικό πνεύμα, ξεχώρισα το πέλαγο γεμάτο χρώματα, το δρόμο που τυλίγει βουνά και γεννάει άστρα, τις θαλασσινές σπηλιές, τον κήπο του παππού, το πεύκο που σκύβει στη θάλασσα.

Και στο «Υστερόγραφό» του άλλωστε ο Αλέξης Κυριτσόπουλος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο εικαστικό του πράγματος, διευκρινίζοντας πως «δε διάλεξε ποιήματα. Ζωγράφισε τις εικόνες ανάμεσα στα ποιήματα και βρήκε ένα δικό του -και δικό τους- μονοπάτι στο φως». Είναι αυτό ακριβώς που περιμένεις να κάνει μια τέχνη -η ζωγραφική- όταν συναντιέται με μια άλλη - τη λογοτεχνία. Όχι να μεταφράσει ή να παραφράσει, αλλά να εμπνευστεί και να δημιουργήσει κάτι πέρα από τα ποιήματα. Να χαράξει ένα δρόμο ανάμεσα, παραπέρα, παρακάτω. Όχι να λειτουργήσει «διαμεσολαβητικά», όχι να προσφέρει κατ΄ανάγκη μια δική της υπεραπλουστευτική ανάγνωση, διευκολυντική προς το χρήστη. Με απλά λόγια, δεν περιμένεις από το συγκεκριμένο βιβλίο να λειτουργήσει ως θεραπαινίδα της ποίησης, αλλά ούτε κι από την ποίηση να λειτουργήσει ως δεκανίκι που θα δικαιώσει την ύπαρξη του βιβλίου.

Γι' αυτό και θα είναι λάθος να αντιμετωπίσει κανείς με «εργαλειακή» λογική το Λίγο ακόμα. Έτσι, θα έχει αδικήσει και το ίδιο το βιβλίο αλλά και το σεφερικό έργο. Κι αυτό γιατί η συνάντηση ενός αναγνώστη, μικρού ή μεγάλου δεν έχει σημασία, με ένα ποιητικό κείμενο δεν μπορεί να είναι προσχεδιασμένη, να επιβληθεί άνωθεν, και μάλιστα μέσα από άλλους διαύλους πέραν του ίδιου του ποιήματος ως αυθύπαρκτης οντότητας, ακέραιας και αυτόνομης. Οφείλεις ως τέτοιο να το παρουσιάσεις στον υποψήφιο αναγνώστη του. (Προσωπικά, αν κάτι με διέλυε στο σχολείο, ήταν αυτά τα θραύσματα κειμένων, που μας τα σερβίριζαν σαν σε θάλαμο ανατομίας οι καθηγητές μας.) Το Λίγο ακόμα περιλαμβάνει σκόρπιες, διαλεγμένες εικόνες της σεφερικής ποίησης. Επισκέπτεται τυχαία στίχους από ποιήματα μέσα από μια καλλιτεχνική ματιά. Δεν ανθολογεί και αυτό το καθιστά σαφές. Ας μην το φορτώσουμε λοιπόν με ένα βάρος που δε διεκδικεί να αναλάβει. Εξάλλου, όπως είπα και παραπάνω, θα ήταν άδικο να υποτάξουμε το προϊόν της δουλειάς ενός
καλλιτέχνη σε ένα είδος «επικουρικού» ή «διαμεσολαβητικού» ρόλου.

Μ' αυτά και μ' αυτά, κατέληξα πως όταν έρθει η ώρα να δείξω στα παιδιά μου το βιβλίο του Κυριτσόπουλου, θα τα αφήσω να ταξιδέψουν στην ομορφιά των εικόνων του με οδηγό ενδεχομένως τις λιγοστές αράδες του κειμένου του χωρίς να τους πω κουβέντα για το Σεφέρη. Ίσως στην πορεία, κι ανάλογα με το πώς θα προσλάβουν το ίδιο το βιβλίο, να τους αναφέρω ότι ο κύριος Αλέξης, αυτός ο ίδιος που έδωσε μορφή στο λατρεμένο μας Λούκουλο, διάβασε κάτι όμορφα ποιήματα και, με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδάκι αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες που του γεννά ένα αγαπημένο παραμύθι ή τραγούδι, έκανε τους στίχους παραμύθι και γέμισε ένα βιβλίο με ζωγραφιές εμπνευσμένες από τα ποιήματα αυτά. (Παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με τον εκδότη [http://kids.ikarosbooks.gr/publication-details.asp?book=516&filter=new], το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας από πέντε χρονών και πάνω. Χωρίς αφοριστική διάθεση αλλά μάλλον για πραγματολογικούς λόγους, θα το συνιστούσα σε ηλικίες άνω των εφτά.)

