Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ρόαλντ Νταλ, Ο Πελώριος Κροκόδειλος

Εικονογράφηση: Κουέντιν Μπλέικ, μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου, Εκδόσεις Ψυχογιός (από 7 ετών)


Επιτέλους ένας original κακός! Ξέρω ότι ακούγεται αλλόκοτο να ξεκινάς να παρουσιάσεις ένα παιδικό βιβλίο εκφράζοντας μια τέτοια ενθουσιώδη παραδοχή, ωστόσο αυτή υπαγορεύεται από δύο λόγους που θα αναλύσω παρακάτω.

Πρώτα απ' όλα, ο μεγάλος παραμυθάς Νταλ σκιαγραφεί με μοναδικό τρόπο σε αυτό το βιβλίο του ένα μνημειωδώς αντιπαθητικό, εξολοκλήρου απεχθές πλάσμα, το οποίο απολαμβάνει να κάνει το κακό και το διακηρύσσει με απίστευτο κυνισμό. Ένας κακός να τον πιεις στο ποτήρι, απ΄αυτούς που σε εξοργίζουν τόσο ώστε περιμένεις με ανείπωτη λαχτάρα να τους δεις στο καναβάτσο!

Έπειτα, εσχάτως το κακό ως παρουσία στα παιδικά βιβλία τελεί κατά κάποιον τρόπο υπό διωγμόν. Ο φόβος πολλών γονιών ότι τα παιδιά τους θα τραυματιστούν ψυχικά αντιλαμβανόμενα ότι στον κόσμο μας υπάρχουν ΚΑΙ κακοί οδηγεί σε αποκλεισμούς, στρογγυλέματα και, κατ' επέκταση, σε στρεβλώσεις, με αποτέλεσμα την αποκοπή από μια δυσάρεστη αλλά -πώς να το κάνουμε!- υπαρκτή πραγματικότητα.

Κι αν το ανατρεπτικό-εναλλακτικό ορθώς κερδίζει έδαφος στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, ας μην ξεχνάμε ότι ούτε κι αυτό μπορεί να υπάρξει από μονο του, χωρίς την παρουσία του στερεότυπου, έστω δυσάρεστου κι ενοχλητικού. Πώς άλλωστε να ανατρέψεις στη συνείδηση των παιδιών μια παγιωμένη αλήθεια αν αυτή δεν τους είναι καν γνωστή;

Να φέρω ένα παράδειγμα: Από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς παιδικών βιβλίων είναι ο Ζοφρουά ντε Πεννάρ. Σε αυτόν και στις ανατρεπτικές του ιστορίες αφιέρωσα και την πρώτη μου ανάρτηση σε αυτό το ιστολόγιο (Χορεύοντας με τους λύκους του Ζοφρουά ντε Πεννάρ). Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί διαβάζει τον Καλόκαρδο λύκο του Πεννάρ χωρίς να έχει ούτε καν ακουστά την αυθεντική Κοκκινοσκουφίτσα, τα αυθεντικά Τρία γουρουνάκια κ.ο.κ. Τι, αλήθεια, θα καταλάβει από την ιστορία; Ότι οι λύκοι είναι κατά βάση καλόκαρδοι; Και σε ποιο λογοτεχνικό υπέδαφος θα βασιστεί για να αντιληφθεί το διακειμενικό παιχνίδι και την ανατροπή, η οποία φέρνει και το γέλιο;

Ο Πελώριος Κροκόδειλος του Νταλ βέβαια δε μας προξενεί τέτοιου είδους προβλήματα, ίσα ίσα,  υπηρετεί με εξαιρετική συνέπεια το στερεότυπο. Και μόνο που βλέπεις οποιονδήποτε εκπρόσωπο του είδους άλλωστε, αγριεύεσαι, καθώς πρόκειται για ένα σαρκοβόρο, ύπουλο ζώο, το οποίο παράλληλα δε φημίζεται για τα κάλλη του. Κι αν κρίνω από τις γλαφυρές περιγραφές του μπαμπά του σπιτιού, ο οποίος πριν από δύο και κάτι χρόνια έτυχε να βρεθεί σε απόσταση λίγων μέτρων από το αχανές χασμουρητό ενός αλιγάτορα στα ειδυλλιακά Έβεργκλεϊντς, το θέαμα δεν είναι για καρδιακούς. Και, παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος κροκόδειλος έχει μια συμπεριφορά λίγο τραβηγμένη απ' τα μαλλιά, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι πείθει ως αυθεντικός, επικίνδυνος, νοσηρός κακός.


Δυο μακρινά ξαδέρφια του Πελώριου Κροκόδειλου όπως τα απαθανάτισε η φωτογραφική μηχανή του μπαμπά μας.
(Τελικά όλοι σε αυτή την οικογένεια κρύβουμε μέσα μας έναν Ράιλι!)

Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή: Ο Πελώριος Κροκόδειλος ζει σε ένα ποτάμι στην Αφρική, κι αν για τους υπόλοιπους του είδους του το ζητούμενο είναι να χορτάσουν την πείνα τους με ψάρια κι ό,τι άλλο βρουν γυρωτρόγυρα, αυτός αδημονεί να φύγει από το ποτάμι όπου κατοικοεδρεύει, να πάει σε μια κατοικημένη περιοχή για να φάει παιδάκια. Όχι από πείνα, αλλά από μια νοσηρή, ακατανίκητη λαιμαργία. Διαλαλεί μάλιστα την πρόθεσή του σε όποιον βρει μπροστά του: στον Χοντρομπάταλο, τον Ιπποπόταμο, στον Προβοσκίδα, τον Ελέφαντα, στον Σαλταπήδα, τον Πίθηκο, και στο Πλουμιστοπούλι. «Έχω σχέδια μυστικά κι έξυπνα κόλπα!» επαναλαμβάνει με κυνισμό και θράσος. Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά και απειλεί ανοιχτά κι επιτίθεται, σε μια επίδειξη δύναμης, στον Ελέφαντα, στον Σαλταπήδα, στο Πλουμιστοπούλι.

Ποια είναι όμως αυτά τα μυστικά σχέδια και τα έξυπνα κόλπα; Ο κροκόδειλος επιχειρεί να ξεγελάσει τα υποψήφια θύματά του με μια σειρά από μεταμφιέσεις: στήνεται όρθιος, βάζει μια τούφα φοινικόφυλλα στα δόντια του και παριστάνει τον κοκοφοίνικα· κάνει την τραμπάλα σε μια παιδική χαρά· παριστάνει το ζωάκι στο καρουζέλ· και στο φινάλε γίνεται πάγκος σ' ένα πάρκο όπου πάνε παιδιά για να κάνουν πικ νικ.

Βέβαια, εύλογα αναρωτιέται κανείς τι σόι «μυστικά» είναι αυτά τα σχέδια που τα περιφέρει από δω κι από κει γνωστοποιώντας τα πριν καν τα εφαρμόσει. Τι τον σπρώχνει σε αυτή την προκλητική συμπεριφορά; Η αφέλεια; Το θράσος; Η υπέρμετρη αυτοπεποίθηση; Η έντύπωσή του ότι ο τρόμος που προξενεί στα ζώα τα οποία συναντά είναι τόσο ισχυρός ώστε κανείς δε θα τολμήσει να του πάει κόντρα; Η σφοδρότητα της επιθυμίας, που κάνει θρύψαλα κάθε λογική; Όλα αυτά μαζί; 

Όπως και να 'χει, αυτό που δεν αντιλαμβάνεται το σαΐνι μας είναι ότι ο Χοντρομπάταλος, ο Σαλταπήδας, το Πλουμιστοπούλι κι ο Προβοσκίδας έχουν τα δικά τους «μυστικά σχέδια». Και κάθε φορά που ο Πελώριος Κροκόδειλος ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το καμουφλάζ του για να ορμήσει στα παιδιά που δεν έχουν αντιληφθεί την παρουσία του κάποιο απ' τα προαναφερθέντα ζώα εμφανίζεται απ' το πουθενά για να τα ειδοποιήσει για τον κίνδυνο που διατρέχουν, αποκαλύπτοντας έτσι τα «έξυπνα κόλπα» του κροκόδειλου. Και θα είναι ο Προβοσκίδας, ο μεγάλος άκακος ελέφαντας, αυτός που θα εφαρμόσει ένα αληθινά «έξυπνο κόλπο», δίνοντας στο αδίστακτο πλάσμα το τελειωτικό χτύπημα κι εξοβελίζοντάς το μια για πάντα από τις ζωές όλων!

Ο Νταλ στήνει μια ιστορία για παιδιά μικρότερης ηλικίας από τους συνηθισμένους του αναγνώστες. Τα υλικά του απλά: ευφάνταστα ονόματα για τα ζώα, απολύτως περιγραφικά των κυρίαρχων ιδιοτήτων τους, αφθονία επιθέτων, στιχάκια με ομοιοκαταληξία, που αποδίδουν εκφραστικά τη λαχτάρα του Πελώριου Κροκόδειλου για ανθρώπινο κρέας, και -ΦΥΣΙΚΑ- η διαρκώς επανερχόμενη φράση «Έχω σχέδια μυστικά κι έξυπνα κόλπα», η επανάληψη της οποίας απ' τη μια υπογραμμίζει την αρρωστημένη εμμονή του κροκόδειλου κι απ' την άλλη λειτουργεί υπονομευτικά, ειρωνικά, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αφελή τάση του να ξεφουρνίζει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί τις προθέσεις του. Σε παρόμοια κατεύθυνση και η εικονογράφηση, τονίζοντας τον άθλιο χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα με κωμικές πινελιές και παίζοντας με τις εκφράσεις του προσώπου του.