Είναι σίγουρο πως αν ήμουν άξια να τραβήξω έστω και μια ίσια γραμμή οι εικόνες που θα ξεχώριζα εγώ μέσα στα ποιήματα του Σεφέρη θα ήταν τελείως διαφορετικές από αυτές του Κυριτσόπουλου: ο γέροντας στην ακροποταμιά, τ' αηδόνια στις Πλάτρες, το δροσερό περιβολάκι πίσω από τα καφασωτά ν' αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει, τα τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως, το σπίτι κοντά στη θάλασσα, το ναρκωμένο στήθος του πελάγου, το περιβόλι με τα σιντριβάνια στη βροχή, παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες, ο ασπιδοφόρος ήλιος που ανέβαινε πολεμώντας, τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού, τ' αγάλματα που δεν είναι πια συντρίμμια. Και τόσα άλλα. Καθένας μας προσλαμβάνει με αλλιώτικο τρόπο. Και αλλιώτικα πράγματα. Άλλες οι αναφορές, άλλες οι εμπειρίες, αλλιώτικοι οι χρόνοι, άλλες οι ευαισθησίες. Γι' αυτό άλλωστε και δε φιλοδοξώ να μεταδώσω το μικρόβιο της σεφερομανίας στα παιδιά μου. Όπως και καμίας άλλης προσωπικής μου μανίας. Προτιμάω να τους δίνω τις αφορμές, κι από κει και πέρα να τα βλέπω να χαράζουν δικούς τους, αυτόνομους δρόμους, προσλαμβάνοντας με το δικό τους τρόπο, στο δικό τους χρόνο, τις δικές τους αλήθειες. Αλλά δεν μπορώ να μην τους ευχηθώ να υπάρξει μία έστω φορά στη ζωή τους που ένα βιβλίο, μια μουσική, ένας πίνακας, ένα θεατρικό έργο, μια ταινία, οτιδήποτε τέλος πάντων, θα τους γεννήσει αυτή τη μοναδική συγκίνηση που ένιωσα εγώ το μακρινό εκείνο ανοιξιάτικο πρωινό της εφηβείας μου όταν συναντήθηκα με την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη.

*ΟΚ, είμαι κάμποσο και απ' αυτό. Αλλά δεν είναι της ώρας.




 

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Πλανόδιο πάρκο

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Εκδόσεις Πατάκη (από 6 ετών)

 
Δυο παιδιά που ζουν σε μια γειτονιά της πόλης γεμάτη πολυκατοικίες και χωρίς ίχνος πράσινου αποφασίζουν να αλλάξουν τα πράγματα δημιουργώντας ένα πλανόδιο πάρκο. Μια Κυριακή λοιπόν φορτώνονται από ένα δεντράκι σε γλαστράκι ο καθένας και βγαίνουν βόλτα στη γειτονιά. Κάποιοι τούς βλέπουν και μιμούνται το παράδειγμά τους, άλλοι όχι. Σιγά σιγά η παρέα διευρύνεται, καθώς κι άλλα παιδιά αποφασίζουν να φέρουν τα δικά τους φυτά, πάγκο με πορτοκαλάδες, παγκάκι, πινακίδες, σκουπιδοτενεκέδες, ό,τι με δυο λόγια περιλαμβάνει ένα πάρκο. Στο κόλπο μπαίνουν κι οι παππούδες της γειτονιάς, αλλά και άλλα παιδιά, από άλλες περιοχές της πόλης, που φτιάχνουν κι αυτά τα δικά τους πάρκα...
 
Ένα βιβλίο οικολογικής ευαισθησίας, που με πρωτότυπο τρόπο προσεγγίζει το μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης πρασίνου στις κεντρικές περιοχές της Αθήνας. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα ξεκινούν όταν δυο παιδιά συζητώντας συνειδητοποιούν πως ό,τι τους λείπει περισσότερο στην πόλη τους είναι πράσινο, σκιά και καθαρός αέρας. 
 