Εντέλει, αν κάτι μάς μένει απ' το βιβλίο του Νταλ, είναι μια σειρά από διαπιστώσεις: Το κακό μπορεί να καραδοκεί οπουδήποτε, ακόμα και δίπλα μας, ακόμα κι εκεί που δεν το περιμένουμε. Συχνά, βέβαια, υπερεκτιμά τις δυνάμεις του, από θράσος, ηλιθιότητα, υπερβολική αυτοπεποίθηση, εφαρμόζοντας τρομοκρατικές τακτικές κι εκμεταλλευόμενο το χώρο που του επιτρέπουμε να καταλάβει. Πάντως, αν το happy end στα παιδικά παραμύθια είναι ο κανόνας, εδώ το καλό δεν κερδίζει από συνήθεια, ούτε  από θεία ή μαγική παρέμβαση, αλλά επειδή κάποιοι -φαινομενικά αδύναμοι και φιλειρηνικοί τύποι- δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια έχοντας πρώτα σώσει το τομάρι τους. Μιλούν, προειδοποιούν, αντιδρούν. Σ' έναν κόσμο όπου οι έννοιες της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας και του κοινού καλού έχουν είτε τσαλαπατηθεί βάναυσα είτε μετατραπεί σε ιδεολογήματα κενά περιεχομένου, τα φιλήσυχα ζώα του Νταλ δειχνουν το δρόμο.   

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

P. H. Reynolds, Η τελεία

Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου, Εκδόσεις Αίσωπος (από 4 ετών)

 
Η Λία στο μάθημα της ζωγραφικής παραδίδει λευκές κόλλες. Στο κεφάλι της η ανασφάλειά της, η ατολμία της, ενδεχομένως κι η βαρεμάρα της, έχουν συμπυκνωθεί σ' ένα τεράστιο ΔΕΝ ΞΕΡΩ να ζωγραφίσω. Η δασκάλα της ζωγραφικής αντιμετωπίζει με χιούμορ το θέμα, δίνοντας στη μαθήτριά της να καταλάβει ότι ακόμα και μια λευκή σελίδα μπορεί να κρύβει μια κάποια μορφή δημιουργίας. Και την πείθει να κάνει στο λευκό χαρτί έστω μία μόνο τελεία. Κι όταν η Λία βλέπει την επόμενη βδομάδα την τελεία της κορνιζωμένη στον τοίχο, συνειδητοποιεί ότι μπορεί να κάνει κι άλλες. Τώρα που βρέθηκε το μέσο έκφρασης, η φαντασία αρχίζει να δουλεύει, τα χρώματα, τα πινέλα, οι βούρτσες, τα καβαλέτα κι οι... κουβάδες να παρέχουν κι αυτά τη συνδρομή τους στο εγχείρημα. Οι τελείες αρχίζουν να αναδύονται σε διαφορετικά μεγέθη, αποχρώσεις και υφές, σταδιακά μεταλλάσσονται σε ένα είδος τεχνικής ή τεχνοτροπίας -τον πουαντιγισμό άραγε τον έχει ακουστά το κορίτσι μας;-, η μικρή πλημμυρίζει από αυτοπεποίθηση, το κοινό εκφράζει γενναιόδωρα το θαυμασμό του στην έκθεση του σχολείου... Κι όταν ένας μικρός θαυμαστής εξομολογείται στη Λία ότι κι αυτός ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να ζωγραφίσει, η ηρωίδα του βιβλίου είναι αυτή που με τη σειρά της θα του δείξει τον τρόπο!
 





Η εικονογράφηση, άλλοτε με χρώμα κι άλλοτε χωρίς, μας βάζει στο πνεύμα του βιβλίου: Σε κάποιες σελίδες το χρώμα απουσιάζει, για να εκφράσει την άρνηση της Λίας να τραβήξει έστω μία γραμμή. Σε κάποιες άλλες είναι εκεί, για να ντύσει τους πίνακές της ή για να εκφράσει το δημιουργικό της οίστρο. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη στιγμή που η μικρή αρχίζει να ζωγραφίζει τις τελείες της η κατά τ' άλλα ασπρόμαυρη φιγούρα της είναι βαλμένη σε πολύχρωμα φόντα στο σχήμα τεράστιας τελείας. (Κάτι που μου έκανε εντύπωση εξάλλου είναι ότι η ζορισμένη Λία που αρνείται να ζωγραφίσει χρησιμοποιεί το μολύβι με το δεξί. Η άλλη Λία, η απελευθερωμένη, ζωγραφίζει με το αριστερό.)
 
Η Τελεία είναι ένα βιβλίο για την ανάγκη και το δικαίωμα όλων να εκφράζονται με τον τρόπο τους, ακόμα κι αν αυτός φαντάζει απλοϊκός, άτεχνος κι αφελής. Για τη δημιουργική φαντασία, που αρκεί να της ανοίξεις μια μικρή χαραμάδα για να αποτυπωθεί ακόμα και με τα πιο βασικά εργαλεία. Για το πώς οι φοβίες κι οι ανασφάλειες μπορούν να μετασχηματιστούν σε κινητήρια δύναμη έκφρασης και δημιουργίας, χαρίζοντας αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση.

Πάνω απ' όλα, ένα βιβλίο για τον καταλυτικό ρόλο του δασκάλου, ο οποίος με μια και μόνο κουβέντα ή προτροπή μπορεί να άρει επιφυλάξεις κι αρνήσεις, οδηγώντας το παιδί όχι μόνο στην αυτοέκφραση αλλά και στην εξερεύνηση και διατύπωση εσώτερων αναγκών και κατ' επέκταση στην αυτογνωσία. Η υπομονή, η ήρεμη προτροπή, το χιούμορ της δασκάλας της Λίας, αλλά και η εξατομίκευση των απαιτήσεών της -το γεγονός δηλαδή ότι ζητά από τη μαθήτριά της το μίνιμουμ αλλά και το επιβραβεύει- απελευθερώνουν πλήρως τη μικρή. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του σ' έναν παλιό του καθηγητή, ο οποίος λειτούργησε γι' αυτόν τόσο ενθαρρυντικά όσο κι η δασκάλα της ζωγραφικής για τη Λία. 
 
Παρότι πολλά ακούγονται για συστήματα, παιδαγωγικές μεθόδους και λοιπές ενδιαφέρουσες αφαιρέσεις που επιμένουν να βάζουν τον άνθρωπο στο περιθώριο -χωρίς πάντως κι εγώ η ίδια να αμφισβητώ ότι η παιδαγωγική κατάρτιση και συνέπεια είναι η βάση πάνω στην οποία θα πρέπει να στηριχτεί κάθε εκπαιδευτικό εγχείρημα-, η ιστορία της μικρής Λίας μ' έκανε να θυμηθώ με νοσταλγία κι ευγνωμοσύνη τους δυο τρεις εκείνους ανθρώπους που σε μια διαδρομή δύο σχεδόν δεκαετιών στα θρανία μπόρεσαν με μια κουβέντα, ένα νεύμα, ένα χαμόγελο έστω να μου ανοίξουν νέους δρόμους. Είναι και γι' αυτούς -και για όλους σαν κι αυτούς- που μιλάει τούτο το βιβλίο.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Αμάντα Λάμρι & Λόρα Χάρβιτς, «Οι περιπέτειες του Ράιλι»

Εικονογράφηση: Σάρα ΜακΙντάιρ, μετάφραση: Α. Μοσχονά, Μ. Μπουρνάζος, Εκδόσεις Κέδρος (από 6 ετών)


Το σχέδιο εργασίας είχε το γενικό τίτλο Τα ζώα. Εμείς ως άξιοι γονείς έπρεπε να συνδράμουμε το έργο του εκπαιδευτικού προσωπικού δίνοντας εναύσματα στα παιδιά μας μέσα από αναφορές σε συναφή βιβλία, εικόνες, έργα τέχνης, ό,τι μας φώτιζε ο Μεγαλοδύναμος τέλος πάντων. Προσωπικά, έχω ένα θεματάκι με οτιδήποτε εγκυκλοπαιδικό. Λυπάμαι που το λέω έτσι χοντρά και άκομψα, αλλά βαριέμαι. Ως παιδί, έμαθα ό,τι έμαθα κυρίως από εξωσχολικά διαβάσματα με fictional ως επί το πλείστον χαρακτήρα. Και ξέρω ότι για τα περισσότερα παιδιά η περιπέτεια της γνώσης λειτουργεί απογειωτικά όταν παντρεύεται στη φαντασία τους με την άλλη, τη σκέτη περιπέτεια.