Και, αφού κανείς δε φαίνεται διατεθειμένος να ασχοληθεί με το προβλημά τους, αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Δίδαγμα πρώτο: Βασίσου στις δυνάμεις σου και πίστεψε ότι μπορείς να πετύχεις το στόχο σου. Μην τα περιμένεις όλα έτοιμα από τους άλλους.
 
Και, αφού χώρος να φυτέψουν δέντρα δεν υπάρχει, πρέπει να βρουν μια εναλλακτική λύση, ρεαλιστική, εφικτή, αλλά και πρωτότυπη. Δίδαγμα δεύτερο: Με απλά υλικά κι ευρηματικό πνεύμα μπορούμε να πετύχουμε θαύματα.
 
Φυσικά, στην αρχή οι πιτσιρικάδες που βολτάρουν πέρα δώθε με γλάστρες και φυτά, εκτός από μιμητές, συναντούν και επιφύλαξη ή δισταγμό. Δίδαγμα τρίτο: Το καινοτόμο πνεύμα κι η αυτενέργεια ποτέ -δυστυχώς- δεν έχουν μαζικό χαρακτήρα, στο ξεκίνημα τουλάχιστον. Κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή.
 
Πάντως, όπως συνήθιζε να λέει κι ο παππούς της αφηγήτριας, «τίποτα δεν είναι αδύνατο, εκτός από το να βάλεις την οδοντόκρεμα ξανά στο σωληνάριο», και μ' αυτό το μότο κατά νου ξεκινούν και εντέλει υλοποιούν η μικρή κι ο Μήτσος το φιλόδοξο εγχείρημά τους. Δίδαγμα τέταρτο λοιπόν: Πίστεψε στα όνειρά σου, ακόμα κι αν φαντάζουν τρελά, γιατί πράγματι τίποτα δεν είναι αδύνατο!

Όσο για μας, μικρούς και μεγάλους, το Πλανόδιο πάρκο του Αντώνη Παπαθεοδούλου μάς προτρέπει να βάλουμε λίγο το μυαλουδάκι μας να δουλέψει μπας και καταφέρουμε με απλούς τρόπους να κάνουμε κάπως καλύτερη την καθημερινότητά μας, πιο ανθρώπινη και φιλική προς το χρήστη την πόλη μας. Έχοντας για λίγο αφήσει στην άκρη καναπέδες, πολυθρόνες και λοιπά αναπαυτικά έπιπλα. Και πάντοτε με πυξίδα τα όνειρά μας!

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Νάντια Μπερκάν-Αλέξις Νεσμέ, «Το μικρό Κοάλα»

Μετάφραση: Σέτη Λεπίδα,  Εκδόσεις Παπαδόπουλος (από 2 ετών)

 
Το φθινόπωρο είναι εποχή ανασύνταξης, αναζήτησης, ενίοτε και ανακύκλωσης. Ειδικά όταν το νήπιό σου έχει για τα καλά εγκαταλείψει τις μπεμπέ αναφορές του, ενώ το άλλο, το μικρότερο, αρχίζει να διεκδικεί δυναμικά το χώρο του και τα δικαιώματά του σε όλα, ακόμα και στα βιβλία. Κι εκεί που διαβάζεις με το μεγάλο το απαραίτητο βιβλιαράκι πριν από τον ύπνο, σου σκάει μύτη το μέχρι πρότινος βρέφος στην πόρτα του δωματίου φορτωμένο τους δικούς του τόμους και απαιτεί να παρατήσεις αυτοστιγμεί τα σοβαρά νηπιακά διαβάσματα για τα άλλα, τα πιο ανάλαφρα και νεανικά. 
 
 
 
Σε μια απόπειρα καταγραφής βιβλίων βαλμένων πια στην άκρη από τη μεγάλη, προς μελλοντική χρήση από την επόμενη λιλιπούτεια αναγνώστριά τους, βρέθηκα προ ημερών να ψαχουλεύω σε σκοτεινές ντουλάπες και απρόσιτα ράφια κι έπεσα πάνω στο «Μικρό Κοάλα». Πρόκειται για μια σειρά εννιά βιβλίων, που με ήπιο, φιλικό και οικείο τρόπο εντάσσουν το παιδί σε εμπειρίες και καταστάσεις οι οποίες αποτελούν κομμάτι της καθημερινής του ρουτίνας.
 