Στο σπίτι διαθέτουμε κάμποσα βιβλία με ήρωες ζωάκια. Δε νομίζω όμως ότι αυτό ήταν το ζητούμενο - να αναμασήσουμε δηλαδή ιστοριούλες στις οποίες τα ζώα υιοθετούν ανθρώπινες ως επί το πλείστον συμπεριφορές. (Θυμάμαι, στην πρώτη μας επίσκεψη στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο πριν από τρία χρόνια, η μικρή ξενέρωσε όταν συνειδητοποίησε πως οι αρκούδες δε συμπεριφέρονταν ακριβώς σαν πρωτοξάδερφα του Γουίνι, κι αυτό υπήρξε σημαντικό μάθημα και για μας αναφορικά με την ανάγκη του ίδιου του παιδιού να ενσωματωθεί σταδιακά και ήπια σε μια πραγματικότητα ενδεχομένως όχι ρόδινη, πάντως υπαρκτή.) Δεν ήταν δύσκολο επιπλέον να καταλάβω ότι κάποια στιγμή θα μας τελείωναν και η Απίθανη εγκυκλοπαίδεια Larousse του Μεταίχμιου, και το Μουσείο των δεινοσαύρων του Πατάκη, και τα πρώτα επεισόδια του εμβληματικού Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος για το πώς γεννήθηκαν οι πρώτες μορφές ζωής στη Γη, και ό,τι άλλο περί το αντικείμενο ξεφυλλίζαμε ή χαζεύαμε αμέριμνες τα χειμωνιάτικα απογεύματά μας. Χρειαζόμασταν ένα συνεκτικό κρίκο ανάμεσα στα ζωολογικού χαρακτήρα ενδιαφέροντα της μικρής και στη δίψα της για πλοκή, δράση, περιπέτεια!
 
Τα τέσσερα βιβλία από τις «Περιπέτειες του Ράιλι», με τα οποία συναπαντήθηκα τυχαία, κι ενώ αναζητούσα κάτι άσχετο, ένα μεσημέρι Τρίτης στο παιδικό τμήμα ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου, ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνα. Πρώτη μου παρόρμηση αφού τα ξεφύλλισα ήταν να τα αγοράσω όλα με τη μία και να τα κουβαλήσω περιχαρής στο σπίτι. Αντιστάθηκα - κυρίως ενθυμούμενη τη μοναδική συγκίνηση της προσμονής στα δέκα μου χρόνια, τότε που ο πατέρας μου μου έδινε με το σταγονόμετρο τους έξι τόμους του Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος, έναν τη βδομάδα. Πήρα λοιπόν μόνο το Σαφάρι στη Νότιο Αφρική, κι από την ενθουσιώδη ανταπόκριση της οποίας έτυχε στο σπίτι, ήξερα ότι μέσα σ' ένα μήνα θα είχαμε αγοράσει και τους υπόλοιπους τρεις τόμους της σειράς: Τίγρεις στο Τεράι, Διάσωση στον Αμαζόνιο, Δελφίνια σε κίνδυνο.





Έχω ήδη ξοδέψει τρεις παραγράφους περιγράφοντας το χρονικό της γνωριμίας μας με τον Ράιλι χωρίς να έχω πει κουβέντα για το ποιος είναι ο νεαρός και με τι καταπιάνεται στη ζωή του. Λοιπόν, ήρωας των βιβλίων είναι ένας συνηθισμένος εννιάχρονος, ο οποίος όμως έχει την τύχη και τη χαρά να διαθέτει ένα θείο ονόματι Μαξ, παγκοσμίου φήμης βιολόγο παρακαλώ. Ο θείος Μαξ λοιπόν, κάθε φορά που ξεκινάει για έναν καινούριο προορισμό επιστημονικού ενδιαφέροντος, καλεί κοντά του το Ράιλι, ο οποίος, παρέα με την ξαδέρφη του την Άλις, ανακαλύπτει τη χλωρίδα και την πανίδα των περιοχών που επισκέπτεται, γνωρίζεται με τους ντόπιους, από τους οποίους αντλεί ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον τοπικό πολιτισμό, ενώ οι ριψοκίνδυνες συμπεριφορές του και το υπερβολικά ανήσυχο πνεύμα του τον οδηγούν σε περιπέτειες και μπελάδες, απ' όπου όλο και κάποιος μεγάλος θα βρεθεί να τον σώσει.

Εννοείται πως η πλοκή είναι ελαφρώς σχηματική κι όχι ιδιαίτερα ρεαλιστική - πού ακούστηκε εννιάχρονο να σερφάρει ολομόναχο στον Ειρηνικό, να χάνεται στα καλά καθούμενα στον Αμαζόνιο και να βολτάρει αμέριμνο δίπλα σε κόμπρες στο Νεπάλ; Τι σόι γονείς, αλήθεια, είναι αυτοί που αφήνουν το βλαστάρι του εκτεθειμένο σε τέτοιους κινδύνους; Και τι άμυαλος θείος αυτός ο Μαξ! Δε χρειάζεται, φαντάζομαι, να σας το αναλύσω ότι η πλοκή είναι απλώς το πρόσχημα, η δικαιολογία για να περιπλανηθεί το παιδί αναγνώστης με τρόπο ευχάριστο και χωρίς να βαρεθεί τη ζωή του σε μια τεράστια γκάμα εκπροσώπων του ζωικού και φυτικού βασιλείου κάθε περιοχής, αλλά και να προβληματιστεί γύρω από σοβαρά οικολογικά ζητήματα, όπως ο κίνδυνος εξαφάνισης ορισμένων ειδών.

Ο συνδυασμός σκίτσων και φωτογραφιών στην εικονογράφηση ζωντανεύει με ρεαλιστικό τρόπο τα ταξίδια του Ράιλι, ενώ σε ειδικό πλαίσιο σε κάθε σελίδα δίνονται σημαντικές πληροφορίες για ζώα -κυρίως- και φυτά από ειδικούς επιστήμονες, συνεργάτες και στελέχη οργανισμών όπως το WWF, το Ίδρυμα Smithsonian και η Εταιρεία Προστασίας Άγριων Ζώων.

Διαβάσαμε τις «Περιπέτειες του Ράιλι» αρκετά μεσημέρια και βράδια στη διάρκεια των διακοπών μας. Και κοντά στο τέλος του Αυγούστου είχαμε κι εμείς την ευκαιρία να νιώσουμε κάτι από την αύρα περιπέτειας που τυλίγει τον εννιάχρονο φίλο μας όταν σ' ένα δασικό δρόμο στη Βάλια Κάλντα, έχοντας ήδη κάνει τη γνωριμία μας με λίμνες σκέτες, λίμνες με νούφαρα, πηγές, ρυάκια, γεφύρια και κοπάδια από φιλήσυχες αγελάδες, κι ενώ επιστρέφαμε από την καρδιά της κοιλάδας, είδαμε στα είκοσι μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητό μας ένα μικρό, σβέλτο αρκουδάκι να ξεπετάγεται μέσ' απ' το δάσος στο δρόμο και με δυο πηδήματα να χάνεται στην αποπάνω πλαγιά. «Ζούμε και μεις μια περιπέτεια, σαν τον Ράιλι!» μου πέταξε η περιπετειώδης κόρη μου μέσα στο αυτοκίνητο. Κι άρχισε να εξηγεί στο συνομήλικό της φίλο της στο διπλανό κάθισμα τι ακριβώς εστί Ράιλι. Kαι μετά πήραν να τραγουδάνε παρέα την «Αρκούδα καφέ» από τη Λιλιπούπολη, ως άλλοι σαμάνοι που μέσα από τη μαγική τους επίκληση θα ξανάφερναν το αρκουδάκι μπροστά στα μάτια μας. «Μάλλον μας άκουσε που το τραγουδάγαμε νωρίτερα, γι' αυτό εμφανίστηκε μπροστά μας!» σχολίαζαν. Κατεβαίνοντας στο κοντινό χωριό, μάθαμε από τους ντόπιους ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χρόνια στην περιοχή και δεν έτυχε να συναντήσουν ποτέ αρκούδα. Κι αυτό έδωσε άλλες διαστάσεις στην εμπειρία μας.

Τις επόμενες μέρες περάσαμε μια φάση απίστευτης ταύτισης με τον Ράιλι. Η ιδέα δεν ήταν ότι θα γινόμασταν κι εμείς εξερευνητές, αλλά ότι θα γράφαμε και θα εικονογραφούσαμε την περιπέτειά μας, παράγοντας ένα αντίστοιχο βιβλίο. Στην πορεία το project ξεχάστηκε. Είναι αυτά τα μεγαλεπήβολα, ενθουσιώδη παιδικά σχέδια της μιας βδομάδας. Μέχρι να έρθει το επόμενο. Ο φίλος της πάντως είχε τη χαρά να αποκτήσει το Σαφάρι στη Νότιο Αφρική και, κρίνοντας από τα λεγόμενα των γονιών του, νομίζω ότι έχει βάλει πλώρη και για τα επόμενα βιβλία της σειράς!

(Ενδεχομένως κάποιες από τις επιστημονικές πληροφορίες που δίνονται στα βιβλία να ξεπερνούν τις δυνατότητες ενός μικρού παιδιού. Πάντως το crash test σε δυο πεντάχρονα υπήρξε άκρως πετυχημένο, έστω κι αν χρειάστηκε να απαλειφθούν ή να στρογγυλευτούν κάποια εξειδικευμένα στοιχεία, ποσοτικού κυρίως χαρακτήρα.)