 
 
Κεντρικός ήρωας -φυσικά- ένα μικρό κοάλα, που διαθέτει κατοικίδιο -χάμστερ, παρακαλώ- και Αγκαλίτσα, μαθαίνει να κάνει μπάνιο, να πηγαίνει στην τουαλέτα, να τρώει το φαγητό του, φροντίζει τον κήπο του, επισκέπτεται φάρμες, πηγαίνει στον παιδικό σταθμό, διασκεδάζει με τους φίλους του παίζοντας μουσική, γιορτάζει τα γενέθλιά του, με δυο λόγια ζει όπως ένα συνηθισμένο μικρό παιδάκι, έχοντας δίπλα του δυο τρυφερούς γονείς, πρόθυμους να το βοηθήσουν στα δύσκολα, να το παρηγορήσουν και να το ενθαρρύνουν στις αποτυχίες, να το στηρίξουν και να το προτρέψουν να αυτενεργήσει ως εκεί που φτάνουν οι δυνάμεις του.
 
 

 Απλές, σύντομες ιστορίες, με εύληπτο κείμενο και ευχάριστους διαλόγους, που εύκολα αποτυπώνονται στη μνήμη του παιδιού, το οποίο θα ταυτιστεί αμέσως με τις χαρές, τα άγχη, τις σκοτούρες, τους ενθουσιασμούς και τις απογοητεύσεις του μικρού πρωταγωνιστή, συνειδητοποιώντας πόσο κοντινές στη δική του πραγματικότητα είναι οι περιπέτειες του μικρού Κοάλα, αλλά και πόσο αντιμετωπίσιμες είναι οι προκλήσεις τις οποίες βρίσκει στο δρόμο του: η αναζήτηση ενός χαμένου Αγκαλίτσα, η δυσκολία του με την τουαλέτα κ.ο.κ.
 
 
Η εικονογράφηση (Α. Νεσμέ), τρισδιάστατη και πολύχρωμη, ζωντανεύει με εντυπωσιακή παραστατικότητα τον κόσμο του μικρού Κοάλα, καθιστώντας τον ιδιαίτερα ελκυστικό και προσιτό στο παιδικό βλέμμα. Κάθε σαλόνι των βιβλίων της σειράς μοιράζεται στα δυο: στη μια σελίδα κείμενο, στην άλλη εικόνα. Κάτω από το κείμενο, σε κάθε σελίδα, υπάρχει εικονογραφημένο γλωσσάρι, που επιτρέπει στο παιδί να αποτυπώσει ευκολότερα κάποιες λέξεις και έννοιες τις οποίες έχει ήδη συναντήσει στην ιστορία που διαβάζει. Πάντως, και η παραμικρή λεπτομέρεια της συγκεκριμένης έκδοσης -το μικρό τετράγωνο σχήμα, το μαλακό εξώφυλλο, τα ζεστά χρώματα- δε σου επιτρέπει να της αντισταθείς. 
 

 
Πριν απο τρία περίπου χρόνια το μικρό Κοάλα είχε γίνει ο αχώριστος σύντροφος της μεγάλης μου κόρης. Σημειωτέον ότι δε χρειαζόταν τη συνδρομή μου στην ανάγνωση: είχε μάθει τις ιστορίες απέξω! Όταν της εμφάνισα προ ημερών τα βιβλία, είχε πια ξεχάσει την ύπαρξή τους. «Τι όμορφα βιβλία!» μου είπε. «Πού τα βρήκες;» «Δικά σου είναι, από τότε που ήσουν μικρή». Τα ξεφύλλισε δύσπιστη, χάζεψε λίγο την εικονογράφηση, ζήτησε να τα διαβάσουμε μια φορά, κι αυτό ήταν. Τα άφησε στην άκρη για την επόμενη.
 
(Ο εκδότης στη σελίδα του δίνει ως ενδεικνυόμενη ηλικία το 4+. Το θεωρώ υπερβολικό. Νομίζω ότι τα βιβλία μπορούν να διαβαστούν και από πολύ μικρότερα παιδιά.)