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Éric Puybaret, Ο φεγγαροσκεπαστής

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Αίσωπος (από 4 ετών)

 
Με ένα εξαιρετικό εύρημα ξεκινάει το βιβλίο του ο Éric Puybaret, συστήνοντάς μας ένα πολύ ενδιαφέρον επάγγελμα, την ύπαρξη του οποίου οι περισσότεροι από μας πάω στοίχημα ότι δεν είχαμε καν υποψιαστεί: το επάγγελμα του φεγγαροσκεπαστή! Δύσκολη δουλειά, που απαιτεί ειδικές σπουδές στη Μεγάλη του Κόσμου Σχολή αλλά και περίσσια επιδεξιότητα. Δεν είναι απλό πράγμα άλλωστε να σκεπάζεις κάθε βράδυ το φεγγάρι μ' ένα σεντόνι για να το κρύψεις ολόκληρο ή έστω ένα κομμάτι του. Μάλιστα, κάτι τέτοιες δουλειές χρειάζονται, πέρα από ειδικές γνώσεις και έμφυτο ταλέντο, και μια σταλιά μαγείας, κι αυτή την εξασφαλίζει μια μαγική καραμέλα που κάνει τον εκάστοτε φεγγαροσκεπαστή ανάλαφρο για να μπορεί να φτάσει τη σελήνη.
 
Κάπως έτσι αρχίζουν τα βάσανα του μικρού άρτι αποφοιτήσαντος φεγγαροσκεπαστή που ακούει στο όνομα Τιμολέων, ο οποίος έρχεται να αντικαταστήσει τον κουρασμένο από τρεις αιώνες δουλειάς προκάτοχό του, γερο-Ναπολέοντα. Ο Τιμολέων χάνει τη μαγική καραμέλα του κι αναζητά, με τη βοήθεια μιας σειράς πρόθυμων συμμάχων, έναν τρόπο για να φτάσει στο φεγγάρι: επιστρατεύονται με τη σειρά ένα χάρτινο αεροπλανάκι, ένας τεράστιος χαρταετός, δυο θεόρατα ελατήρια, μια πελώρια σαπουνόφουσκα, ένα σμήνος σπουργίτες, ένας σφαιροβόλος, μια σφεντόνα... Τίποτα και κανείς όμως δεν κατορθώνει να στείλει στο φεγγάρι τον μικρό φεγγαροσκεπαστή. Και τότε αποφασίζουν όλοι να ενώσουν τις δυνάμεις τους μπροστά στον κοινό σκοπό, φτιάχνοντας μια ανθρώπινη σκάλα, στην κορυφή της οποίας στέκει ο Τιμολέων!

Το φινάλε -ένας ύμνος στην ανθρώπινη αλληλεγγύη- μπορεί να μην είναι το πιο αναπάντεχο του κόσμου - άλλωστε την ιδέα της ανθρώπινης σκάλας κάπου την έχουμε ξαναδεί, κάπου την έχουμε ξανακούσει. Ωστόσο το θέμα σ' ένα βιβλίο -και μάλιστα παιδικό- δεν είναι μονάχα το τι λες αλλά και το πώς το λες, κι ακόμα περισσότερο το πώς το δείχνεις.

Κι ο Φεγγαροσκεπαστής είναι ένα αληθινό εικαστικό επίτευγμα, διαθέτοντας μια εικονογράφηση που θα μπορούσε να σταθεί ολομόναχη, χωρίς ούτε μια αράδα κειμένου: Με μια πόλη μαγική, κόκκινες σκεπές και καλντερίμια λουσμένα στο φως του φεγγαριού, με ένα ατέρμονο παιχνίδι φωτός και σκιάς, κι όλες τις αποχρώσεις της νύχτας να ντύνουν ουρανό και γη. Οι ανθρώπινες μορφές, τις περισσότερες φορές με τη σκιά τους να τις συνοδεύει ακούραστη, θυμίζουν ξύλινες κούκλες, με κινήσεις που παραπέμπουν σε μαριονέτες. Σε κάποια σαλόνια του βιβλίου μάλιστα η αίσθηση αυτή επιτείνεται από τα διαδοχικά καρέ, το ένα δίπλα στο άλλο, με τα οποία ο συγγραφέας και εικονογράφος επιλέγει να αποδώσει την κίνηση των χαρακτήρων.

Όσο για το κείμενο, ακολουθεί πειθήνια τα τερτίπια της εικόνας: άλλοτε καμπυλώνοντας στο σχήμα του μισοφέγγαρου, άλλοτε φωλιάζοντας μέσα σ' ένα ολόγιομο φεγγάρι, άλλοτε ακολουθώντας το σχήμα και τις κινήσεις των αντικειμένων. Κι όταν δεν αρκεί μια απλή σελίδα για να χωρέσει ολόκληρη η ανθρώπινη σκάλα που φτάνει ίσαμε το φεγγάρι, από πάνω της ξεφυτρώνει μια δεύτερη σελίδα, καταρρίπτοντας τους νόμους της ορθόδοξης ανάπτυξης του βιβλίου. Το ζητούμενο άλλωστε δεν είναι να στριμωχτεί η ιστορία σε συμβατικές προδιαγραφές, αλλά να φτιαχτεί ένα βιβλίο με τρόπο τέτοιο ώστε να μην τραυματιστεί στο ελάχιστο η εικαστική της αρτιότητα. 

Ξαναδιάβασα προχτές το Φεγγαροσκεπαστή ύστερα από δυο ολόκληρα χρόνια. Είναι ένα από τα ελάχιστα βιβλία που έχω αγοράσει χωρίς δεύτερη ματιά, παρασυρμένη από τον τίτλο και το εξώφυλλο. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του, χαζεύοντας την εικονογράφησή του, ακολουθώντας το κείμενό του σε ανηφόρες, κατηφόρες, λοξές και καμπύλες διαδρομές, ένιωσα την ίδια συγκίνηση που με είχε κατακλύσει και στην πρώτη ανάγνωση: Για μια ιστορία που μιλάει για πανανθρώπινες αξίες χωρίς να κραυγάζει διδαχές. Αλλά και για μια εικονογράφηση που είναι από μόνη της αυτή η ιστορία. Με μοναδικό της όπλο την ακατανίκητη αλήθεια της ομορφιάς της. 

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κώστας Μάγος, Ο Τραμ

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Εκδόσεις Πατάκη, (από 6 ετών)


Μια τρυφερή ιστορία περιπλάνησης στη μεγαλούπολη. Ήρωάς της ένας αδέσποτος σκύλος, παρατημένος από το αφεντικό του στους δρόμους της Αθήνας. Το αρχικό σοκ της εγκατάλειψης διαδέχεται ο αγώνας για επιβίωση και η εξοικείωση με τις τεχνικές της, η γνωριμία με άλλα αδέσποτα ζώα αλλά και με την αστική καθημερινότητα.
 
Ιδιαίτερη γοητεία στον ήρωά μας ασκεί το τραμ. Η συχνή παρουσία του μάλιστα στη στάση του αγαπημένου του μεταφορικού μέσου γίνεται αφορμή να τον βαφτίσουν κι αυτόν Τραμ. Εκεί, στη στάση, θα αποκτήσει μια σειρά από καινούριους φίλους: τους εργαζόμενους στο τραμ, μια μικρή μαθήτρια, μια μετανάστρια, έναν τυφλό.
 
Κάποιοι απ' αυτούς έχουν γνωρίσει τη δύσκολη πλευρά της ζωής, κι ίσως γι' αυτό μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα απ' τους άλλους τη μοναξιά του αδέσποτου τετράποδου. Του χαρίζουν απλόχερα την προσοχή τους, το χάδι τους, την αγάπη τους, πασχίζοντας να ανακαλέσουν μέσα απ' την επαφή τους μαζί του μακρινές αναμνήσεις ή να ανακτήσουν χαμένες αισθήσεις. 

Βέβαια, ο Τραμ αυτό που θέλει περισσότερο, πέρα και πάνω από σκυλίσιες κι ανθρώπινες φιλίες, είναι να ξαναποκτήσει ένα δικό του σπίτι. Θα το πετύχει εντέλει, ίσως όχι με τον τρόπο που θα υπαγόρευε ένα εμπορικό μελό με happy end, στο βαθμό πάντως που το επιτρέπουν οι δυνατότητες των καινούριων του φίλων αλλά και το επιβάλλει το πνεύμα της αφήγησης, η οποία θέλει τον Τραμ ζωντανό στοιχείο της πόλης, κι όχι απομονωμένο/φυλακισμένο σε κάποιο καινούριο μπαλκόνι περιστασιακών φιλόζωων.

Ο Κώστας Μάγος δε μας δίνει απλώς ένα βιβλίο για τη ζωοφιλία. Μας μιλάει για τη μοναξιά του άστεγου, του εγκαταλειμμένου, του κοινωνικά ανένταχτου. Μέσα απ' την περιπλάνηση του σκύλου στην καρδιά της Αθήνας,  ο συγγραφέας βρίσκει αφορμή να αναφερθεί στη νοσταλγία του μετανάστη, στις δυσκολίες των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, στα πολυάριθμα πρόσωπα μιας πόλης που πάντως ακόμα και στις πιο άχαρες γωνιές της μπορεί να κρύβει τρυφερότητα κι ανθρωπιά.

Η επιλογή του Γιώργου Σγουρού να συνδυάσει φωτογραφία και σκίτσο στην εικονογράφηση του βιβλίου συμβάλλει στην πειστική απόδοση του αστικού τοπίου και δένει εξαιρετικά με το λιτό κείμενο. 

Ένα βιβλίο για εκείνους που επιμένουν να αναζητούν μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά τους μικρές χαραμάδες ελπίδας κι αισιοδοξίας.